Φώτης Σιώτας: ετερόφωτος

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου, 10.7.2011

Κινούμενος ανάμεσα σε διάφορες μουσικές περιοχές και ρόλους, ο Φώτης Σιώτας είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες “ημι-επώνυμους, ετερόφωτους”, κατά τα δικά του λόγια, μουσικούς στον ελληνικό χώρο.

Συνεργάτης του Σωκράτη Μάλαμα, του Μπάμπη Παπαδόπουλου, του Θανάση Παπακωνσταντίνου και μέλος των Λαΐκεδέλικα όπως και των Επισκεπτών του Αγγελάκα, ο Σιώτας διατηρεί -μαζί με τον Κώστα Παντελή- τους πιο πειραματικούς Sancho 003. Λίγο πριν κατέβει στην Κύπρο για να ανεβεί στη σκηνή του μουσικού Φεστιβάλ Φέγγαρος, ο βιρτουόζος βιολιστής, ερμηνευτής και συνθέτης μιλά για τη μία υπόσταση και τις πολλές εκπορεύσεις της μουσικής, αλλά και τη βασική σημασία της συνεργασίας στο να απογειώσει το αποτέλεσμα.

Δεξιοτέχνης, μουσικός, συνθέτης, ερμηνευτής. Σε ποιο ρόλο νιώθεις πιο άνετα;

Δεν το βλέπω ακριβώς έτσι, ότι κάνω πολλά πράγματα. Θεωρώ ότι εκφράζομαι με τη μουσική μέσα από διάφορες πλευρές, το βλέπω σαν ένα πράγμα αυτό που κάνω. Δεν είμαι ούτε σολίστας βιολιστής, ούτε τραγουδιστής που τραγουδάει μόνο. Η δικιά μου η προσωπικότητα μέσα στη μουσική έχει αυτό το χαρακτηριστικό: από μικρός σ’ όλες τις μπάντες και τα σχήματα που συμμετείχα και λίγο τραγουδούσα και λίγο έπαιζα βιολί… Δεν το βλέπω τόσο συγκεκριμένα. Πιο πολύ με βλέπω ως μουσικό χωρίς να βάζω περιορισμούς στον εαυτό μου.

Δουλεύεις πολύ με συνεργασίες.

Αυτό μ’ αρέσει πάρα πολύ. Οι παρέες μού αρέσουν πάρα πολύ. Μου αρέσει να υπάρχει συντροφικότητα μέσα στη μουσική, να μοιράζομαι πράγματα με ανθρώπους. Λειτουργώ καλύτερα έτσι, μπορώ να ανοίξω κι εγώ πιο πολύ και να βγάλω ίσως πράγματα πιο εύκολα.

Έχεις επίσης κάνει την ενορχήστρωση στον τελευταίο δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Είχες ξανακάνει κάτι ανάλογο;

Δεν είχα κάνει κάτι ανάλογο πριν αναλάβω κάτι τόσο συγκεκριμένο. Αλλά χρόνια σε μπάντες -αλλά και με τον Θανάση από το ’94- πάντα συμμετείχα στα παιξίματα και είχα κάποιες ιδέες, όχι βέβαια σε σχέση με το να αναλάβω κάτι μόνος μου. Αλλά τώρα ωρίμασε αυτό το πράγμα, κάναμε δύο δίσκους που τους κάναμε πολύ ομαδικά, όλοι μαζί τότε η μπάντα του Θανάση, οπότε ήταν μια εμπειρία, ένα τεστ για μένα αυτό. Και τώρα, αυτό [σ.σ. η ενορχήστρωση του τελευταίου δίσκου του Θ. Παπακωνσταντίνου, “Ο ελάχιστος εαυτός”] δεν ήταν μια ατομική εργασία εντελώς δικιά μου, ήταν ένα παιχνίδι ουσιαστικά που έγινε με μένα και με τον Θανάση και προέκυψε αυτό το αποτέλεσμα.

Δουλεύοντας κατεξοχήν με συνεργασίες, προκύπτει ποτέ θέμα σε σχέση με το σε ποιον ανήκει τι, δηλαδή ποιος υπογράφει κάτι;

Νομίζω ότι μαγαρίζεται το αποτέλεσμα αν σκέφτεται κανείς με αυτό τον τρόπο. Δηλαδή, αν αρχίσω να σκέφτομαι ότι η τρίτη νότα είναι δικιά μου ή ήτανε δικιά μου ιδέα αυτό να μπει εκεί, τότε κατευθείαν το αποτέλεσμα που προκύπτει από μια συνεργασία χάνει την υπεραξία του. Μια συνεργασία είναι μια σχέση και νομίζω ότι όταν αυτό συμβαίνει μεταξύ ώριμων ανθρώπων, ο ένας αποδέχεται τον άλλον χωρίς να προσπαθεί να κοστολογήσει τον εαυτό του μέσα σε αυτή τη σχέση. Νομίζω ότι αυτό είναι και το σωστό, το ώριμο, αλλιώς είσαι τύπος που καλύτερα να δουλεύεις μόνος σου. Αν θέλεις να συνεργάζεσαι και να συμμετέχεις σε ομάδες, πρέπει αυτό το πράμα να το έχεις δουλέψει, δηλαδή να μην κοστολογείς τα πράγματα από τη δική σου οπτική γωνία. Είναι δύσκολο. Ειδικά όταν είναι πολλά άτομα, υπάρχουν απόψεις που μπορεί να είναι και αντίθετες, να συγκρούονται αλλά και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Σε μια συνεργασία, ένα πράγμα απλό μπορεί να απογειωθεί, ακριβώς γιατί ‘τρίβεται’ μέσα από τις γνώμες, ακόμα και μέσα από έναν καβγά ή μια δημιουργική κουβέντα. Εγώ ποτέ δεν βλέπω έτσι ένα αποτέλεσμα, να ψάχνω ποια ήταν η δικιά μου ιδέα, γιατί στο τέλος η δικιά μου η ιδέα μέσα σε μια ομάδα μπορεί να προκύψει μέσα από μια ιδέα του αλλουνού. Μέσα απ’ το διάλογο προκύπτουν οι ιδέες. Δε μ’ αρέσει να το σκέφτομαι έτσι, γιατί θεωρώ ότι μετά μιζεριάζει το πράγμα. Αν σε αυτό που προκύπτει από μια συνεργασία κάθεσαι και μετράς το αποτέλεσμα, αφαιρείς τον πυρήνα και είναι σαν να μετράς κουκιά.

Ξεκίνησες από νωρίς να συνεργάζεσαι με τον Σωκράτη Μάλαμα, τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, τον Αγγελάκα… Πώς προέκυψαν αυτές οι συνεργασίες;

Εγώ στη Θεσσαλονίκη μεγάλωσα και είχα μια τρέλα μικρός, γυρνούσα με το βιολί στην πόλη, έπαιζα, τζάμαρα με γκρουπ διάφορα… Μετά ξεκίνησα να παίζω με τους Ποδηλάτες, γκρουπ που είχαμε με τον Μανώλη Φάμελλο και παίζαμε πιο πολύ ιρλανδέζικα, κομμάτια της Κάτω Ιταλίας και κομμάτια του Φάμελλου. Τότε στη Θεσσαλονίκη ήταν και ο Μύλος στα πολύ καλά του χρόνια, ο οποίος έφερνε εξαιρετικές συναυλίες και έδινε και καλές ευκαιρίες σε νέες μπάντες, ήταν μια ωραία κατάσταση ο Μύλος τότε. Εκεί είναι που ήρθα σε επαφή με τους Walkabouts, με τους οποίους κάναμε και έναν δίσκο. Μετά γνωρίστηκα πρώτα με τον Θανάση [Παπακωνσταντίνου], όταν έτυχε να αντικαταστήσω έναν μουσικό του. Από κει μετά, γνωρίστηκα και με τον Σωκράτη [Μάλαμα], μετά το ένα έφερε το άλλο. Τον Γιάννη [Αγγελάκα] τον ήξερα από πιτσιρικάς σαν φαν που πήγαινα στις συναυλίες τότε. Μετά, όταν διαλύθηκαν οι Τρύπες, αρχίσαμε σιγά σιγά να παίζουμε, είχε την ιδέα να κάναμε κάτι πιο ακουστικό το οποίο πραγματοποιήθηκε αρκετά μετά με το δίσκο του “Από δω και πάνω” με τους Επισκέπτες. Υπήρχε αυτό το πράγμα στη Θεσσαλονίκη – διάφοροι προσπαθούσαν να κάνουν πράγματα, υπήρχε έντονα ένα ξεκίνημα τότε. Ήταν και το στούντιο του Παπάζογλου, το οποίο ήταν κάτι πολύ σημαντικό για την πόλη. Έκανε πάρα πολλές παραγωγές από πανκ συγκροτήματα, ποντιακά, τους δίσκους του Θανάση, του Σωκράτη, τους δικούς του, εννοείται… Ο Παπάζογλου ήταν άνθρωπος που βοηθούσε όλα τα μουσικά σχήματα της πόλης.

Στην Κύπρο θα σε δούμε στη σκηνή με τον Παπακωνσταντίνου αλλά και πιο αυτόνομα με το ντουέτο που διατηρείς με τον Κώστα Παντελή, τους Sancho 003.

Οι Sancho ξεκίνησαν λίγο πολύ σαν παρέα, από αγάπη και φιλία μεταξύ μας. Είμαστε δύο άτομα που ξεκινήσαμε να παίζουμε για την παρέα. Αυτή η ανάγκη να παίξουμε οι δυο μας ήταν δυνατή και αυτό βγαίνει στη μουσική. Άρχισαν όμως στην πορεία να προκύπτουν κάποια πράγματα πιο μελωδικά, λίγο σαν σάουντρακ, τα οποία, σιγά σιγά, παίζοντας και κάνοντας συνεργασίες και με άλλους τομείς -με το θέατρο, με το χορό- μας άρεσε πάρα πολύ… Θεωρώ ότι η μουσική μας δεν είναι απλά σύγχρονη, είναι αρκετά συναισθηματική και μελωδική.

Με τους Sancho 003 συνεργάζεστε επίσης με την ομάδα χορού Sine qua non.

Ναι, είναι φοβερά παιδιά, δουλεύουμε πολύ ωραία μαζί. Ουσιαστικά, οι Sine qua non κάνουν στις πρόβες τους ό,τι κάνουμε κι εμείς, δηλαδή βρισκόμαστε σε έναν χώρο και αρχίζουμε και παίζουμε και φτιάχνουμε όλο το πράγμα ταυτόχρονα όλοι μαζί. Δεν γίνεται πρώτα η χορογραφία, μετά να μπει η μουσική, να το πάρω εγώ στο σπίτι μου… Δουλεύουμε εντελώς ομαδικά.

Έχεις επαφές με τη μουσική σκηνή στην Κύπρο. Πώς βλέπεις τα πράγματα εδώ;

Από πρόπερσι που ήρθαμε με τους Sancho, έχω χαρεί πάρα πολύ που γνώρισα τον Λευτέρη Μουμτζή και μετά όλη αυτή την παρέα, τα παιδιά στο Καφενέυ, τα παιδιά απ’ τη Λουβάνα και όλους τους φίλους εκεί. Βλέπω έναν πυρήνα ανθρώπων στην Κύπρο που κάνει πολύ ωραία πράγματα.

+ To Μουσικό Φεστιβάλ Φέγγαρος θα πραγματοποιηθεί στη Λόφου στις 15 και 16 Ιουλίου. Πληροφορίες: facebook.com/louvana.

  • Show Comments

You May Also Like

Κώστας Κρομμύδας : Ένα βιβλίο που τελειώνει είναι λύτρωση

Συνέντευξη στη Χρύστα Ντζάνη | Φωτογραφίες: Ελένη Παπαδοπούλου Τι ωθεί έναν ηθοποιό, πρωταγωνιστή σε ...

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ: Μουσική, σύγχρονη τέχνη, τεχνολογία

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Ο sound artist Παντελής Διαμαντίδης παρουσιάζει τη δουλειά του στον ...

Acid Baby Jesus:Οι διεθνείς Έλληνες έρχονται στον Φέγγαρο

Συνέντευξη στον Λευτέρη Μουμτζή* Δημιουργήθηκαν το 2009 στην Αθήνα αλλά σύντομα ξεπέρασαν τα ελληνικά ...

Giovanni Fontana: O ποιητής ως “πολυτεχνίτης”

Συνέντευξη στην Gaia Zaccagni Ο Giovanni Fontana (Frosinone, 1946) είναι ποιητής και performer που ...

Η Χριστίνα Κωνσταντίνου φτιάχνει μια λίστα με «όλα τα υπέροχα πράγματα»

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μιχάηλου Η Χριστίνα Κωνσταντίνου υποδέχεται τους καλεσμένους της κάθε Τετάρτη και ...

Νικόλας Κουρουμτζής : H αλήθεια του θεάτρου και των ΜΜΕ

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Θα το έχετε προσέξει πως στην ειδησεογραφία των ημερών, πέρα ...

X