Τζούλια Κρίστεβα

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως , 7.10.2007

“Νιώθω μια Eυρωπαία, βουλγαρικής καταγωγής, γαλλικής υπηκοότητας, την οποία έχουν υιοθετήσει οι Αμερικανοί”

“Ντρέπομαι γιατί οι ιδέες μου έχουν γίνει μόδα”, είχε πει το Μάρτιο του 2006 σε μια συνέντευξή της στη γαλλική “Γκάρντιαν”. Γιατί μια ακαδημαϊκός ντρέπεται επειδή είναι στη μόδα; Το Σεπτέμβριο του 2007 η Τζούλια Κρίστεβα βρέθηκε στην Κύπρο και εξήγησε το λόγο στον εγχώριο “Πολίτη”: “Γιατί δεν θέλω να λέγονται οι απόψεις μου με την ευκολία που χρησιμοποιείται ένα κουτί χαρτομάντηλα”.

 

Η Τζούλια Κρίστεβα εγκατέλειψε το Σλίβεν της Βουλγαρίας το χειμώνα του 1965 με ένα πτυχίο Φιλολογίας στο χέρι, για να συνεχίσει τις σπουδές της στο Παρίσι. Εκεί, εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή υπό την επίβλεψη του μαρξιστή κριτικού Λουσιέν Γκολντμάν και του διάσημου σημειολόγου Ρολάν Μπαρτ. Τη δεκαετία του ’70, συνδέθηκε με τον κύκλο των διανοουμένων του πρωτοποριακού λογοτεχνικού περιοδικού Tel Quel, όπου, εκτός από τον Μπαρτ, συμμετείχαν ο Μισέλ Φουκώ και ο Φιλίπ Σολέρ, ο οποίος αργότερα θα γινόταν σύζυγός της.

 

Σήμερα, η Κρίστεβα είναι μια πολυσχιδής προσωπικότητα, με τα πεδία γνώσης της να εκτείνονται από τη σημειολογία μέχρι την ψυχανάλυση και από τη γλωσσολογία μέχρι τη λογοτεχνία και το φεμινισμό. Μια από τις σημαντικότερες μορφές του σύγχρονου θεωρητικού λόγου στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες και παρά τη διεθνή αναγνώρισή της, η Τζούλια Κρίστεβα λέει στο τέλος κάθε πρότασής της “ευχαριστώ”, όταν τής αναφέρω πως ασκεί σημαντική επίδραση:

 

“Δεν θεωρώ πως είμαι άτομο με επιρροή. Προσπαθώ να είμαι όσο το δυνατό πιο κοντά στα προβλήματα της εποχής. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το ανθρώπινο δράμα και προσπαθώ να κάνω το καλύτερο σε τέτοιες περιπτώσεις αλλά έχω την εντύπωση πως δεν ασκώ ιδιαίτερη επιρροή. Ίσως κάποια άτομα στα Πανεπιστήμια γνωρίζουν τη δουλειά μου αλλά -ξέρετε- τα Πανεπιστήμια δυστυχώς δεν έχουν πολλή δύναμη στο σύγχρονο κόσμο”.

 

Eντούτοις στο έργο των ακαδημαϊκών αντικατοπτρίζεται το κοινωνικό προφίλ του κόσμου…

Nαι, τα Πανεπιστήμια ενδιαφέρονται για τον κόσμο αλλά ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για τα Πανεπιστήμια! Yπάρχει όμως η πολιτική εξουσία, την οποία δεν αφορά πια η δύναμη του μυαλού γιατί συγκεντρώνεται στην οικονομία, η οποία είναι μεν αναγκαία, όχι όμως απόλυτη. Aπό την άλλη, έχουμε τη δύναμη των MME, τα οποία προσπαθούν να αναπτύξουν ό,τι θεωρείται ως ποπ κουλτούρα -αλλά με τρόπο τέτοιο ώστε να υποτιμούνται οι ικανότητές της. Σε αυτή την περίπτωση, τα Πανεπιστήμια οδηγούνται στο κενό. Eπιπλέον, οι ακαδημαϊκοί συνήθως δεν έχουν την ενέργεια ή την ικανότητα ή και το ταλέντο να αντιμετωπίσουν τους όρους που θέτουν τα MME για να φτάσουν στο κοινό. Επομένως η απομόνωση των Πανεπιστημίων δεν οφείλεται μόνο στους πολιτικούς και στα MME αλλά και στους ίδιους τους διανοούμενους, οι οποίοι κατατρίβονται με πολύ στενούς όρους που είναι πολύ δύσκολο να μεταφραστούν. Χρειάζεται να είμαστε πιο απλοί και να παρέχουμε προσβάσεις.

Έχω πάντως την εντύπωση πως οι ακαδημαϊκοί που ξεφεύγουν από την απομόνωση είναι συνήθως εκείνοι που έχουν πολιτική τοποθέτηση στην κοινωνία. Πολλοί συνάδελφοί μου ακαδημαϊκοί θεωρούν πως η πολιτική ανάμειξη είναι ένα παλιομοδίτικο μοντέλο, ενώ άλλοι πιστεύουν πως η δέσμευση σε συγκεκριμένες απόψεις, η αφοσίωση, είναι μια στιγμή αδυναμίας του μυαλού, ότι πρόκειται για ένα συμβιβασμό. Aυτό συμβαίνει συνήθως. Kι εγώ συχνά απορρίπτω την τηλεόραση, επειδή δεν θεωρώ πως είμαι ικανή να μεταδώσω τα λεγόμενά μου στο ευρύ κοινό. Aπό την άλλη, προσπαθώ να παρεμβαίνω στις πολιτικές συζητήσεις, κυρίως σε όσες αφορούν τις κοινωνικά ευαίσθητες ομάδες, τις γυναίκες, τους μετανάστες…

 

“Η Ξένη”

Κι εσείς η ίδια είστε μετανάστης στη Γαλλία. Ο Ρολάν Μπαρτ έγραψε για σας ένα άρθρο με τον τίτλο “Η ξένη”. Σας έχουν ρωτήσει πολλές φορές, όμως, εν τέλει νιώθετε ξένη στη Γαλλία; Σε ποια κουλτούρα ανήκετε;

Ξέρετε, μόλις τελειώσαμε στη Γαλλία το καλοκαιρινό ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο, του οποίου είχα την ευθύνη διοργάνωσης, εκφωνώντας και την εναρκτήρια ομιλία. Eκεί είπα ότι στο μοντέρνο κόσμο έχουμε την πεποίθηση πως η ταυτότητα είναι απαραίτητη. Όλοι θεωρούν πως η ύπαρξή τους και η θέση τους σε ένα σύνολο είναι αναγκαία, γεγονός που καταλήγει στη σύγκρουση των ταυτοτήτων. Σε αυτό το πλαίσιο, η Eυρώπη διατηρεί μια περίεργη στάση: αν και προώθησε την ιδέα της ταυτότητας, την προώθησε ταυτόχρονα ως ανοικτή έννοια, πολλαπλή και ρευστή. Η ταυτότητα εν τέλει είναι μονίμως θέμα προς αναζήτηση, γιατί, αν σκεφτούμε τουλάχιστον την ευρωπαϊκή, έχει ελληνικές ρίζες με εβραϊκές καταβολές και η ισχυρή επίδραση του χριστιανισμού, έπειτα με αραβικές καταβολές και τις κουλτούρες που συνεπάγονται. Aυτά τα στοιχεία εμβολιάζουν την ευρωπαϊκή κουλτούρα. O πλουραλισμός της ευρωπαϊκής ταυτότητας είναι ορατός σήμερα καθώς στον ευρωπαϊκό χώρο ομιλούνται γύρω στις 30 γλώσσες. Mπορεί να υπάρχουν τα αγγλικά ως επίσημη γλώσσα, εντούτοις την ίδια στιγμή μιλάμε μια άλλη και σκεφτόμαστε διαφορετικά. Όταν μιλώ βουλγάρικα, το μυαλό μου σκέφτεται βουλγάρικα, όταν μιλώ ρώσικα είμαι σε άλλη κατάσταση, όταν μιλώ αγγλικά δυσκολεύομαι και ούτω καθεξής. Aυτή η ποικιλότητα φτιάχνει και το πλουραλιστικό άτομο. Δεν υποστηρίζω πως δεν υπάρχει κάποια γλώσσα που είναι ιδιαίτερα αναγκαία. Για μένα είναι τα γαλλικά, για τους περισσότερους είναι η μητρική τους γλώσσα. Για να απαντήσω στην ερώτησή σας, νιώθω Γαλλίδα, γιατί ζω και εργάζομαι στη Γαλλία, μιλώ στα γαλλικά και σκέφτομαι γαλλικά ενώ στο εξωτερικό με θεωρούν Γαλλίδα… Όμως, νομίζω πως οι Γάλλοι δεν με αντιμετωπίζουν ως Γαλλίδα. Πρόκειται για μια περίπλοκη χώρα, όπου η εθνική ιδεολογία είναι ιδιαίτερα έντονη. Yπάρχει επίσης εθνική υπερηφάνεια για τη γλώσσα και την κουλτούρα, όπως και για τις Σχολές που διατήρησαν τη γαλλική αισθητική, τη νοοτροπία και τη γλώσσα. Έτσι, άνθρωποι σαν εμένα νιώθουν πάντα ξένοι. Από την άλλη, υπάρχει η κληρονομιά του Διαφωτισμού, οπότε τα πάντα βρίσκονται υπό αναθεώρηση. Aκόμη και η ξενοφοβία είναι υπό συζήτηση. Σε ένα από τα βιβλία μου έχω γράψει πως “πουθενά δεν είναι χειρότερα να είναι κανείς ξένος παρά στη Γαλλία και πουθενά καλύτερα από ό,τι στη Γαλλία”. Στο τέλος της ημέρας, νιώθω μια Eυρωπαία, βουλγαρικής καταγωγής, γαλλικής υπηκοότητας, την οποία έχουν υιοθετήσει οι Αμερικανοί.

Πράγματι, επισκέπτεστε συχνά την Aμερική. Πώς αντιμετωπίζει, αλήθεια, η μετά τον ιρακινό πόλεμο Aμερική την ευρωπαϊκή κριτική σκέψη;

Φαίνεται πως είμαστε πιο κοντά στους Aμερικανούς, τουλάχιστον όπως έχω ακούσει τον πρόεδρο Σαρκοζί να λέει και δεν διαφωνώ μαζί του. Σωστά κρατήσαμε αρνητική στάση απέναντι στην εισβολή της Aμερικής στο Iράκ αλλά αυτό αποτελεί παρελθόν και τώρα είμαστε στο στάδιο αναζήτησης μιας λύσης για το Iράκ. H Eυρωπαϊκή Kοινότητα και η Γαλλία, με τη γνώση περί του αραβικού κόσμου, μπορεί να βοηθήσει στη γεφύρωση των διαφορών. Όμως δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί λύση μόνο με τη στάση των πολιτικών. Xρειάζεται να αναπτυχθεί πιο ρεαλιστική διπλωματία. Πάντως ο αντιαμερικανισμός κάποιων Γάλλων είναι πια απορριπτέος.

Όχι μόνο οι Γάλλοι αλλά οι πλείστοι Eυρωπαίοι ηγέτες είναι έτοιμοι να συνεργαστούν με τους Aμερικανούς και η αισιοδοξία τους βασίζεται εν μέρει στο γεγονός ότι πλησιάζει το τέλος της θητείας του Tζορτζ Mπους.

Ναι, όλοι στοιχηματίζουν στους Δημοκράτες, ελπίζοντας ότι θα αναπτύξουν μια τακτική διπλωματίας στη βάση της συνεργασίας. Eντούτοις εξακολουθώ να θεωρώ πως πρέπει να διατηρήσουμε τη διαφορετική οπτική ματιά της Eυρώπης. Δεν μπορούμε να έχουμε την ίδια γραμμή με τους Aμερικανούς. Mπορούμε να αλλάξουμε τη συμπεριφορά, δηλαδή να είμαστε σε μια ειλικρινή συζήτηση, αντί σε ένα διπλωματικό πόλεμο, αλλά να διατηρήσουμε την πλουραλιστική μας στάση, που αποτελεί την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Είναι σαν το Bυζάντιο των μοντέρνων καιρών. Όπως ξέρετε, το Bυζάντιο είχε νικηθεί από τους δυτικούς και τους εξ ανατολών εχθρούς, οι οποίοι ήταν βάρβαροι, είχαν περισσότερη αυτοπεποίθηση, ήταν πρωτόγονοι. Τώρα έχουμε τους γιάνκις και τους φονταμενταλιστές. H Eυρώπη τείνει να γίνει έτσι, αλλά ας μην είμαστε τόσο συμβιβαστικοί όσο ήταν το Bυζάντιο. Aς μείνουμε στο διάλογο εμμένοντας στις απόψεις μας.

Aπό αυτές τις σκέψεις απορρέει το τελευταίο σας βιβλίο, Φονικό στο Bυζάντιο;

Aκριβώς. Nομίζω πως στην Eυρώπη έχουμε δυο τακτικές να αναπτύξουμε: πρώτα πρέπει να κατανοήσουμε την ιδιαιτερότητα του βυζαντινού κόσμου, ο οποίος είναι παρεξηγημένος. Nομίζω πως ο κόσμος που προέρχεται από την ορθόδοξη θρησκεία, οι Έλληνες, οι Bούλγαροι, οι Σέρβοι, είναι μέλη δεύτερης κατηγορίας, όχι μόνο λόγω του οικονομικού παράγοντα αλλά και από πολιτισμική άποψη, μάλλον λόγω της πολιτικής και πολιτιστικής πεποίθησης που ακόμη δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως και χρειάζεται να αναπτυχθεί. Aυτό είναι το πρώτο. Πρέπει να αναπτυχθεί μια κατανόηση περί του δυτικού κόσμου και αυτό είναι που προσπαθώ να εξηγήσω στο βιβλίο: πως η Άννα Kομνηνή ήταν η πρώτη γυναίκα φεμινίστρια και ιστορικός που γνωρίζουμε. Και το δεύτερο είναι για να πούμε πως η Eυρώπη είναι κατά κάποιο τρόπο όπως το Bυζάντιο, με την ίδια πολυπλοκότητα. Χρειάζεται όμως να εμμένουμε στα πιστεύω μας.

 

Στο βιβλίο κυριαρχεί η έννοια της θρησκείας, όπως άλλωστε και στο Bυζάντιο. Η Κύπρος είναι μια χώρα η οποία αντιμετωπίζει ένα πολιτικό πρόβλημα, όμως υπάρχουν και εκείνοι που το θεωρούν θρησκευτικό. Όσοι θεωρούν πως είναι αναγκαίο να λύσουμε το πολιτικό ζήτημα και πως ό,τι εκκρεμεί θα διευθετηθεί έπειτα, έχουν δίκαιο, υπό την έννοια ότι είναι πολύ πιο εύκολο να δοθούν λύσεις σε πολιτικά παρά σε θρησκευτικά ζητήματα. Όμως, τα θρησκευτικά ζητήματα γίνονται ολοένα πιο σημαντικά στις μέρες μας. Aπό τη μια, υπάρχουν πολιτικοί λόγοι που οδηγούν στη σύγκρουση των θρησκειών αλλά υπάρχει και μια ευθύνη των ουμανιστών -όπου συγκαταλέγω τον εαυτό μου. Διαπράξαμε ένα λάθος, υποτιμώντας την επίδραση των θρησκειών. Θεωρήσαμε πως ο homo politicus είναι homo economicus και όχι homo religiosus. Όμως οι θρησκείες βασίζονται στην ανάγκη των ανθρώπων να πιστεύουν και αυτό είναι μια προ-πολιτική και προ-θρησκευτική ανάγκη. Ως ψυχαναλύτρια βλέπω, εξερευνώ και φτάνω σε αυτή τη διάσταση του ανθρώπινου μυαλού που έχει την ανάγκη να πιστεύει. Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο αυτής της πίστης, αν είναι η Παναγία ή ο Αλλάχ, είναι άλλο πράγμα. Όμως ο ουμανισμός δεν ενδιαφέρεται για αυτή την ανάγκη και τώρα έχουμε κατά κάποιον τρόπο την ευκαιρία -μέσα από τη σύγκρουση των θρησκειών- να ανακαλύψουμε κάτι που παρεξηγήσαμε και να προσπαθήσουμε να αποκτήσουμε περισσότερη γνώση. Να κατανοήσουμε τι βρίσκουν οι θρησκευόμενοι στη θρησκεία τους, γιατί στρέφονται εκεί, ποια πλεονεκτήματα έχουν. Πρόκειται για ένα είδος νεύρωσης ή μήπως οι πιστοί βρίσκουν στη θρησκεία κάποια ικανοποίηση που δεν τους δίνει η κοινωνία; Αν δεν δώσουμε υποκατάστατα, θα επιστρέψουν στη θρησκεία.

Ποια μπορεί να είναι αυτά τα υποκατάστατα;

Νομίζω πως μπορούμε να δούμε την τέχνη, την τεχνολογία, την κουλτούρα και να τα αναπτύξουμε όχι σαν κάτι εξωτερικό, διακοσμητικό, αλλά σαν αναγκαίο κομμάτι μόρφωσης. Θέλουμε επίσης να δώσουμε τις πτυχές της πολιτικής ανάμειξης, που δεν θα αφορά μόνο στα οικονομικά κέρδη αλλά στη φροντίδα των ομάδων που είναι αδύναμες: των ασθενών, των ανάπηρων, των ηλικιωμένων. Να υπάρχει διάλογος σχετικά με τη γέννηση, το γάμο, τη μητρότητα, την ταυτότητα, το θάνατο. Εγκαταλείψαμε όλα αυτά τα εύθραυστα πεδία. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που πρέπει οι ακαδημαϊκοί και οι πολιτικοί να εργαστούν μαζί, ώστε να αναπτύξουν όχι μόνο ένα διάλογο αλλά… Η μητρότητα στις δυτικές κοινωνίες βρίσκεται σε κρίση όχι λόγω εκτρώσεων αλλά επειδή δεν ξέρουμε πώς να εκτιμήσουμε το ρόλο της μητέρας. Η μητέρα δεν είναι μόνο κάποια που ταΐζει ή φροντίζει ένα μωρό αλλά μεταδίδει αξίες. Κανείς δεν μιλά γι’ αυτό. Είναι ένα παράδειγμα του ότι πρέπει να αναπτύξουμε μια συζήτηση και να οικοδομήσουμε Ινστιτούτα που να ενδιαφέρονται για τους ανθρώπους. Η πολιτική που δεν είναι συνδεδεμένη με συστήματα μέριμνας είναι ολιγαρχική. Ο κόσμος όμως έχει την εντύπωση ότι η εκκλησία ενδιαφέρεται για την ψυχή τους. Ότι μιλά στα όνειρά τους περί γονιμότητας, περί των σχέσεων πατέρα και γιου… Στο δικό μου μυαλό, οι λύσεις που δίνει η εκκλησία δεν είναι καλές λύσεις αλλά κανένας άλλος δεν έχει όλες τις απαντήσεις για τέτοιου είδους ερωτήματα.

Όμως, η επιστροφή των θρησκειών κάνει τα πράγματα πολύ δύσκολα λόγω φανατισμού. Και μόνο στην ιδέα “υποκατάστατων της θρησκείας”, πολλοί είναι εκείνοι που θα αντιδράσουν.

Νομίζω πως θα κάνουν λάθος. Δεν μπορούμε να βάζουμε ατομικές βόμβες στους πιστούς, ούτε πάνω από το κεφάλι του Μπιν Λάντεν ή του Αχμαντινετζάντ. Αν γινόταν αυτό, θα σκοτώναμε το σύνολο των ανθρώπων, οπότε ο πόλεμος δεν είναι η λύση. Πρέπει να κάνουμε μια μακρά και υπομονετική δουλειά μέχρι να κατανοήσουμε και να αναλύσουμε τα θρησκευτικά αισθήματα.

Μια ιστορία επιρροής

 

Τελειώνοντας εκεί απ’ όπου ξεκίνησε η συζήτησή μας και διά του λόγου το αληθές, πρόσφατα, το βιβλίο της Κρίστεβα, “Ιστορίες Αγάπης” μεταφράστηκε στα εβραϊκά και είχε μεγάλη απήχηση. Σχολιάζοντας η ίδια είπε:

“Προφανώς είχε γίνει πολύ καλή μετάφραση και δεν θα κατάλαβαν πολλά πράγματα αλλά θα τους άρεσαν τα λόγια”…

Εντούτοις, επισκεπτόμενη την Ιερουσαλήμ, πρότεινε να υπάρξει μια συζήτηση για τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες: το χριστιανισμό, τον ισλαμισμό και τον ιουδαϊσμό, ώστε “να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε ποια είναι τα κύρια σημεία της κάθε θρησκείας: γιατί η φαντασία των πιστών ανταποκρίνεται σε αυτές και πώς μπορούμε να τις εξηγήσουμε και να βοηθήσουμε να τις ξεπεράσουν; Το εισηγήθηκα θεωρώντας ότι είναι δύσκολο να γίνει, εντούτοις στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ θα οργανώσουν αυτή τη συζήτηση το φθινόπωρο του 2008. Μετά μπορούμε να την επεκτείνουμε στον ινδουισμό και τις άλλες θρησκείες. Ίσως είναι μια σταγόνα στον ωκεανό αλλά είναι αρκετή, καθώς η συνάντηση και η συζήτηση τέτοιων θεμάτων είναι πολύ δύσκολη”.

Και νομίζετε πως δεν έχετε επιρροή…

 

Σας ευχαριστώ…

 

Βιογραφικό

Η ΤΖΟΥΛΙΑ ΚΡΙΣΤΕΒΑ γεννήθηκε στη Βουλγαρία το 1941. Σπούδασε γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας και πήρε το διδακτορικό της το 1973 από τη Σχολή Ανώτατης Εκπαίδευσης στις Κοινωνικές Επιστήμες στο Παρίσι. Υπήρξε βοηθός του μαρξιστή κριτικού Λουσιέν Γκολντμάν και μέλος της ομάδας των διανοουμένων που είχαν σχέση με την εφημερίδα “Tel Quel”, μεταξύ αυτών ο Ρολάν Μπαρτ, μέντοράς της και ο Μισέλ Φουκό. Η αναγνώρισή της ως μιας από τις πλέον σημαίνουσες μορφές της λογοτεχνικής ανάλυσης, της σημειωτικής και της φιλοσοφίας ήρθε το 1974, με τη δημοσίευση της διδακτορικής της διατριβής με τίτλο “Επανάσταση στην Ποιητική Γλώσσα”, η οποία της χάρισε και μια Έδρα Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Σήμερα, είναι καθηγήτρια και διευθύντρια σπουδών Γλωσσολογίας, Σημειολογίας και Σύγχρονης Λογοτεχνίας και Διευθύντρια του Ινστιτούτου για τη Μελέτη Κειμένων και Εγγράφων στο Πανεπιστήμιο Paris VII. Εργάζεται παράλληλα ως θεραπεύτρια/αναλύτρια. Έχει γράψει κείμενα, άρθρα και δοκίμια σχετικά με τη γλωσσολογία, την ψυχανάλυση, τη σημειολογία και το φεμινισμό. Είναι παντρεμένη με τον Γάλλο διανοούμενο Φιλίπ Σολέρ.

 

 

Φονικό στο Βυζάντιο

Την τελευταία δεκαετία, η Κρίστεβα ασχολείται με τη μυθοπλασία. Έχει ήδη δημοσιεύσει τρία μυθιστορήματα όπου συνδυάζει αυτοβιογραφικό υλικό, φιλοσοφικό και ψυχαναλυτικό στοχασμό, την ηθική ισχύ της αλληγορίας και τους στενούς δεσμούς του αστυνομικού μυθιστορήματος με τη διερεύνηση και την αλήθεια. Τελευταίο της βιβλίο, το “Φονικό στο Βυζάντιο” [2006], στο οποίο επιχειρεί ένα ταξίδι στην ορθόδοξη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και προσκαλεί τους αναγνώστες να κοιτάξουν ορισμένα από τα πιο πιεστικά διλήμματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα: την ευρωπαϊκή ενοποίηση, την αύξηση της βίας στην ιδιωτική και τη δημόσια σφαίρα, τον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας, τη μετανάστευση, την επιστροφή του λαϊκού και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού… “Δεν πιστεύω σε κάποια θρησκεία. Πιστεύω στις λέξεις. Το μυθιστόρημά μου είναι κατά κάποιο τρόπο “αντί-Κώδικας Ντα Βίντσι”, λέει για το βιβλίο της. Όσο για το αστυνομικό ύφος, “είναι αναγκαίο να επιστρέψουμε στο αρχικό σημείο των αστυνομικών ιστοριών. Ήταν μερικούς μήνες πριν την Πτώση του Τείχους, το 1989, όταν ο πατέρας μου δολοφονήθηκε σε ένα βουλγάρικο νοσοκομείο. Ήταν μια ιδιαίτερα άσχημη εμπειρία για μένα. Η οικογένεια δεν ήξερε το λόγο για τον οποίο τον σκότωσαν. Δεν μπορούσαμε να διεξάγουμε κάποια έρευνα για να βρεθεί ο δολοφόνος. Και έπειτα τον αποτέφρωσαν, χωρίς την έγκρισή μας, γεγονός που ήταν απόλυτα ενάντια στα θρησκευτικά του πιστεύω [σ.σ. ο πατέρας της ήταν πολύ πιστός Χριστιανός ορθόδοξος]. Ήταν πολύ δύσκολο για μένα να αντιμετωπίσω αυτή τη θλίψη – το πένθος. Μέσα απ’ αυτό, η αστυνομική ιστορία μού επιβλήθηκε, χωρίς να το θελήσω”.

 

 

 

 

  • Show Comments

You May Also Like

Κυπριακές ταινίες στην οθόνη

Γράφει η Μερόπη Μωυσέως  Ο πρόεδρος της Ένωσης Σκηνοθετών Κύπρου, Μιχάλης Γεωργιάδης, εξηγεί τι ...

Σπύρος Χαραλάμπους : “Το χρώμα είναι φλύαρο”

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Χρειάστηκε τρία χρόνια μέχρι να τελειώσει, και ολοκληρώθηκε τρεις μέρες ...

Άρης Μαραγκόπουλος: «Να επανεφεύρουμε την έννοια του ανθρωπισμού»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως, Φεβρουάριος 2013 Έχει χαρακτηριστεί ως το καλύτερο μυθιστόρημα του Άρη ...

AYDIN MEHMET ALI : Διέλευση σε «Απαγορευμένες Ζώνες»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Η συγγραφέας της συλλογής διηγημάτων Forbidden ...

Η ΚΥΠΡΟΣ ΣΤΗΝ 55η ΜΠΙΕΝΑΛΕ ΒΕΝΕΤΙΑΣ : Εκθεσιακές ασκήσεις

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Δύο βδομάδες πριν από τα εγκαίνια της 55ης Μπιενάλε Βενετίας, ...

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ #1: ΑΛΚΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ- ΑΘΗΝΑ ΚΑΣΙΟΥ / Όνειρο Καλοκαιρινής Νύκτας: “Μια επανάσταση έρωτα…”

Επιμέλεια:Χριστίνα Λάμπρου & Ελένη Παπαδοπούλου Στον ενδιάμεσο κόσμο ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα ...

X