Αλίκη Δανέζη-Knutsen

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως, 5.9.2010

Η Θέμις Μπαζάκα στο ρόλο της Κύπριας μάνας, ο Κούλλης Νικολάου [ο μόνος Κύπριος στο επιτελείο των ηθοποιών] στο ρόλο του θείου που πουλά προστασία στον υπόκοσμο της παραλιακής πόλης, ο διάσημος Richard Ng στο ρόλο του σοφού γέρου μάγειρα, ο οποίος την διδάσκει και την καθοδηγεί και που ήταν παρών στη γέννησή της, ο εξαίρετος Vladimir Subotic πίσω από τις κάμερες και μπροστά από την οθόνη ως διευθυντής φωτογραφίας. Το ανθρώπινο υλικό [που δεν εξαντλείται στους πιο πάνω] και ατέλειωτες ώρες γυρισμάτων μέχρι τα χαράματα, συναποτελούν τα συστατικά στοιχεία της νέας ταινίας της Αλίκης Δανέζη Κnutsen με τίτλο “Chinatown, τα τρία καταφύγια”. Σκηνές kung fu, εκρήξεις, αλλεπάλληλες συναντήσεις και μόλις δεκαπέντε -πολύτιμα- λεπτά διαθέσιμα, όσο ένα διάλειμμα, για μια σύντομη συζήτηση με την Αλίκη Δανέζη Κnutsen, για τη νέα της ταινία με τίτλο “Chinatown, τα τρία καταφύγια”. Όπου οι πολεμικές τέχνες και η εκδίκηση της -μισής Κύπριας και μισής Κινέζας- Κλειώς για τη δολοφονία του πατέρα της από την κινεζική μαφία στην Chinatown της Αθήνας, έχουν τον πρώτο λόγο [και τον πρωταγωνιστικό ρόλο επίσης].

 

“Περίεργο” σενάριο για μια κυπριακή ταινία την οποία, για την ακρίβεια, δεν ξέρω αν πρέπει να αποκαλούμε “κυπριακή” ή “διεθνούς παραγωγής”.

Είναι διεθνής η παραγωγή, αλλά πάρα πολλοί συντελεστές είναι Κύπριοι. Έτσι κι αλλιώς, η έννοια της κυπριακής ταινίας είναι κάτι πολύ σχετικό. Οι ευαισθησίες υπάρχουν, τα στοιχεία υπάρχουν, οι πιο πίσω αναφορές υπάρχουν. Απλώς είναι όλα κρυμμένα μέσα σε ένα παραμύθι.

 

Ποιες ήταν οι επιρροές σας για ένα τέτοιο σενάριο;

Ήθελα πάντα να κάνω μια ταινία περιπέτειας, μια ταινία δράσης, κάτι που θα ήταν εντελώς στο πλαίσιο ενός παραμυθιού. Μένω στην Αθήνα, σε μια περιοχή η οποία έχει εξελιχθεί σε Chinatown με πολύ γρήγορο ρυθμό. Ξεκίνησε σαν αστείο να λέω σε φίλους για μια κοπέλα μισή Κύπρια-μισή Κινέζα, η οποία πάει να πάρει εκδίκηση για το θάνατο του πατέρα της. Μια ταινία kung fu. Σιγά σιγά εξελίχθηκε σε ένα αρκετά πλούσιο σενάριο, με έντονες δράσεις και αναφορές και συνειδητοποίησα ότι είχα στα χέρια μου μια αρκετά δυνατή ιστορία, ένα action film, το οποίο, όμως ακριβώς επειδή γίνεται στον συγκεκριμένο χώρο και με συγκεκριμένους χαρακτήρες, σίγουρα είναι ένα μείγμα αναφορών. Υπάρχουν μέσα και οι ευρωπαϊκές επιρροές, και ο τρόπος που κάνουμε σινεμά σε αυτή την περιοχή του κόσμου, και ταυτόχρονα κάποια κλασικά στοιχεία του είδους των ταινιών kung fu και δράσης.

 

Είχατε κάποιες… φοβίες σχετικά με την ταινία; Ίσως ότι δεν θα μπορείτε να αντεπεξέλθετε, γιατί αυτή είναι μια ταινία δράσης και όχι κάτι “απλούστερο”;

Ανασφάλειες υπάρχουν πάρα πολλές, αλλά, όταν ξεκινώ να κάνω κάτι -και νομίζω πως πολύς κόσμος το κάνει αυτό- όταν πιστεύεις σε κάτι πάρα πολύ, όταν έχεις στο μυαλό σου μια λογική συνέπεια και ένα συναίσθημα το οποίο σε οδηγεί σε μια ιστορία, λες “θα βρω τον τρόπο να το κάνω”. Και παρ’ όλες τις αντιξοότητες, υπάρχει ένα φοβερό συνεργείο και άνθρωποι κατάλληλοι για να κάνουν αυτές τις σκηνές και πάμε πάρα πολύ καλά. Δεν είναι Χόλιγουντ η ταινία, ούτε Χονγκ Κονγκ. Αλλά νομίζω ότι στέκει. Στέκει σαν ένα παραμύθι περιπέτειας.

Πολλοί θεωρούν πολύ “κουλ” την ταινία, κάποιοι μάλιστα την έχουν χαρακτηρίσει… κυπριακό καράτε. Και είναι σημαντικό να γίνονται ταινίες στην Κύπρο που έχουν μια άλλη απήχηση. Που δεν έχουν να κάνουν -ακόμη και έμμεσα- με το κυπριακό πρόβλημα, όπως οι πρώτες κυπριακές ταινίες.

Πιστεύω πως είναι πολύ σημαντικό να προσπαθούμε να δοκιμαζόμαστε σε νέα πράγματα και σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη [genres]. Υπάρχει μια ιστορία κινηματογράφου/αφήγησης που αφορά διαφορετικά είδη, πάνω στα οποία κάθε άλλο παρά λάθος είναι να βασιζόμαστε. Ξεκινάς να γράψεις μια αστυνομική περιπέτεια, μια πολεμική ταινία. Νομίζω πως είναι πολύ σημαντικό να μπορούμε να κερδίζουμε από τις αναφορές που υπάρχουν και, απ’ εκεί και πέρα, να υπάρχει σίγουρα κάτι που είναι διαφορετικό. Είναι αυτό που είπα πριν. Ότι κάνουμε κάτι στο συγκεκριμένο χώρο με τις δικές μας συγκεκριμένες ευαισθησίες. Οπότε, ναι, είναι πάρα πολύ σημαντικό για μένα το ότι κάνουμε αυτή την ταινία, είμαι εξαιρετικά ενθουσιασμένη. Και για το ότι μας δίνεται η δυνατότητα από τη Συμβουλευτική Επιτροπή Κινηματογράφου [ΣΕΚιν] να κάνουμε αυτή την ταινία. Και όλοι οι άνθρωποι που ήρθαν και πίστεψαν σε αυτό το πρότζεκτ που είναι λίγο υπερβολικό, με μια έννοια. Και θα αποδείξουμε στο τέλος ότι είναι εφικτό να γίνονται τέτοια πρότζεκτ. Αρκεί να είσαι συνέχεια έτοιμος να προσαρμόζεσαι στις συνθήκες που έχεις μπροστά σου.

Τι σημασία αποδίδετε στην παραγωγή ταινιών όπως αυτή; Είπατε ότι μπορεί να είναι “υπερβολική”, κάποιοι μπορεί να πουν “Τι είναι αυτό; Ποιος ο λόγος να γίνει;”…

Η αφήγηση είναι αφήγηση, η ιστορία είναι ιστορία. Ο κόσμος θέλει να βλέπει ιστορίες, θέλει να μπορεί να νιώθει πράγματα, να μπορεί να ταυτίζεται με χαρακτήρες. Και πάντα υπάρχουν αναφορές από πίσω. Κάποιος μπορεί να κάνει τις συνδέσεις που θέλει να κάνει σε οποιοδήποτε κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Το θέμα είναι ότι είναι πολύ σημαντικό να μπορούμε να βλέπουμε καθαρά μια αφήγηση, τι χρειάζεται για να πούμε μια ιστορία, ένα παραμύθι. Να έχει αυτό το παραμύθι τα πράγματα που του χρειάζονται και θα προσπαθήσω να είμαι όσο γίνεται πιο καθαρή -εγώ- απέναντι στο ότι υπηρετώ και λέω μια ιστορία. Και όχι το πώς θα συνδέσω τα πολιτικοκοινωνικά στοιχεία αναγκαστικά μέσα σε αυτή την ιστορία. Και νομίζω ότι αυτό που συζητιέται στην Κύπρο εδώ και πολλά χρόνια είναι το να μπορέσουμε να απελευθερωθούμε με κάποιο τρόπο από αυτό το πράγμα. Γιατί; Το ότι θα είναι μια κυπριακή ταινία με τον τρόπο που ρώτησες πριν, θα είναι. Γιατί είμαστε Κύπριοι, οι συντελεστές σε ένα βαθμό είναι Κύπριοι. Αλλά, κάνουμε σινεμά. Λέμε μια ιστορία. Ας προσπαθήσουμε να πούμε μια ιστορία “καθαρή” και ας είμαστε κι εμείς καθαροί απέναντι σ’ αυτό το πράγμα. Χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να γράψω το σενάριο της ταινίας, ακριβώς για αυτούς τους λόγους. Γιατί είναι πάρα πολύ δύσκολο – και ελπίζω να τα κατάφερα να απελευθερωθώ από τις ενοχές και τις προσδοκίες που μπορεί να έχει ο κόσμος για το ότι πρέπει να κάνουμε κυπριακές ιστορίες. Κυπριακή ιστορία μπορεί να είναι οτιδήποτε, αρκεί να έχει τις ευαισθησίες μας.

Πόσο μελετήσατε για τη συγγραφή του σεναρίου;

Είδα πάρα πολλές ταινίες, διάβασα πάρα πολλά βιβλία, παραμύθια παλιά κινέζικα, στοιχεία επίσης για την Κύπρο και τις βεντέτες, γιατί υπάρχει μια αντιστοιχία. Υπήρχε έντονη η έννοια της βεντέτας στον 20ο αιώνα, ιδιαίτερα στις περιοχές της Λόφου, του Ύψωνα, στο Κολόσσι…

Και στην ταινία η Κλειώ μεγαλώνει σε μια από αυτές, στη Λόφου.

Το στοιχείο τού χιούμορ πολλές φορές είναι και το ευφυές μιας ταινίας. Τι συμβαίνει, εν προκειμένω;

Υπάρχουν στοιχεία κωμικά και πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό μια ταινία -όσο δραματική κι αν είναι ή περιπέτειας- να έχει και κωμικά στοιχεία. Ο Θείος Τάκης [σ.σ. Κούλλης Θεοδώρου] είναι ένα στοιχείο παράταιρο μέσα σε αυτή την ταινία αλλά και ένα πρόσωπο πολύ σημαντικό γιατί εκφράζει όλη την κουλτούρα και την ταυτότητα της ηρωίδας, η οποία είναι μισή-μισή και κάθε φορά που εμφανίζεται, ακριβώς επειδή είναι ένα περίεργο μείγμα, δημιουργείται μια κάπως χιουμοριστική κατάσταση, που κάνει τα πράγματα λίγο πιο light. Αλλά, όταν γελάς, την επόμενη στιγμή αντιλαμβάνεσαι πιο έντονα τη σοβαρότητα μιας κατάστασης. Άρα, όσο πιο δραματική είναι μια ιστορία, τόσο πιο αναγκαίες είναι αυτές οι στιγμές, οι κάπως πιο ανάλαφρες, κατά τη γνώμη μου.

Φαντάζεστε τον εαυτό σας να ασχολείται με κάτι άλλο πέρα από τη σκηνοθεσία κινηματογράφου ή θεάτρου;

Πια δεν ξέρω. Ποτέ μην λες ποτέ, αλλά πιστεύω ότι θα μπορούσα να κάνω πολλά διαφορετικά πράγματα. Μπαίνω σε μια κατάσταση και δένομαι πάρα πολύ, αλλά είναι πολύ δύσκολο για μένα να σκεφτώ ότι θα άφηνα αυτό το κομμάτι για να κάνω κάτι διαφορετικό.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

 

Γεννήθηκε στη Λιόν της Γαλλίας το 1973 και μεγάλωσε στη Λευκωσία. Σπούδασε κινηματογράφο στις ΗΠΑ, αρχικά στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (NYU), Tisch School of the Arts, όπου αποφοίτησε με Honors BFA. στο τμήμα Κινηματογράφου. Δούλεψε στο πειραματικό θέατρο La Mamma ETC. Στη συνέχεια, επέστρεψε στην Κύπρο και γύρισε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, Δρόμοι και πορτοκάλια (1996), που τιμήθηκε με βραβεία και διακρίσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Σκηνοθέτησε στο Μαρόκο το μουσικό ντοκιμαντέρ Kαραβανσαράι (1998), μια διεθνή συμπαραγωγή του Center for World Dialogue.

Το 2001 σκηνοθέτησε τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της με τίτλο Bar στην Κύπρο και την Ουρουγουάη, με διεθνές cast και συνεργείο. Η ταινία τιμήθηκε με επίσημες συμμετοχές σε διάφορα φεστιβάλ όπως Ρώμης, Μοντεβιδέο, και Θεσσαλονίκης.

Από το 2000 έως το 2002 έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Φιλοσοφίας στο New School University της Νέας Υόρκης, υπότροφη του Ιδρύματος Fulbright. Σκηνοθέτησε τη θεατρική παράσταση Closer του Πάτρικ Μάρμπερ (Νέα Υόρκη, 2001).

Τα τελευταία χρόνια ζει στην Αθήνα. Διδάσκει σκηνοθεσία κινηματογράφου και υποκριτική. Τον προηγούμενο Μάρτιο διετέλεσε μέλος της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Κύπρου. Είναι στο στάδιο της ολοκλήρωσης της τρίτης μεγάλου μήκους ταινίας της με τίτλο Chinatown, τα τρία καταφύγια. Θα επανέλθει στην Κύπρο σύντομα, για να σκηνοθετήσει την τρίτη παραγωγή της Κεντρικής Σκηνής του ΘΟΚ για τη νέα θεατρική περίοδο, με το έργο Αμαντέους.

 

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

1991 Mια φωτογραφία με τους πιγκουίνους (μικρού μήκους)

1992 Mάρθα (μικρού μήκους)

1994 Πέτρινα παράθυρα (μικρού μήκους)

1995 Δρόμοι και πορτοκάλια (μεγάλου μήκους)

1999 Karavansarai / Kαραβανσαράι (ντοκιμαντέρ)

2001 Bar

 

ΤΙ ΘΑ ΔΟΥΜΕ

Η Ελληνίδα ηθοποιός Κατερίνα Μισιχρόνη υποδύεται την Κλειώ, η οποία γεννήθηκε στην Αθήνα από μητέρα Κύπρια και πατέρα Κινέζο. Η Κλειώ γεννιέται σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία, οπότε γεννιούνται παιδιά χαρισματικά αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνα. Οι γονείς της φεύγουν άρον άρον από την Αθήνα και φτάνουν στην Κύπρο επειδή η κινέζικη μαφία θέλει να την πάρει, ακριβώς γιατί γεννήθηκε μια τέτοια μέρα. Η Κλειώ μεγαλώνει στη Λόφου με τη μητέρα της και τον θείο Τάκη, ο οποίος πουλά προστασία στα νυχτερινά κέντρα της Λεμεσού. Όταν κλείνει τα 18 της χρόνια, η Κλειώ μαθαίνει πως ο πατέρας της δολοφονήθηκε και πάει στην Αθήνα για να πάρει εκδίκηση για το θάνατό του. Ένας σοφός γέρος μάγειρας τη διδάσκει και την καθοδηγεί στον κόσμο της κινεζικής μαφίας. Μια 80χρονη εκτελέστρια, η Τσάκι Τσαν, είναι μέλος της μαφίας και διατηρεί ένα undercover κατάστημα πλαστικών λουλουδιών. Ένας νεαρός Κινέζος, τον οποίο υποδύεται ο Κρίστοφερ Λι, ερωτεύεται την Κλειώ. Στην ταινία ένα ρόλο κρατά και ο Έλληνας ηθοποιός Γιάννης Στάνκογλου, ο οποίος υποδύεται ένα μέλος της κινεζικής μαφίας.

Τα γυρίσματα της ταινίας “Chinatown, τα τρία καταφύγια” θα ολοκληρωθούν στην Αθήνα στο τέλος Σεπτεμβρίου. Ακολουθεί ένας μακρύς δρόμος για μοντάρισμα, post production, ήχους, ειδικά εφέ.

 

You May Also Like

Αλίκη Δανέζη Κνούτσεν: Η αρρώστια της νιότης

Στην τρίτη της συνεργασία με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου ως σκηνοθέτιδα [Γεθσημανή 2013, Hurlyburly ...

Βαρνάβας Κυριαζής: «Η ιστορία της Άννα Φρανκ ταρακουνά τον θεατή»

Μία από τις πιο πολυδιαβασμένες ιστορίες ανά το παγκόσμιο, «Το ημερολόγιο της Άννα Φρανκ» ...

Στέργιος Δελιαλής: «Είμαστε όλοι εν δυνάμει συλλέκτες»

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πολίτης στις 15 Ιουνίου 2008.  Ο Στέργιος Δελιαλής μετρά ...

Στέφανος Καράμπαμπας: “Αυτοκίνητα-Σύμβολα”

Γράφει η Χριστίνα Λάμπρου Στιγμές, επεισόδια και σκέψεις από την προετοιμασία της έκθεσης “Αυτοκίνητα-Σύμβολα” ...

Μαρία Ιόλη Καρολίδου: «Η Λέιλα είναι μία ισχυρή γυναίκα»

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μιχάηλου Ιστορίες που δεν ξεστόμισε ποτέ επιθυμεί να αφηγηθεί στο πλαίσιο ...

Ξυλουργείο Τμήματος Αρχαιοτήτων: Οι μάστερ του ξύλου

Σε ένα τοπίο περικυκλωμένο από άγρια -πια- βλάστηση, με ψηλά δέντρα στον περίγυρό του ...

X