Παύλος Παυλίδης

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου | 8.5.2011

Ο Παύλος Παυλίδης μιλά στο “Π” για τις μετακινήσεις της ζωής του – «βρίσκομαι σε περιοδεία από πέντε ετών»- για το μικρό χάος που επικρατεί στο μυαλό του και για το χειροκρότημα στο Εναλλάξ, που ήταν το εντονότερο των τελευταίων χρόνων.

Τέσσερις μήνες μετά τις συναυλίες τού χειμώνα στη μουσική σκηνή Εναλλάξ, ο Παύλος Παυλίδης και οι B-Movies επανήλθαν τον Απρίλιο.

«Ήταν λογικό να έρθουμε ξανά. Ήταν πολύ φιλόξενος ο κόσμος», εξηγεί ο δημιουργός τραγουδιών που εκατοντάδες έχουν σφραγίσει ως αγαπημένα.

Νιώθω ότι ήδη είναι πολύ κουραστική για σας αυτή η συνέντευξη. Αμέσως πριν έρθω εδώ, διάβασα ότι δεν θέλετε να λέτε πολλά πράγματα γιατί μιλάτε μέσα από τη μουσική σας. Και σκέφτηκα μήπως δεν έπρεπε να γίνει αυτή η συνέντευξη.

Οι συνεντεύξεις συμβαίνουν κάθε τόσο. Απλά δεν είναι το πιο αγαπημένο μου πράγμα. Προτιμώ να γράφω τραγουδάκια.

Και το κοινό αυτό θα προτιμά. Ερχόμενη εδώ, είχα δύο ερωτήσεις από συναδέλφους: πώς γράψατε το «Αερικό» και τη «Λευκή Καταιγίδα», που χαρακτήρισαν ως τα αγαπημένα τους.

Δεν υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία για να γράψεις ένα τραγούδι. Περισσότερο είναι σαν να υπάρχει ένα μικρό χάος στο κεφάλι σου και μεσολαβείς για να βγει απ’ αυτό το χάος ένα τραγουδάκι. Δεν κάθομαι και σκέφτομαι πως θα γράψω ένα τραγούδι που να λέει αυτά ή εκείνα τα πράγματα.

Είναι σαν παιχνίδι και λιγότερο λογική διαδικασία στην αρχή. Αφού εμφανιστούν οι στίχοι, τους δουλεύεις και τους δίνεις μια τελική μορφή αλλά δεν κάθομαι να γράψω το «Αερικό» ή τη «Λευκή Καταιγίδα». Συνήθως όταν συμβαίνει, δεν ξέρεις καν πώς λέγεται.

Όταν λέτε χάος;

Είναι πολλές φορές που υπάρχει μια φράση που δεν ξέρεις ακριβώς τι σημαίνει. Και καμιά φορά ακολουθείς ένα ρυθμό που δεν ξέρεις πού σε οδηγεί. Και σιγά σιγά αποκτάει μορφή. Πολλές φορές χωρίς να μπορείς να αναπλάσεις τη διαδρομή που ακολούθησες. Στη δική μου περίπτωση τουλάχιστον. Κάπως έτσι δουλεύω.

Βγαίνουν τραγούδια μέσα από τα οποία θέλετε να πείτε πράγματα; Που σας προβληματίζουν, που σας απασχολούν; Ο τελευταίος δίσκος, για παράδειγμα, ήταν πιο «χαλαρός».

Δίνω μια κατεύθυνση κάθε φορά στους δίσκους, σε σχέση με το τι μου λείπει εμένα εκείνη την περίοδο σαν ακροατής. Καμιά φορά μπορεί να κάνω ένα δίσκο ήσυχο, ακριβώς επειδή το προηγούμενο διάστημα άκουσα πάρα πολύ θόρυβο.

Ή όταν το κάνω αυτό να νοσταλγώ και πάλι κάτι πιο έντονο. Δεν ακολουθώ ποτέ μια λογική διαδικασία, δεν σχεδιάζω το περιεχόμενο των δίσκων, αλλά δίνω μια κατεύθυνση.

Ακόμη και αυτός ο δίσκος θα μπορούσε να έχει μια τελείως διαφορετική μορφή ηχητικά και ενορχηστρωτικά, κάτι που διαπιστώνει κανείς στις συναυλίες, όπου τα περισσότερο «ήσυχα» τραγούδια, τα καινούργια, εντάσσονται σε ένα πρόγραμμα όπου περιλαμβάνονται απ’ τα «Σπαθιά» ακόμη τραγούδια που έχω γράψει. Εκεί πέρα είναι ένα άλλο κόνσεπτ. Εκεί πέρα τα τραγούδια αποκτούν περισσότερη ένταση ακριβώς επειδή πρέπει να ενταχθούν σε ένα πιο έντονο σύνολο.

Γενικά στη ζωή σας αντικατοπτρίζονται με κάποιο τρόπο κάποια κομμάτια σας;

Έτσι όπως έχω διαλέξει να ζήσω τα τελευταία τριάντα χρόνια, θέλοντας και μη συμβαίνει αυτό το πράγμα. Χωρίς να πιστεύω ότι ένας άνθρωπος πρέπει να ζει έντονα και να μετακινείται διαρκώς για να έχει νόημα η ζωή του. Εμένα και από την παιδική μου ηλικία, η μετακίνηση ήταν σχεδόν μόνιμη για πρακτικούς λόγους. Ήταν οι γονείς μου μετανάστες στη Γερμανία και έπρεπε να πηγαίνω σε διάφορους συγγενείς για αρκετά χρόνια στο δημοτικό ώστε να μπορώ να ζω.

Και μετακινείστε ακόμα.

Ναι. Αυτό που έλεγα στα παιδιά [σ.σ. στα μέλη του συγκροτήματος B-movies] προχθές στο αεροδρόμιο είναι ότι είμαι σε περιοδεία από τα πέντε μου. Απλώς τα τελευταία χρόνια έχω αρχίσει και ζω απ’ αυτό. Έχω ζήσει σε πολλές πόλεις της Ελλάδας…

Πού ζήσατε;

Από την Αθήνα έως σε πολύ μικρά χωριά της Καβάλας με 100 κατοίκους.

Αλλά σκέψου, ακόμη και την περίοδο της δικτατορίας -είμαι σε αρκετά μεγάλη ηλικία- ας πούμε στην Αθήνα, θυμάμαι πολύ καλά την ημέρα που έπεσε η χούντα.

Ήμουνα δέκα χρονών αλλά θυμάμαι πολύ καθαρά τις φωνές των ανθρώπων. Σε μισό χρόνο απ’ εκεί, βρέθηκα σε ένα από τα πιο ήσυχα χωριά της ορεινής Καβάλας, όπου υπήρχε μόνο ένα αυτοκίνητο. Καταλαβαίνεις ότι είναι πολύ έντονες οι αντιφάσεις.

Μετά βρέθηκα στη Γερμανία σε μια χώρα όπου δεν ήξερα να μιλάω τη γλώσσα. Είχα συνηθίσει από πολύ μικρός αυτή την ιδέα της μετακίνησης, η οποία θέλοντας και μη, κατά κάποιο τρόπο καλώς ή κακώς, σε σκληραγωγεί. Σε κάνει ανθεκτικό στην ιδέα της συνεχούς αλλαγής. Οπότε το να πηγαίνω διαρκώς από πόλη σε πόλη… Νά, τώρα, συναντιόμαστε στη Λευκωσία. Δεν είμαι από τη Λευκωσία. Τέλος πάντων, όταν έγραψα το «Δεν είμαι από ‘δω», μου φαινόταν το πιο φυσιολογικό πράγμα. Να λέω ότι δεν είμαι από ‘δω. Γιατί μεγάλωσα έτσι.

Πού γεννηθήκατε όμως;

Στη Βρέμη της Δυτικής Γερμανίας. Απ’ όπου έφυγα όταν ήμουν ενός έτους και δεν έχω ξαναπάει ποτέ από τότε. Είμαι 47 ετών και δεν έχω καμιά εικόνα από τον τόπο όπου γεννήθηκα. Το αναβάλλω διαρκώς -δεν το έχω πει ποτέ αυτό- επειδή θέλω να κρατάω μια δικιά μου εικόνα της φαντασίας μου για τον τόπο που γεννήθηκα.

Είναι καλή εικόνα;

Ούτε καλή ούτε κακή.

Είναι περίεργο γιατί ακόμη συμβαίνουν αυτές οι μετακινήσεις. Σε ανθρώπους που είχαν κάποια έντονη εμπειρία -ή εμπειρίες εν προκειμένω- στην παιδική τους ηλικία, θέλουν να σταματήσουν. Ή το αντίθετο, ενώ ήταν για πολλά χρόνια στην παιδική τους ηλικία σε ένα μέρος, θέλουν να πάνε παντού. Εσείς συνεχίζετε τη μετακίνηση.

Εξ επαγγέλματος, αλλά με τα χρόνια συνειδητοποίησα ότι υπάρχει μια μοναδικότητα σε αυτό τον τρόπο ζωής, και αυτό είναι η έκπληξη.

Ακόμη και να πας να παίξεις σε ένα μαγαζί, όπως το Εναλλάξ, όπου είχαμε παίξει πριν τρεις μήνες ή τέσσερις. Ήταν το πιο έντονο χειροκρότημα που είχα ακούσει τα τελευταία χρόνια. Ήταν σχεδόν κωμικό το πόσο επέμενε ο κόσμος να παίξουμε κι άλλο. Και χθες η εικόνα απ’ το ίδιο πάλκο, απ’ την ίδια θέση, απ’ το ίδιο μικρόφωνο, επειδή αλλάζουν οι προσκεκλημένοι των πρώτων τραπεζιών, είναι σαν να ‘σαι σε τελείως διαφορετικό μέρος. Κι όχι απαραίτητα το ίδιο εύκολο. Ένα βλέμμα να αλλάξει, αλλάζουν όλα. Κι αυτό από μόνο του είναι μια συνεχής πρόκληση. Σαν ένα στοίχημα που πρέπει να κερδίζεις συνέχεια.

Υπάρχει για σας ο ιδανικός τόπος;

Το επόμενο λιμάνι.

Στην Κύπρο επιστρέφετε επειδή είχατε εκείνο το συναίσθημα πριν τρεις μήνες;

Ήταν λογικό να έρθουμε ξανά. Ήταν πολύ φιλόξενος ο κόσμος. Έτσι κι αλλιώς το να είσαι στην Κύπρο για μας πάντα έχει κάτι μαγικό. Είναι ένα εξωτικό ταξίδι για μας. Στο κεφάλι το δικό μου είναι η Μέση Ανατολή. Δεν θα είχα άλλο λόγο να πάω τόσο κοντά, ας πούμε στη Συρία. Και μάλιστα έχουμε την τύχη αυτή, ότι μας περιμένει ο κόσμος που έρχεται στις συναυλίες. Υπάρχει αγάπη. Πας σε έναν ξένο τόπο και είναι σαν να σε περιμένουνε δικοί σου άνθρωποι. Αυτό είναι μοναδικό στη δουλειά μας.

Τι νομίζετε ότι σας δένει με το κοινό της Κύπρου;

Είναι σαφές πως είναι τα τραγούδια. Τι άλλο;

Που γίνονται κατανοητά λόγω της κοινής γλώσσας;

Εννοείται. Η γλώσσα είναι σίγουρα που το κάνει πιο εύκολο. Αν ερχόταν ένα πολύ γνωστό αγγλόφωνο συγκρότημα στην Κύπρο, θα είχε την ανταπόκριση που θα του άξιζε. Αλλά σίγουρα τα ελληνικά το κάνουν πιο εύκολο, ιδιαίτερα στην περίπτωση τη δικιά μου που είναι και ο βασικός λόγος που έχουμε αυτή τη σχέση με τον κόσμο. Είναι μάλλον καθοριστικοί οι στίχοι στα τραγούδια.

Και χαίρομαι ότι δεν ερχόμαστε ως εισαγόμενοι ποπ σταρ αλλά ως κάποιοι άνθρωποι που γράφουν κάποια τραγούδια που υποτίθεται ότι έχουν κάποιο νόημα.

Στην Αθήνα πώς είναι τα πράγματα στον μουσικό χώρο;

Η Αθήνα είναι έτσι κι αλλιώς μια μητρόπολη. Ξέρει να υποδέχεται μουσικές απ’ όλο τον κόσμο. Τώρα η εντόπια παραγωγή, υπάρχουν συνέχεια άνθρωποι που ασχολούνται με τη μουσική, πολλά ενδιαφέροντα πειραματικά πράγματα, η ποπ καταρρέει ακριβώς επειδή δεν εξυπηρετεί και τίποτα ουσιώδες.

Τέλος πάντων τα σαχλοτράγουδα, δεν μπορούν να υποστηρίξουν τις πίστες των επιτυχημένων σούπερ σταρ. Δεν μπορώ να πω ότι λυπάμαι για αυτό.

Θα μπορούσατε κι εσείς να είστε ένας σούπερ σταρ πάντως, εκτός αν σας ξενίζει ο όρος. Νομίζω ότι από πολλούς θεωρείστε σούπερ σταρ.

Χαίρομαι που επικοινωνώ με τους ανθρώπους, ίσως με κάποια στήριξη ή κάποια βοήθεια μέσα απ’ τα τραγούδια. Αυτό είναι το πιο σημαντικό όλα αυτά τα χρόνια για μένα.

Συνήθως συναντώ ανθρώπους που μου λένε «σ’ ευχαριστώ για εκείνο το στιχάκι γιατί με βοήθησε να σταθώ στα πόδια μου σε μια δύσκολη περίπτωση». Ή, το πιο ωραίο πράγμα που μου έχουν γράψει σε μια αφιέρωση που μου ‘καναν δώρο ένα βιβλίο στη Ρόδο -για τους Σφουγγαράδες- είχε μια αφιέρωση που έλεγε «Σ’ ευχαριστώ που μου άλλαξες τον τρόπο που σκέφτομαι». Μου φάνηκε πολύ έντονο να σ’ το πει κάποιος, αλλά φαντάζομαι ότι εννοούσε κάτι καλό.

Εσάς ποιοι άνθρωποι σας επηρέασαν; Ή ποιες στιγμές;

Οι άνθρωποι μας επηρεάζουν περισσότερο. Γιατί μπορεί να συναντήσεις έναν άνθρωπο οπουδήποτε και ακριβώς επειδή είναι ο εσωτερικός του τόπος τόσο σπουδαίος, να σε επηρεάζει. Τα έργα των ανθρώπων περισσότερο. Τα τραγούδια τους, τα βιβλία τους, ο τρόπος τους, η συμπεριφορά τους. Υπάρχουν πολύ σπουδαίοι καλλιτέχνες που δεν έχουν γράψει απολύτως τίποτα. Είναι πολύ σπουδαίος ο τρόπος που υπάρχουν, που φέρονται στους ανθρώπους. Η αύρα τους. Είναι έργα τέχνης οι ίδιοι και η ζωή τους.

Το περιμένατε όλο αυτό στη ζωή σας; Να είστε κάποιος, να σας ευχαριστούν.

Ναι, το περίμενα. Δεν μου φαίνεται παράλογο. Με την έννοια ότι ξέρεις όταν γράφεις ένα τραγούδι αν είναι καλό ή όχι και ξέρεις τι συμβαίνει όταν κάποιος κάνει έστω ένα καλό τραγούδι.

Μιλάτε γερμανικά;

Όχι. Τα απέβαλα, σχεδόν σαν κάποιο πρόβλημα, από το κεφάλι μου.

Ούτε και θέλησα ποτέ. Ενώ έχω πάει σε γερμανικό σχολείο, ποτέ δεν ήταν μια γλώσσα που την ευχαριστήθηκα γιατί, παρόλο που έχω αναμνήσεις πανέμορφες ως παιδί, γιατί το παιδί καταφέρνει και προστατεύει αρκετά πράγματα με μεγαλύτερη ευκολία από τους πιο μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους, η γλώσσα δεν μου έμεινε.

Παρ’ όλα αυτά, μου φάνηκε τόσο όμορφη γλώσσα όταν είδα τα «Φτερά του Έρωτα», του Βέντερς. Ήταν ένα ποίημα που απάγγελλε ένας από τους αγγέλους του Βέντερς. Μου φάνηκε ότι είχε φοβερή μουσική αυτή η γλώσσα, που εγώ πρώτη φορά την άκουγα.

Όπως έχω αγαπήσει τα σουηδικά από τις ταινίες του Μπέργκμαν. Μια γλώσσα που δεν μου έρχεται να τη μάθω, αλλά πάντα όταν βλέπω εκείνον τον Γιόχανσον να μιλά στις ταινίες του Μπέργκμαν τόσο όμορφα και ήρεμα, μου φαίνεται ότι είναι η πιο ωραία γλώσσα του κόσμου.

Όπως αγάπησα τα ρώσικα από τις ταινίες του Ταρκόφσκι. Οι σκηνοθέτες είναι που βάζουν τους ηθοποιούς τους να μιλάνε με τόση μουσικότητα και να αναδεικνύονται οι γλώσσες.

Υπάρχει ο αντίστοιχος Έλληνας σκηνοθέτης που για σας αναδεικνύει την ομορφιά της ελληνικής γλώσσας;

Ο αγαπημένος μου, χωρίς να είμαι φανατικός των ταινιών του, ήταν ο Αλέξης Δαμιανός [σ.σ. σκηνοθέτης της ταινίας «Ευδοκία»] που τον γνώρισα περισσότερο από ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ, δεν θυμάμαι ποιος άνθρωπος κατάφερε και έκανε τα τελευταία χρόνια της ζωής του με τις συνεντεύξεις του. Αυτός ο άνθρωπος μου φαίνεται ότι μιλάει τόσο ωραία, ο ίδιος, όντας και σπουδαίος ηθοποιός, τα ελληνικά. Θα μου έφτανε αυτός.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

  • Show Comments

You May Also Like

Ο καθηγητής Χάινζ Ρίχτερ μιλά στο «Π»: Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Κύπρος

Γράφει η Μερόπη Μωυσέως, Πτυχές της ιστορίας μας φωτίζει το διεθνές συνέδριο «Ο Α’ ...

Έυη Δημητρίου/Το κουτί μιας δεύτερης ζωής

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως, 22.5.2011 Η Εύη Δημητρίου παρουσιάζει τη νέα της χορογραφική δουλειά ...

Bill Ayers

16.10.2011 Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Το 2003, ανάμεσα στα υποψήφια ντοκιμαντέρ για το βραβείο ...

ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΟΥΛΟΓΛΟΥ : Η “Νονά” Μέρκελ

Συνέντευξη στη Βαρβάρα Χριστοφόρου Ο γνωστός δημοσιογράφος και ντοκιμαντερίστας Στέλιος Κούλογλου βρέθηκε στην Κύπρο ...

Tales of Cyprus: αφηγήσεις για ένα νησί

«Με λένε Κωνσταντίνο Εμμανουήλ, οι περισσότεροι με φωνάζουν Κώστα. Είμαι γραφίστας και διδάσκω στο ...

Σοφία Παπάζογλου: Μας πήρε και μας σήκωσε η ποπ

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Οι μουσικές συγγένειες της Σοφίας Παπάζογλου με τους εγχώριους “Μακάμ” ...

X