Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη : “Πάει καλά το ελληνικό σινεμά, αντίθετα με τη χώρα”

Γράφει η Μερόπη Μωυσέως

Η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη, σκηνοθέτιδα του Attenberg, της φετινής ελληνικής πρότασης για τα Όσκαρ, μιλά στο “Π” για την ταινία της αλλά και το επερχόμενο νέο πρότζεκτ της, μια κωμωδία επιστημονικής φαντασίας για την Ευρώπη

Κυκλοφορώντας στους διαδρόμους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για δύο 24ωρα, η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη ψιθύρισε στον “Π” πως δεν πιστεύει στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Τι κι αν η πιο πρόσφατη επιτυχία της ταινίας της, Attenberg, ήταν η υποψηφιότητα για το ευρωπαϊκό κινηματογραφικό βραβείο LUX; Επισήμως δήλωσε πως νιώθει “τιμή” για την υποψηφιότητα. Σε δημόσια συζήτηση με θέμα “Πολιτική και κινηματογράφος”, η Ελληνίδα σκηνοθέτιδα της ταινίας Attenberg και παραγωγός των ταινιών “Κυνόδοντας” και “Άλπεις”, αναφέρθηκε στην ΕΕ ως μια “τεχνητή” κοινότητα, όπως τα “άσπρα σπίτια” όπου μεγάλωσε και όπου είναι γυρισμένη η ταινία της. Μόνο που για τα “άσπρα σπίτια”, τον οικισμό στη Βοιωτία που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Κωνσταντίνος Δοξιάδης στις αρχές του ’60 για τους εργάτες στο παρακείμενο εργοστάσιο “Αλουμίνιο της Ελλάδας” [και όπου εργαζόταν ο πατέρας της], η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη χρησιμοποίησε τη λέξη “δομική” αντί της -σαφώς αρνητικής- “τεχνητή”. Σε εκείνη τη συζήτηση, δεν ήταν σαφής ως προς την άποψή της για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο απάντησε με ένα αβίαστο και άμεσο “όχι” στην ερώτηση του “Π” κατά πόσο πιστεύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο “γιατί”, η σκηνοθέτιδα είπε πως “αποδείχθηκε ότι δεν δουλεύει”. Και στην παράθεση των θετικών στοιχείων της ΕΕ -της επαφής των ανθρώπων, μεταξύ άλλων- αντέταξε πως η επικοινωνία υπήρχε ούτως ή άλλως. Η ΕΕ είναι το θέμα της επόμενής της ταινίας. Μια κωμική ιστορία επιστημονικής φαντασίας. Κι ας της είναι βραχνάς η Ευρώπη. Πάντως οι Ευρωπαίοι είναι έτοιμοι να της παραχωρήσουν έως και το Ευρωκοινοβούλιο για γυρίσματα!

Μελοδραματική ζωή

“Εμείς στην Ελλάδα μεγαλώσαμε κληρονομώντας έναν μελοδραματικό τρόπο ζωής”, λέει η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη. Εξ ου και το πώς αντιμετώπισε την ταινία της: ως μια μεταελληνική τραγωδία. “Γιατί χρησιμοποιήσατε τον τρελό βηματισμό των δύο κοριτσιών ανάμεσα στις σκηνές της ταινίας σας;”, ρωτάω. “Γιατί όχι;”, απαντά. Και ξαφνικά η αχρείαστη -για μένα- σκηνή και δη η “επαναληπτικότητά της”, που διέκοπτε τη ροή του έργου, απέκτησε νόημα. “Είναι ο ενδιάμεσος χορός στις αρχαίες τραγωδίες”, λέει. “Νομίζω πως ο 20ός αιώνας είναι υπερεκτιμημένος”, αναφέρει ακόμη η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη, η οποία επανατοποθέτησε τον ελληνικό κινηματογράφο στον διεθνή χάρτη, πρώτα ως παραγωγός της ταινίας “Κυνόδοντας” σε σκηνοθεσία Γιώργου Λάνθιμου [η ταινία ήταν υποψήφια για βραβείο Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας] και ύστερα ως σκηνοθέτιδα της ταινίας “Attenberg”, που ταξίδεψε σε 80 φεστιβάλ ανά τον κόσμο. “Κάτι πάει καλά με το ελληνικό σινεμά, αντίθετα με τη χώρα”, ήταν η δήλωση της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη στη συνέντευξη Τύπου αμέσως μετά την ανακοίνωση του βραβείου LUX που διεκδικούσε η ταινία της [και έχασε από την ανθρωποκεντρική “Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο” του Γάλλου σκηνοθέτη Ρομπέν Γκεντιγκιάν]. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στον “Π” ξεκαθάρισε, πάντως, πως η αναφορά στο “παράξενο” ελληνικό σινεμά -όπως το βάφτισε αρθρογράφος της Guardian- τη φέρνει σε δύσκολη θέση.

 Είναι απλή σύμπτωση το ότι η πιο προβληματική χώρα παράγει τον πιο ασυνήθιστο κινηματογράφο;

Όχι, ποτέ δεν είναι απλή σύμπτωση, αλλά εγώ προσωπικά δεν αισθάνομαι πολύ άνετα με όλους αυτούς τους ορισμούς του ελληνικού σινεμά. Και επειδή το συγκεκριμένο άρθρο ήταν για δύο πολύ συγκεκριμένες ταινίες, το Attenberg και τον Κυνόδοντα του Γιώργου Λάνθιμου… Δεν μ’ αρέσει να γενικεύω κάτι τέτοιο. Νομίζω πως, όπως σε κάθε κρίσιμη κατάσταση αλλαγής ή μετάβασης, η τέχνη πάντα έρχεται να μιλήσει γι’ αυτό που συμβαίνει, το θέλουμε είτε όχι είμαστε φίλτρα της ιστορίας, του παρόντος, και κάπως πρέπει να αντεπεξέλθουμε με όλο αυτό που συμβαίνει. Με φέρνουν σε δύσκολη θέση όλοι αυτοί οι τίτλοι. Και δεν μου αρέσει να έχω απόλυτη συναίσθηση του σινεμά που κάνω. Αφήνω αρκετά πράγματα ασυναίσθητα και ενστικτώδη και αυτό δημιουργεί πάντα μια ενδιαφέρουσα ένταση -σε σχέση με το αποτέλεσμα και με το κοινό- γιατί υπάρχουν διάφορα κοινά και αντιδράσεις για το Attenberg. Υπάρχουν δεκάδες απόψεις για την ταινία και αυτό είναι κάτι που με ενδιαφέρει.

 Όπως υπάρχουν και δεκάδες θέματα που θίγετε στην ταινία. Ως ιστορία είναι σε ένα σταυροδρόμι αλλαγών. Είναι επίσης η σχέση πατέρα-κόρης. Εσείς ποιο απ’ όλα θέλατε να θίξετε ξεκινώντας την ταινία;

Ο κεντρικός άξονας ήταν η ιστορία πατέρα-κόρης: Σπύρου-Μαρίνας. Ήξερα όμως ότι όλες οι άλλες… στην ουσία είναι μια ιστορία ανάμεσα σε τρία ζευγάρια: πατέρας-κόρη, δύο φίλες, δύο εραστές και η σύνδεση όλων αυτών σε ένα παζλ. Για μένα και οι τρεις είναι εξίσου σημαντικές. Δεν μπορεί να υπάρξει η μία χωρίς την άλλη, και στην ουσία φανερώνουν τα διαφορετικά επίπεδα ενηλικίωσης της Μαρίνας. Επίσης, είναι όλο αυτό το δίδυμο του έρωτα και του θανάτου, που είναι δύο βασικοί πόλοι στη ζωή και το ένα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς το άλλο.

 Είναι και το στοιχείο της χαμένης Ελλάδας.

Ο έρωτας και ο θάνατος δεν υπάρχει μόνο στην προσωπική μας ζωή. Είναι στοιχεία οντολογικά στην ταυτότητα ενός κράτους. Η αίσθηση της απογοήτευσης και της απώλειας που παραδίδει ο Σπύρος στη Μαρίνα είναι στην ουσία η κληρονομιά που αφήνει ένας πατέρας στην κόρη του, αλλά και ένα κράτος στους πολίτες του. Είναι παράλληλο όλο αυτό. Επειδή έλειπα πάρα πολλά χρόνια και όταν γύρισα αισθανόμουνα σαν τη Μαρίνα, αρκετά εξωγήινη, ήταν δύσκολο για μένα να αναγνωρίσω την Ελλάδα, να καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε, και μετά συνειδητοποίησα ότι αυτό το πρόβλημα το είχε όλη η χώρα, το να μην ξέρει κανείς τι συμβαίνει. Οπότε αυτό που συμβαίνει τώρα τουλάχιστον είναι μια αναγνώριση, μια αφύπνιση. Υπάρχει μια καθαρότητα κι από κει και πέρα το πώς θα το λύσουμε, το πώς θα μπορέσουμε να υπερβούμε τους περιορισμούς στο πού είμαστε μέχρι τώρα ως έθνος και ως κοινωνία, είναι κάτι που εμένα μου δίνει αρκετή αισιοδοξία και είναι κάτι στο οποίο θέλω να συμμετάσχω. Και με το να κάνω σινεμά βέβαια.

Κάνοντας σινεμά θέλετε να απευθύνεστε στο κοινό; Η συγκεκριμένη ταινία για πολύ κόσμο ήταν ακατανόητη. Μπορεί να υπάρξει παραλληλισμός με το ακατανόητο της ελληνικής πραγματικότητας; Και εσείς θεωρείτε ότι ήταν σαφής η ταινία σας;

Δεν μ’ αρέσει να δίνω μια ξεκάθαρη απάντηση όταν οι ερωτήσεις είναι τόσο περίπλοκες και τόσο πολυεπίπεδες. Είναι μια ταινία που για κάποιους είναι απόλυτα κατανοητή και για άλλους πλήρως ακατανόητη. Δεν μπορώ και δεν θέλω να το ελέγξω αυτό. Δεν πιστεύω στις εύκολες απαντήσεις, ούτε στις εύκολες ερωτήσεις. Η ταινία μιλά για τα ταμπού: της οικογένειας, του θανάτου, του έρωτα. Δεν είναι εύκολο να κάνεις μια τέτοιου είδους ταινία που στο τέλος της ημέρας θέτει ερωτήσεις. Ο καθένας έχει διαφορετική άποψη για το τέλος αυτής της ταινίας. Είναι ανοιχτό και δεν θέλω να το κατευθύνω. Δεν με ενδιαφέρει να το ερμηνεύσω ως σκηνοθέτιδα. Δεν είναι η δουλειά μου να στείλω ένα συγκεκριμένο μήνυμα. Αλλιώς θα έστελνα ένα email, θα έκανα μια ανακοίνωση στον Τύπο. Αλλά αποφάσισα να κάνω ταινίες.

Περιμένατε την πορεία του Attenberg; Τώρα είναι και στο δρόμο των Όσκαρ.

Όχι, προφανώς, όταν κάνεις μια μικρή ταινία από το τίποτα, ελπίζεις ότι θα πάει καλά, αλλά όχι ότι θα ταξιδέψει τόσο πολύ και θα δημιουργήσει τόσο θόρυβο. Είμαι χαρούμενη γιατί είναι μια ταινία που την κάναμε συλλογικά κι είμαι χαρούμενη για όλη την ομάδα. Για τον τρόπο που δουλέψαμε, για τον τρόπο που πιστέψαμε όχι μόνο στο Attenberg, αλλά σε όλες τις ταινίες που κάνουμε όλοι μαζί. Για μένα είναι δώρο το να μπορούμε να δουλεύουμε ακόμη έτσι και, παρά την όλη απουσία και μελαγχολία που είναι διάχυτη στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή, νομίζω πως αυτά ακριβώς είναι τα εργαλεία που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να κάνουμε σινεμά.

Τι καινούργιο ετοιμάζετε;

Συνεργάζομαι σε ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας με το συνεργάτη που από την haos film, τον Ματ Τζόνσον, που θέλω να γυρίσω στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας για την Ευρώπη, για το μέλλον της Ευρώπης όπως το φαντάζομαι. Και είναι κωμωδία. Έχω μια απίστευτη όρεξη για κωμωδία αυτήν τη στιγμή. Ίσως ακριβώς επειδή όλα είναι τόσο μαύρα στην Αθήνα, και επίσης έχω μια ταινία που θέλω να γυρίσω στο Τέξας, που είναι το δεύτερο μου σπίτι. Εκεί όπου έμενα για πάρα πολλά χρόνια, προτού επιστρέψω στην Ελλάδα. Αλλά θα δούμε. Όλα αυτά είναι επιστημονική φαντασία… μέχρι να βρεθεί ο τρόπος.

You May Also Like

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ: Αυτό που ζούμε είναι «πόλεμος με άλλα μέσα»

Ο λογοτέχνης της σύγχρονης ελληνικής διανόησης, Νάνος Βαλαωρίτης, επιστρέφει συχνά στην επικαιρότητα με τις ...

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ:Γιώργος Χριστοδουλίδης

Η ποίηση αρχίζει… Από μια εξευγενισμένη ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία. Είναι ένα καταφύγιο ...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ – ΚΥΠΡΑΙΟΣ : Δεν γνωρίζουμε την Ιστορία μας

Συνέντευξη στη Χρύστα Ντζάνη Ο εκδότης του οίκου Διόπτρα πέρασε στην άλλη όχθη και ...

Φαλακρή τραγουδίστρια: χιούμορ και τρέλα σ’ ένα θέατρο του παραλόγου

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μιχάηλου Θέματα επικοινωνίας και ταυτότητας του ατόμου θίγει μεταξύ άλλων η ...

Bill Viola: Για τη μυστήρια μπλε λάμψη

[nggallery id=12]   Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου, 12.6.2011 Ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες στον ...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ: Η Ευρώπη δόξασε το άσχημο, ίσως και το εφιαλτικό

Συνέντευξη στον Μανώλη Καλατζή | Φωτογραφίες Ελένη Παπαδοπούλου Μια συζήτηση με τον Γιώργο Σταθόπουλο ...

X