Δημήτρης Τάρλοου: Είμαστε όλοι ψυχικοί μετανάστες

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως

Ο Δημήτρης Τάρλοου μιλά στο “Π” για το έργο “Το Κτήνος στο Φεγγάρι”, όπου ενσαρκώνει το ρόλο του Αρμένιου επιζήσαντος της γενοκτονίας Αράμ Τομασιάν, και για το συμβολισμό που κρύβει το ανέβασμα των δύο τελευταίων παραστάσεων του επιτυχημένου έργου στην Κύπρο

Ο Δημήτρης Τάρλοου είναι ηθοποιός, μεταφραστής και σκηνοθέτης με σημαντική διαδρομή στο χώρο του θεάτρου. Είναι επίσης ο εγγονός του συγγραφέα Μ. Καραγάτση και ο γιος ενός Αμερικανού εβραιορωσικής καταγωγής εικαστικού. Την ερχόμενη βδομάδα φτάνει στην Κύπρο όπου -μαζί με την Ταμίλα Κουλίεβα, τον Γιάννη Μπινιάρη και τον Ρωμανό Μπολώτα- θα παρουσιάσει το έργο “Το Κτήνος στο Φεγγάρι”. Πιο κάτω, μιλά στο “Π” για το έργο που ανεβάστηκε για πρώτη φορά το 1999 συναντώντας ιδιαίτερη επιτυχία, ανέβηκε ξανά το 2010 και κλείνει τον κύκλο του με δύο παραστάσεις στην Κύπρο.

Επιστρέφετε σε ένα έργο που ανεβάσατε ξανά πριν από 13 χρόνια.
“Το Κτήνος στο Φεγγάρι” ήταν η πρώτη μας παραγωγή το 1999, όταν πρωτοϊδρύθηκε η εταιρεία θεάτρου Δόλιχος, που μετράει ήδη 13 χρόνια ζωής. Δεν σκόπευα να κάνω κάτι το οποίο να έχει συνέχεια. Ήταν μια απόπειρα, με τον Στάθη Λιβαθινό, τότε, να κάνω μια παράσταση με ένα έργο το οποίο είχα διαβάσει και με συγκίνησε. Μου το είχε δώσει να το διαβάσω η κόρη του Πίτερ Μπρουκ, την οποία έτυχε να γνωρίζω. Το βρήκα ενδιαφέρον έργο, καλογραμμένο, και τελικώς το ήθελε η μοίρα να γίνει μια εμβληματική παράσταση του Θεάτρου Πορεία [όπου στεγάζεται το θέατρο Δόλιχος], με αποτέλεσμα να ξανανέβει -ένα restaging που λέμε- δέκα χρόνια μετά ως παράσταση σταθμός του θιάσου μας. Εκτιμήθηκε από πολλούς θεατές, και το 1999-2000 και τώρα. Πριν από δύο χρόνια που ξανανέβηκε, το είδανε πάνω από 25 χιλιάδες θεατές στην Αθήνα και σε άλλα μέρη όπου παίχτηκε. Εγώ είμαι της άποψης ότι, αν είναι τεχνικά εφικτό, πρέπει οι θίασοι να κρατάνε στο ρεπερτόριό τους τις καλές παραστάσεις και να παρουσιάζονται στο πέρασμα του χρόνου έτσι ώστε διάφορες γενιές θεατών να διαπαιδαγωγούνται απ’ αυτές.

Για σας, άλλαξε κάτι όλα αυτά τα χρόνια;
Αλίμονο. Αν δεν άλλαζε για μένα κάτι, δεν θα είχε και νόημα να το ξανακάνω. Επίσης, θα ανήκα ως κέρινο ομοίωμα στο Μουσείο της Μαντάμ Τισό, πράγμα το οποίο δεν φιλοδοξώ να συμβεί. Έχω μεγαλώσει, έχω πλουτίσει σε εμπειρίες, έχουν αλλάξει τα βιώματά μου, άρα και τα πληγώματά μου, και οι απώλειές μου. Το έργο βασίζεται στο αίσθημα της απώλειας: και ο Αράμ και η Σέτα είναι δύο άνθρωποι που ζουν μέσα από το αίσθημα της απώλειας, άρα το πόσες απώλειες μετρά ο καθένας μέσα σε μια δεκαετία νομίζω ότι πλουτίζει την ερμηνεία του. Πέραν αυτού, άλλαξε ο αφηγητής, ο οποίος ήταν ο συγχωρεμένος Γιάννης Κυριακίδης -πολύ καλός ηθοποιός και φίλος που μας άφησε πρόωρα- και τη θέση του πήρε ο επίσης πολύ καλός φίλος και χρόνια συνεργάτης Γιώργος Μπινιάρης. Και το παιδάκι που έπαιζε στην παράσταση άλλαξε, καθώς πέρασαν 13 χρόνια. Όλες αυτές οι αλλαγές λοιπόν εγγράφονται στην παράσταση, αλλά ο πυρήνας της βεβαίως παραμένει ίδιος.

Είναι φανερό, θεωρώ, πως η διεθνής επιτυχία του έργου “Το Κτήνος στο Φεγγάρι” οφείλεται και στην ταύτιση του κοινού με τη δική του -προσωπική ή οικογενειακή- μεταναστευτική εμπειρία. Είμαστε όλοι μετανάστες;
Νομίζω πως είμαστε όλοι ψυχικοί μετανάστες. Το έργο έχει δύο επίπεδα και έχει λειτουργήσει εξίσου καλά σε μέρη όπου δεν υπήρξε ποτέ καμία μετανάστευση, ή τουλάχιστον καμία εμφανής μετανάστευση. Θέλω να πω, λοιπόν, ότι μπορεί να λειτουργήσει με έναν πολύ έντονο τρόπο και φορτισμένο συγκινησιακά στην Κύπρο, ή στην Αρμενία ή στη Θεσσαλονίκη, όπου υπάρχουν πολλοί πρόσφυγες ή άνθρωποι που χάσανε τις οικογένειές τους στην καταστροφή της Σμύρνης, για παράδειγμα. Ή που ήρθαν διωγμένοι από την Κωνσταντινούπολη. Αλλά εξίσου καλά μπορεί να λειτουργήσει σε ένα μέρος που δεν είχε ποτέ τέτοιου είδους εμπειρία, για τον απλό λόγο ότι μιλάει για τις σχέσεις των ζευγαριών. Τις σχέσεις ανδρών και γυναικών και το πώς αντιμετωπίζει ο άνδρας και η γυναίκα αυτό το θέμα της απώλειας. Εκεί, νομίζω, ότι βρίσκεται ο πυρήνας της επιτυχίας. Ότι ο Καλινόσκι καταφέρνει -και ασυνείδητα- ένα διπλό “γκανιάν”: όπου και να παιχτεί, έχει το κοινό του. Αυτό είναι σπάνιο ξέρετε, για μένα. Και δεν είναι θέμα καλού ή κακού έργου. Είναι απλώς σπάνιο να πετύχεις ένα τέτοιο αποτέλεσμα.

Υπάρχει κάποιο “μοντέλο” πάνω στο οποίο μπορεί να βασιστεί κανείς για να πει πώς ένας άντρας και πώς μια γυναίκα αντιμετωπίζει την απώλεια;
Μοντέλο, όχι, δεν υπάρχει. Ευτυχώς που δεν υπάρχει, γιατί τότε θα χανόταν και η ιδιαιτερότητα του κάθε ανθρώπου.

Υπάρχει όμως ένα στερεότυπο πως η γυναίκα συνήθως είναι πιο δυναμική σε τέτοιες περιπτώσεις.
Αυτό λέει και το ίδιο το έργο. Δεν ξέρω αν είναι στερεοτυπικό, αλλά και στο δικό μου το μυαλό είναι μια πραγματικότητα. Ξέρω πολλές γυναίκες οι οποίες με τη συμπεριφορά τους, τη στάση τους, τη γενναιότητά τους στηρίξανε μια ολόκληρη οικογένεια, ενώ ο άντρας φέρθηκε αυτοκαταστροφικά. Αυτή είναι μια αλήθεια και οφείλεται στο γεγονός ότι οι άνδρες -ως φύση- έχουν μια πιο κλειστή ιδιοσυγκρασία. Έχουνε μάθει να μην εξωτερικεύουν συναισθήματα, να μην αποδέχονται αδυναμίες, με αποτέλεσμα να γίνονται πολλές φορές σιωπηρά θηρία μέσα στο σπίτι. Αυτό είναι ένα από τα θέματα του έργου. Για το πώς η γυναίκα κατορθώνει τελικά να βγάλει από τη σιωπή του και από αυτό τον βωβό του πόνο τον άντρα. Άρα δεν είναι μόνο στερεότυπο, είναι μια αλήθεια.
Άρα ένα κάποιο “μοντέλο” το έχουμε. Ναι.

Ίσως έχει να κάνει και αυτό που λένε πως “όσο πιο προσωπική είναι μια ιστορία, άλλο τόσο είναι παγκόσμια”;
Και αυτό είναι αληθές. Εγώ δεν πιστεύω στο πολιτικό θέατρο με την έννοια του μανιφέστου. Πιστεύω στο απόλυτα προσωπικό θέατρο. Αν λοιπόν δεν έχεις μια ιστορία η οποία να συγκινεί σε προσωπικό θέατρο, το αν θα λέει για τους Τούρκους ή για μια γενοκτονία, λίγο αφορά. Δεν θα γίνει καλύτερο έργο αν λέει για κάτι που αφορά λαούς και όχι συγκεκριμένους ανθρώπους. Πρέπει λοιπόν να ξεκινάς πάντα από χαρακτήρες, από ψυχοσυνθέσεις, από περιπτώσεις ανθρώπων, και μετά να ανοίγεσαι σε ένα γενικότερο πλάνο. Αν ξεκινάς από το γενικότερο, π.χ. τη Γενοκτονία των Αρμενίων από τους Τούρκους, δεν θα κάνεις θέατρο, θα κάνεις μανιφέστο. Κι αυτό δεν είναι καλό.

Πάντως, έρχεστε για παραστάσεις σε μια χώρα όπου, όπως και οι χαρακτήρες του έργου, οι άνθρωποι -και ενδεχομένως οι θεατές- είναι φορτωμένοι συλλογικά τραύματα.

Αυτό για μας είναι σπουδαίο, και δεν ξέρετε πόσο περιμένουμε και εγώ και η Ταμίλα Κουλίεβα και οι υπόλοιποι που θα έρθουμε στην Κύπρο να παίξουμε μπροστά στο κυπριακό κοινό. Και μάλιστα να τελειώσουμε τη διαδρομή μας εκεί, το οποίο έχει μια τυχαιότητα, αλλά είναι συμβολική. Όταν, δεκατρία χρόνια μετά, τελειώνουμε για πάντα τις παραστάσεις στην Κύπρο -γιατί δεν νομίζω να ξανανέβει ποτέ αυτή η παράσταση- το σκηνικό της καταστρέφεται, θα πέσει στα κύματα τα κυπριακά, δεν θα γυρίσει καν στην Ελλάδα. Αυτό είναι συμβολικό. Περιμένουμε με πολλή αγωνία την επαφή με το κυπριακό κοινό, γιατί ξέρουμε τι θα σημαίνει γι’ αυτούς η παράσταση, αλλά κι αυτοί θα ξέρουν τι σημαίνει για μας, μετά από 13 χρόνια, να τελειώνουμε εκεί.

Το έργο
Το “Κτήνος στο Φεγγάρι” είναι ένα έργο του Ρίτσαρντ Καλινόσκι, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Πρόκειται για μια ιστορική μαρτυρία για την Αρμενική Γενοκτονία, μέσα από μια προσωπική ιστορία. Ο 20χρονος Αράμ Τομασιάν [Δημήτρης Τάρλοου], ένας Αρμένιος φωτογράφος που επέζησε της Γενοκτονίας των Αρμενίων, εγκαταστάθηκε στην Αμερική και αποφάσισε να αποκτήσει σύζυγο από φωτογραφία. Η οικογένειά του έχει δολοφονηθεί από τους Τούρκους. Η κοπέλα, που έρχεται, η Σέτα, συμπατριώτισσά του και με ανάλογο τραυματικό παρελθόν, είναι 15 ετών. Και δεν είναι το κορίτσι της φωτογραφίας. Είναι, ωστόσο, μια παρουσία ζωντανή, γεμάτη χιούμορ, υπομονή, ενέργεια, πλημμυρισμένη από προσδοκίες, και δίψα για λίγη ευτυχία. Ο τίτλος του έργου του Καλινόσκι προέκυψε από μια παλιά ιστορία: το 1893 έγινε μια έκλειψη Σελήνης στην Τουρκία, και οι Τούρκοι, πεπεισμένοι ότι ένα “κτήνος” κατάπινε το φεγγάρι, έστρεψαν τα όπλα τους προς τον ουρανό προσπαθώντας να το σκοτώσουν. Με τα ίδια όπλα εξολόθρευσαν τους χριστιανούς Αρμένιους, με μια σειρά από εκτεταμένα πογκρόμ στα τέλη του 18ου αιώνα, που κορυφώθηκαν με τη Γενοκτονία του 1915 και τον αφανισμό περίπου δύο εκατομμυρίων Αρμενίων.

+ Παραστάσεις στις 26 και 27 Ιανουαρίου στο Θέατρο Ριάλτο, στις 20:30. Πληροφορίες τηλ. 77777745. Ηλεκτρονικό εισιτήριο www.rialto.com.cy.

  • Show Comments

You May Also Like

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ #1: ΑΛΚΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ- ΑΘΗΝΑ ΚΑΣΙΟΥ / Όνειρο Καλοκαιρινής Νύκτας: “Μια επανάσταση έρωτα…”

Επιμέλεια:Χριστίνα Λάμπρου & Ελένη Παπαδοπούλου Στον ενδιάμεσο κόσμο ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα ...

Mila Turajlic: «Η ταινία ήταν μια κάθαρση για μένα και πολλούς ανθρώπους»

Παρουσιάζοντας στο κοινό μια διαφορετική προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων έτσι όπως εξελίχθησαν στη Σερβία, ...

ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΙΟΑΝΝΟΥ: O πολιτισμός στην Κύπρο παραμένει ζωντανός

Συνέντευξη στην Μερόπη Μωυσέως / Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Το κτήριο και τα προβλήματά του, ...

ΜΠΙΕΝΑΛΕ ΒΕΝΕΤΙΑΣ: ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ Παλάτι Εγκυκλοπαιδικό ή μαγικό;

Γράφει η δρ Σοφία Χατζήπαπα-Gee* Είναι πλέον αδύνατο να αντικρίσουμε την τέχνη ως κυρίαρχοι ...

ROB RYAN

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Ένας σύγχρονος παραμυθάς ιστοριών και εικόνων, ο ιρλανδικής καταγωγής, γεννημένος ...

X