Άντης Ροδίτης: κάθε έντιμος και δημοκρατικός πολίτης όφειλε να είναι αντιμακαριακός

Τις ερωτήσεις ετοίμασαν οι Κατερίνα Στεφάνου και Μερόπη Μωυσέως

Από το χώρο της σκηνοθεσίας πέρασε σ’ αυτόν της λογοτεχνίας και απέσπασε φέτος την κορυφαία λογοτεχνική διάκριση της χώρας. Ο Άντης Ροδίτης βραβεύθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το έργο του “Δέκα Χιλιάδες Μέλισσες” και μιλά στο “Π” για τον Μακάριο, τον Γρίβα, τους “ανύπαρκτους” ακροδεξιούς και την “υπάρχουσα” ιδέα της Ένωσης

Ο Μακάριος στο έδαφος. Αυτήν την εικόνα της “πτώσης” του Μακαρίου επέλεξε για το εξώφυλλο του βιβλίου του ο Άντης Ροδίτης. Εμμονή με τον πρώτο Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας; Αντιπάθεια; Μίσος; Ο Άντης Ροδίτης απαντά σε μια σειρά από ερωτήματα από τα οποία αντιλαμβάνεται κανείς πως ο βραβευμένος -πια- συγγραφέας επιμένει ότι “την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες”.

Χαρακτηρίζετε το βιβλίο σας “μυθιστόρημα αληθινών γεγονότων”. Τι εννοείτε;
Το μόνο που σημαίνει ο υπότιτλος των “Μελισσών” είναι ότι δεν πρόκειται για μια εντελώς φανταστική ιστορία. Άλλωστε δεν μπορεί να υπάρξει μια 100% φανταστική ιστορία. Ακόμα κι οι υποδειγματικά “φανταστικές ιστορίες” του Έντγκαρ Άλαν Πόου, ας πούμε, δεν μπορούν να είναι 100% φανταστικές. Φαντάζομαι ότι ένας πλήρως συνειδητοποιημένος άνθρωπος, όταν έρθει η στιγμή να πεθάνει, σίγουρα θα απορεί πόσο “αληθινά” ήταν τα όσα έζησε, και πόσο ήταν απλώς μια απλή ή όχι και τόσο απλή αφήγηση, ένα μυθιστόρημα αληθινών [;] γεγονότων! Έτσι, αντί να φανταστώ μια χώρα και να εννοώ την Κύπρο, γράφω ευθέως για την Κύπρο, που είναι ταυτόχρονα χώρα “φανταστική” και “μυθιστορηματική”, όπως και οι πρωταγωνιστές της: ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, η δασκάλα του Μάργκαρετ, ο Πολύκαρπος Ιωαννίδης, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο Παντελής Μηχανικός, ο βασιλιάς Πρέμπε των Ασάντι και όλοι οι άλλοι, δικοί μας και ξένοι. Είναι αληθινά πρόσωπα με τις δικές τους απίστευτες ιστορίες μέσα στη μια μεγάλη ιστορία της Κύπρου και τη μεγαλύτερη του κόσμου.

Αφού έχετε συγκεκριμένα στοιχεία σε σχέση με την πρόσφατη ιστορία της Κύπρου, γιατί δεν επιλέξατε την οδό ενός καθαρά ιστορικού/πολιτικού βιβλίου;
Η ιστορία περιγράφει γεγονότα κυρίως και η λογοτεχνία προσπαθεί να καταλάβει τους ανθρώπους. Ένας συνδυασμός θα έπαιρνε τα καλύτερα στοιχεία και από τα δύο πεδία. Αυτό προσπάθησα να κάμω με τις “Μέλισσες”. Επειδή, όμως, μερικοί είναι “αγύριστα κεφάλια” και δεν αναγνωρίζουν τίποτε πέρα από εκείνο που μπορούν ν’ αγγίξουν με τα δάχτυλα, αποφάσισα να προσπαθήσω να μην τους παραμελήσω. Έτσι, το “καθαρά ιστορικό/πολιτικό” βιβλίο όχι μόνο το έχω αρχίσει από τα μέσα του 2010, μετά τις “Μέλισσες”, αλλά το έχω τελειώσει κιόλας μόλις την περασμένη βδομάδα και τώρα βρίσκομαι στη διαδικασία διόρθωσής του, προσθέσεων, αφαιρέσεων κλπ. Χονδρικά, το βιβλίο περιλαμβάνει περισσότερο από 120 έγγραφα αμερικανικά και αγγλικά [μεταφρασμένα στα ελληνικά] αλλά και ελληνικά έγγραφα, ενώ το άλλο μισό του αποτελείται από δικά μου σχόλια και παραπομπές σε άλλους συγγραφείς. Πρόκειται για ένα “χρονικό”, που αρχίζει στις 21 Δεκεμβρίου 1963 και τελειώνει στις 25 Αυγούστου 1964 – τη μέρα που οι Άγγλοι παραδέχτηκαν με συγκεκριμένο έγγραφο ότι, με τους όρους που οι Αμερικανοί πρόσφεραν την Ένωση στους Έλληνες, οι Τούρκοι δεν θα έπαιρναν τίποτε!

Πόσα χρόνια κράτησε η έρευνα και συγγραφή των “Μελισσών”;
Συνολικά περισσότερο από δύο χρόνια. Δεν έγραφα βέβαια όταν πήγα στις Σεϋχέλλες για να δω από κοντά το “Moins que rien” [Λιγότερο από τίποτε] ή “Sans Souci” [Χωρίς έγνοιες] που ήταν το εξοχικό στο οποίο κρατήθηκαν εξόριστος ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και οι άλλοι. Γύρισα όλο το νησί και την πρωτεύουσα Μαχέ, πήγα και σ’ ένα διπλανό, την Πραλίν που είναι, υποτίθεται, ο “Παράδεισος”, ο αρχικός Κήπος της Εδέμ, για να δω όλους τους τόπους που περιγράφονται τόσο από τον Παπασταύρο στο βιβλίο του “Η Μαρτυρία μου”, όσο και από τον δεσμοφύλακα των εξορίστων λοχαγό Φίλιπ Λε Τζετ, στο δικό του βιβλίο “Makarios in Exile”, που εκδόθηκε από την Αρχιεπισκοπή Κύπρου το 1961. Το αρχικό χειρόγραφο θα πρέπει να περιέχει και πληροφορίες πέραν του εκδομένου, ιστορικής σημασίας. Αλλά τόσο αυτό όσο και το περιβόητο “Ημερολόγιο Μακαρίου”, που η κυκλοφορία του από τον γαλλικό εκδοτικό οίκο “Βιβλιοθήκη Πλον” ανακοινώθηκε από τη “Φρανς Σουάρ”, με αναδημοσίευση στην “Ελευθερία” στις 19.5.1974, δεν φάνηκαν ποτέ πουθενά.
Η έρευνα επεκτάθηκε τότε και στην Αγγλία, όπου αναζήτησα και βρήκα την κόρη του λοχαγού Λε Τζετ, θετή κόρη της τρίτης συζύγου του Μάργκαρετ, που ήταν ποιήτρια και βοήθησε πολύ τον Μακάριο με τα αγγλικά του, την ιστορία και τον πολιτισμό των Άγγλων. Η Αϊντίνα Λε Τζετ βοήθησε πάρα πολύ παραχωρώντας μου επιστολές της Μάργκαρετ που αναφέρονται στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και πρώτη φορά βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Μερικές από αυτές εγκολπώθηκαν στις “Μέλισσες”.

Τι σημαίνει για σας το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος;
Να σας πω. Λόγω των περιπετειών και των ελλειμμάτων μας σαν Δημοκρατία, ο θεσμός έχει υποστεί φθορά στο παρελθόν, με αποτέλεσμα να μην χαίρει και μεγάλης εκτίμησης ανάμεσα στους λογοτέχνες. Αξιόλογοι λογοτέχνες αποσύρουν συνειδητά τα βιβλία τους από τις κρίσεις. Μέχρι πέρυσι ένα από τα μέλη της επιτροπής, ο καθηγητής Γιατρομανωλάκης, μάλλον ανενημέρωτος για την ελληνική λογοτεχνία της Κύπρου, δήλωσε με πάσαν ελαφρότητα ότι “η σύγχρονη κυπριακή πεζογραφία χαρακτηρίζεται από ελαφρότητα και γενικά είναι χαμηλή σε ποιότητα”! Πριν τρία χρόνια διόρισαν τον Ερατοσθένη Καψωμένο, ειδικό επί του Ελύτη, ο οποίος είμαι σίγουρος ότι δεν διάβασε τα υποψήφια βιβλία, όπως και το δικό μου χρονικό “Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες”, διότι το ανακήρυξε ως… “μη χρονικό” για να μπορέσει μαζί με τους άλλους να μην το βραβεύσουν! Σημειωτέον ότι δεν υπήρχε καν άλλο υποψήφιο βιβλίο στην κατηγορία και το βραβείο δεν δόθηκε. Το πόσο “χρονικό” ήταν, όμως, το βιβλίο αποδείχτηκε από την απόφαση της επιτρόπου Διοικήσεως στης οποίας την κρίση κατέφυγα. Πέραν τούτου δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι στο “ενεργητικό” του θεσμού υπάρχει η βράβευση του πιο σημαντικού ποιητή μας, του Παντελή Μηχανικού, και μετά, από την ίδια επιτροπή, η ακύρωση της βράβευσής του λόγω οδηγιών από τον “αρμόδιο” υπουργό. Το ίδιο επαναλήφθηκε με άλλο δικό μου βιβλίο μερικά χρόνια αργότερα. Όμως ο κόσμος δεν τα ξέρει όλα αυτά και δεν ασχολείται. Ακούει στην τηλεόραση ή διαβάζει στην εφημερίδα ότι βραβεύτηκε ο τάδε και τον αναγνωρίζει αμέσως ως συγγραφέα ή ποιητή. Για μένα έχει σημασία η βράβευση λόγω του γεγονότος ότι τα βιβλία μου αποπειρώνται ν’ αγγίξουν το καυτό κέντρο των συμφορών μας. Κι όταν αυτό προϋποθέτει κοντράρισμα με καθιερωμένες αντιλήψεις και υποθήκες, έχει ιδιαίτερη σημασία. Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, ότι μέλη της επιτροπής αυτήν τη φορά [μετά από τα τόσα παράπονα] ήταν στην πλειονότητά τους σοβαροί και ακέραιοι άνθρωποι από την Κύπρο και από την Ελλάδα, γνώστες του θέματος, και κάποιοι, μάλιστα, νέοι. Πράγμα πολύ ενθαρρυντικό για τη λειτουργία της ελευθερίας της έκφρασης στον τόπο μας.

Κύριε Ροδίτη, διαβάζοντας κανείς το βιβλίο σας αντιλαμβάνεται πως δεν συμπαθείτε τον Μακάριο όχι μόνο ως πολιτικό, αλλά και ως άνθρωπο. Σωστά το καταλάβαμε;
Μου ζητάτε να βάλω τα δυο τελευταία βιβλία μου και το ανέκδοτο σε πεντέξι γραμμές. Δεν γίνεται. Θα σας πω μόνο αυτό: ο Μακάριος ήταν πολύ σπουδαίος άνθρωπος, εξαιρετικά ιδιοφυής και ικανότατος πολιτικός. Κανένας δεν μπορούσε να τον καταβάλει, Έλληνας ή ξένος. Λέτε ένας τέτοιος άνθρωπος να μην μπορούσε να κάμει την Ένωση; Η Κύπρος έδωσε έναν πολύ μεγάλο και ηρωικό αγώνα για την Ένωση. Έναν αγώνα με καταβολές δυόμισι χιλιάδων χρόνων. Οι ίδιοι οι Άγγλοι παραδέχτηκαν τη στρατιωτική τους ήττα και τον ηρωισμό των Κυπρίων μπροστά στο θάνατο για τον πατρίδα. Η γυναίκα του τελευταίου κυβερνήτη της Κύπρου, Σύλβια Φουτ, μαρτυρά στο βιβλίο της “Έξοδος κινδύνου” [σ. 141] αυτό που άκουσε από τον ίδιο τον Φουτ για τους καταδικασμένους σε θάνατο Γιαννάκη Αθανασίου και Κώστα Κωνσταντινίδη, όταν ο Φουτ πήγε να τους αναγγείλει ο ίδιος, μεσάνυχτα, δευτερόλεπτα πριν την εκτέλεση της θανατικής τους ποινής, ότι τους δόθηκε χάρη: “Ήταν γαλήνιοι και ήρεμα ευχαρίστησαν τον Κυβερνήτη”, γράφει η Σύλβια. Μια αδιαμφισβήτητη, επίσημη μαρτυρία για τον ηρωισμό εκείνων που ήταν έτοιμοι να δώσουν τη ζωή τους για την Κύπρο και την Ελλάδα. Αυτός ο αγώνας δεν υπήρχε τρόπος να χαθεί. Πώς τον έχασε ένας Μακάριος; Πώς γίνεται ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Γέρος της Δημοκρατίας, να δηλώνει στους Αμερικανούς ότι βρισκόταν σε “αγώνα ζωής ή θανάτου με τον Μακάριο”, οι Τούρκοι να δηλώνουν [κατ’ επανάληψη] ότι προτιμούν να γίνει η Ένωση χωρίς συμφωνία, ως fait accompli, παρά με τους όρους που επέβαλλαν οι Αμερικανοί, οι Άγγλοι να προειδοποιούν ότι με τους όρους που προσφέρεται η Ένωση οι Τούρκοι δεν θα πάρουν τίποτε κι ο Μακάριος -ο πιο έξυπνος απ’ όλους, δικούς μας και ξένους, κατά γενική παραδοχή- να… μην μπορεί; Όχι μία, αλλά δυο φορές θα μπορούσε να κάνει την Ένωση αν την ήθελε.

Με το βιβλίο σας αρκετοί ακροδεξιοί νιώθουν δικαιωμένοι για τη στάση που τηρούσαν μέχρι σήμερα για το πρόσωπο του Μακαρίου. Σας ενοχλεί κάτι τέτοιο;
Το μόνο που μ’ ενοχλεί είναι η παραποίηση της αλήθειας. Δεν υπάρχουν ακροδεξιοί στην Κύπρο. Πώς γίνεται να υπάρχουν “ακροδεξιοί” σε μια πατρίδα που πέρασε από τον αντιαποικιακό αγώνα στην ημικατοχή; Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί εδώ είναι πώς και ποιοι κατόρθωσαν να κολλήσουν την ετικέτα “ακροδεξιός” σε όποιον δήλωνε τα αντιμακαριακά του αισθήματα. Αυτό είναι σχήμα οξύμωρο. Μόνο και μόνο το γεγονός ότι ο Μακάριος κυβέρνησε απολυταρχικά, ότι διόριζε δημάρχους και βουλευτές, κανόνιζε τις εκλογές ώστε να είναι εκ των προτέρων γνωστό το αποτέλεσμα, κάθε έντιμος και δημοκρατικός, με ελληνική συνείδηση πολίτης, όφειλε να είναι αντιμακαριακός. Η μεγάλη ευκαιρία για να κολληθεί στους αντιμακαριακούς η ρετσινιά του “ακροδεξιού” δόθηκε με την επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα. Θα ήταν μεγάλη υποκρισία και παλιανθρωπιά των δημοκρατικών ανθρώπων που αντιμάχονταν τον Μακάριο, να απαρνηθούν την Ελλάδα εν μια νυκτί και να δηλώσουν μακαριακοί την επομένη. Αυτό το άρπαξαν ως ανέλπιστο δώρο όλοι όσοι σιτίζονταν στην αυλή του Μακαρίου, μαζί με τους αληθινά ακραίους, οπαδούς του σοβιετικού μονοκομματισμού, που υποστήριζαν τον Μακάριο γιατί δεν ήθελαν την Ένωση, για ν’ αποκαλέσουν… “οπαδούς της δικτατορίας” και “ακροδεξιούς” τους επίμονους ενωτικούς. Αυτά δεν μπορούν να περάσουν έτσι στην ιστορία. Αργά ή γρήγορα θα ξεκαθαρίσουν.

Αποδεδειγμένα, μέσα από έγγραφα που εξέδωσε το Foreign Office και η “Καθημερινή”, ο Μακάριος είχε να αντιμετωπίσει διεφθαρμένους πολιτικούς της Ελλάδας και έναν μηχανισμό των Άγγλων που τον έφερναν σε αμηχανία. Δεν ήξερε ποιους να εμπιστευτεί.
Και πότε δεν υπήρχαν διεφθαρμένοι πολιτικοί στην Ελλάδα; Θα έλεγα ότι η ύπαρξη διεφθαρμένων πολιτικών στην Ελλάδα είναι διαχρονική. Θυμήθηκα τώρα τον Φειδία, που έκλεψε λίγο από το χρυσάφι που του έδωσε η πολιτεία για το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς στον Παρθενώνα. Ο Φειδίας, ο μεγαλύτερος γλύπτης όλων των εποχών! Η ύπαρξη διεφθαρμένων πολιτικών στην Ελλάδα είναι μια σπουδαία δικαιολογία για να εγκαταλείπει κανείς τους όρκους του και από εραστής της Ελλάδας να γίνεται φανατικός εχθρός της. Το Φόρεϊν Όφις μισούσε θανάσιμα τον Γεώργιο Παπανδρέου που μαχόταν με όλες του τις δυνάμεις, με όλες τις μικρές και περιορισμένες δυνάμεις της Ελλάδας για την Ένωση, εναντίον των Άγγλων, εναντίον των Τούρκων και των Αμερικανών, αλλά και εναντίον του Μακαρίου, που μαχόταν να την αποτρέψει. Τι μου λέτε τώρα; Ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου έφερνε τον Μακάριο σε… αμηχανία; Είναι αμέτρητες οι φορές που ο Μακάριος έφερε τον Γεώργιο Παπανδρέου σε πραγματική αμηχανία. Κι ο Ανδρέας Παπανδρέου, που ήταν συνεργάτης και οπαδός του Αρχιεπισκόπου, τι ήταν; Αθώα και αδιάφθορη περιστερά; Αμηχανία θα έπρεπε να δημιουργούν στον Μακάριο πολλοί από τους συνεργάτες του κι όχι οι πολιτικοί της Ελλάδος, με τους οποίους, όλους ανεξαιρέτως, ήρθε σε σύγκρουση, χουντικούς και δημοκράτες. Ιδίως με τους δημοκράτες, όπως τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ο ίδιος ήξερε καλά ότι οι συνεργάτες και οι οπαδοί του ήταν το μεγαλύτερο αίτιο της αμηχανίας του. Γι’ αυτό άλλωστε και σχεδίασε τον τάφο του, πριν πεθάνει, μην του φτιάξουν κανένα τερατούργημα οι οπαδοί του. Που τελικά του το ‘φτιαξαν στην αυλή της Αρχιεπισκοπής ως άγαλμα. Χρειάστηκαν 20 χρόνια για να το μετακινήσουν από κει.
Για τους Άγγλους δεν έχω να πω, πλην ότι αυτοί δίδαξαν όλες τις παλιανθρωπιές, αλλά περιέργως ο Μακάριος τούς είχε μιαν αδυναμία. Μήπως δεν τους συμβουλεύτηκε για τα 13 σημεία, παρακούοντας τις συμβουλές της επίσημης Ελλάδας; Μήπως δεν τους έδωσε 99 τ. μίλια Βάσεις παρ’ όλες τις υποδείξεις του Διγενή να επιμένει στα 45; Η δε συνεργασία του με τον Φουτ, όπως την παραθέτω και στο “Δέκα χιλιάδες μέλισσες”, με έγγραφα του Φόρεϊν Όφις, είναι… υποδειγματική!

Πολλοί θεωρούν πως ο Μακάριος ήταν ένας φιλόδοξος άνθρωπος που ταύτιζε τον εαυτό του με την Κύπρο. Πολιτικά, η τοποθέτησή του ήταν ορθή διότι αργότερα φάνηκε πως είχε την υποστήριξη όλων των μεταγενέστερων πολιτικών που διαδραμάτισαν ρόλο στην εξέλιξη της πολιτικής ιστορίας της Κύπρου. [Εξάλλου το παραδέχεστε με την αναφορά περί “παρακαταθηκών” στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου σας]
Πράγματι, ταύτιζε τον εαυτό του με την Κύπρο. Το έλεγε και το διαλαλούσε. Η Κύπρος, όμως, είχε ήδη ζήσει δυόμισι χιλιάδες χρόνια πολιτισμού και ταλαιπωριών κι εκείνος 50. Η Κύπρος είχε και έχει μπροστά της ποιος ξέρει ακόμα πόσες χιλιάδες χρόνια ζωής, ενώ εκείνος είναι νεκρός. Πώς είναι δυνατόν να ταύτιζε τη ζωή του με όλο το διαχρονικό γεγονός της ζωής της Κύπρου; Λέτε “πολιτικά, η τοποθέτησή του ήταν ορθή”, επειδή οι μεταγενέστεροι πολιτικοί διακήρυτταν πίστη στις “υποθήκες” του. Νομίζω έχετε λάθος. Απλώς αντλούσαν από εκείνον συνθηματολογικά την εγκυρότητα που χρειάζονταν για να κερδίσουν πολιτικά οφέλη. Όσο διαρκούσε η εγκυρότητα της επίκλησης του ονόματός του. Τώρα, έρχονται πρώτοι οι πιο φανατικοί οπαδοί του να πουν ότι έκαμνε λάθος όταν συμφωνούσε πως μετά το ’74 η Κύπρος έπρεπε να δεχτεί λύση ομοσπονδίας. Από την άλλη, αντικειμενικά μιλώντας, η “πολιτική του τοποθέτηση” και πρακτική, η σύνταξή του με τους αδεσμεύτους, η αντιπαλότητα με τη Δύση, κατέληξαν στη σημερινή πραγματικότητα. Τώρα, αν θέλετε να πούμε και δυο λόγια για την εξέλιξη του πολιτικού μας συστήματος [το ταξίδι μας προς την “Ιθάκη”, προς το ιδανικό πολιτικό σύστημα που δεν τελειώνει ποτέ, όπως θα έλεγε και ο Παναγιώτης Ήφαιστος] δεν φαντάζομαι να πιστεύετε ότι, επί “βασιλείας” του και των αμέσως επομένων του, έγιναν σοβαρά βήματα προς τη δημοκρατία που απολαμβάνουμε σήμερα. Αυτά άρχισαν μεταγενέστερα και κυρίως μέσα από τις τάξεις των ανθρώπων που αντιτάχθηκαν στον Μακάριο. Και το λέω αυτό για να επιμείνω ότι, οι αληθινά υγιείς δυνάμεις του τόπου βρίσκονταν και βρίσκονται στις ελληνοκεντρικές, φύσει και ιστορικοπολιτισμική παραδόσει ελευθερόφρονες, δημοκρατικές και ενωτικές δυνάμεις. Όσον αφορά τις “υποθήκες” ή τις “παρακαταθήκες” στις οποίες αναφέρομαι στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου μου, είναι ακριβώς εκείνες που πρέπει να ξεπεράσουμε και να υπερβούμε, στο δρόμο προς την “Ιθάκη” μας, αν πρόκειται να βγούμε σώοι από την παρούσα απειλή του εκτουρκισμού.

Ας ξαναπάμε λίγο πιο πίσω. Θεωρείτε πως ο Γρίβας ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για να χειριστεί έναν ένοπλο αγώνα που απέκλειε την αριστερά, και με δεδομένο τον βίο και την πολιτεία του στην Ελλάδα;
Ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, νομίζω, που πήρε δώρο στον Καραϊσκάκη ένα σακί γεμάτο κομμένα τούρκικα κεφάλια. Κι ο Καραϊσκάκης, για να τον τιμήσει, ξεπέζεψε για ν’ ανέβει ο Ανδρούτσος στο άλογό του και να κάμει έναν γύρο ενώπιον όλων, ως άξιος! Θέλω να πω, μήπως νομίζετε ότι οι υπέρ ελευθερίας αγώνες γίνονται με το γάντι, με ευγένειες, νουθεσίες και συμβουλές; Μήπως ξεχάσαμε ότι η “κόψη του σπαθιού η τρομερή” είναι με ορμή και αγριότητα που κόβει για ν’ ανοίξει το δρόμο στην Ελευθερία;
Όμως, γι’ αυτόν το “βίο και την πολιτεία” του Γρίβα στην Ελλάδα, του πανάξιου αρχηγού της ΕΟΚΑ Διγενή, που υπήρξε εξίσου άγριος και αδίστακτος πολέμαρχος για να επιτύχει την απελευθέρωση των Κυπρίων, ακούω και διαβάζω πολλά και από ξένους και από Έλληνες, χωρίς ντοκουμέντα. Δεν αμφισβητώ το αδίστακτο και το αποφασιστικό των ενεργειών του Γρίβα-Διγενή. Αλλά, υπάρχει τρόπος, με στοιχεία και ντοκουμέντα, να ζυγίσουμε την αγριότητα των μερών στον ελληνικό εμφύλιο για να δούμε ποιος ήταν ο πιο βάρβαρος; Υπάρχει και κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει τον Γρίβα αγριότερο των άλλων;
Από την άλλη, ο ίδιος ο Μακάριος έχει σκληρότερες δηλώσεις από τον Γρίβα εναντίον των κομμουνιστών. Υπεράνω του Διγενή αρχηγός της ΕΟΚΑ ήταν ο Μακάριος. Μόνο ο Διγενής δεν ήθελε τους κομμουνιστές στον αγώνα εναντίον των Άγγλων; Κι εγώ σας λέω ότι έκαμαν κι οι δυο λάθος στο θέμα αυτό. Τότε, γιατί [το ερώτημα το έθεσε πρώτος ο τότε κομμουνιστής Γώγος Κακογιάννης ή “Δημόκριτος”, στο γνωστό βιβλίο του “Η ακελική ηγεσία και ο ένοπλος αγώνας”], δεν έκαμε και το ΑΚΕΛ τη δική του επαναστατική, αντιαποικιακή οργάνωση και να πολεμά παράλληλα με την ΕΟΚΑ τους Άγγλους; Σε τέτοια περίπτωση οι Άγγλοι θα ήταν αναγκασμένοι να φέρουν 60.000 στρατό στην Κύπρο αντί 40 για ν’ αντιμετωπίσουν την επανάσταση, αλλά και το αποτέλεσμά της θα ήταν διαφορετικό.
Θεωρείτε πως ήταν εφικτή η Ένωση, δεδομένων των διαπλεκόμενων συμφερόντων που επικρατούσαν στην περιοχή και των ενστάσεων των ελληνικών κυβερνήσεων;
Οι “ενστάσεις” της Ελλάδος ήταν βραχύβιες και παροδικές λόγω των ιστορικών αδυναμιών της και όχι γιατί… ενίστατο ή αμφισβητούσε την ελληνικότητα της Κύπρου. Το 1950, προκειμένου να διατηρήσει τις πολύ φιλικές σχέσεις με την Αγγλία, να αποφύγει τη σύγκρουση και να επιτύχει την Ένωση, πρόσφερε στους Άγγλους οιεσδήποτε διευκολύνσεις ήθελαν σε Ελλάδα και Κύπρο. Οι Άγγλοι απέρριψαν την πρόταση. Το “μομέντουμ” της Ιστορίας, η συνεχώς αρνητική στάση των Άγγλων, οδήγησαν στον ένοπλο αγώνα. Από ελληνικής πλευράς υπήρχε η αναγκαία αξιοσύνη [Μακάριος], η αποφασιστικότητα και ικανότητα [Διγενής], η θέληση και η γενναιότητα [λαός] για να επιτευχθεί η Ένωση, κι αν αυτό δεν έγινε με το ’55-59, σίγουρα μπορούσε να γίνει το 1964, όταν απαυδισμένοι οι Άγγλοι φόρτωσαν το Κυπριακό στους Αμερικανούς. Αυτοί, κατά πολύ λιγότερο διεφθαρμένοι από τους Άγγλους, επανέφεραν το θέμα της Ενώσεως ως μόνιμης και ειρηνικής λύσης. Τον Αύγουστο του 1964 η Ένωση μας προσφέρθηκε στο τέλος, λόγω και της αντίστασης που έκαμνε ο Μακάριος, με μόνη δέσμευση εγγυήσεις για την ασφάλεια και την ευημερία των Τουρκοκυπρίων κι αυτό αποδεικνύεται με έγγραφα και ντοκουμέντα.

Υπάρχει σήμερα η Ένωση ως αίτημα; Αν ναι, είναι εφικτή;
Αν το αίτημα να περπατήσεις στον βυθό των ωκεανών, να πετάξεις στο ύψος των αιθέρων είναι ονειρικό και αφύσικο, το αίτημα τής Ένωσης δεν θα είναι ποτέ αφύσικο. Άρα δεν θα είναι μόνο ονειρικά ευκταίο, θα είναι και εφικτό. Μπορείς να σβήσεις τον Ονήσιλο του 500 π.Χ. από την Ιστορία της Κύπρου; Μπορείς να σβήσεις τον Αυξεντίου του 1957 μ.Χ.; Επί παλμεροκρατίας, οι δάσκαλοι στα δημοτικά είχαν μιαν ελληνική σημαία κρυμμένη στο συρτάρι της έδρας τους. Σε στιγμές μυστικές και συνωμοτικές με τους μαθητές τους, άνοιγαν το συρτάρι και την ξεδίπλωναν: Αυτή ρε, είναι η σημαία μας! Τίποτε δεν επιτεύχθηκε ποτέ χωρίς πατρίδα.

Πολλοί σύγχρονοι αναλυτές υποστηρίζουν πως η ελληνική κοινωνία και οι Έλληνες δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν την ιστορία και εν γένει την πορεία του ευρωπαϊκού πνεύματος λόγω της συναισθηματικής συνθηματολογίας τους και όχι μιας ρεαλιστικής θεώρησης των πραγμάτων.
Ξέρετε, είχα περάσει αρκετά τα 40 όταν άρχισα ν’ ανακαλύπτω ότι η Ιστορία της Ελλάδος, όπως και εν πολλοίς όλων των εθνών, δρομολογήθηκαν από τη θεολογία τους. Από το τι πιστεύουν οι λαοί και κατ’ ακολουθία από το πώς ενεργούν στην καθημερινή τους ζωή διαμορφώνεται, κατά μέγα μέρος, η ιστορία τους. Οι θρησκευτικές καταβολές είναι ο αποφασιστικός παράγων διαμόρφωσης τύπου ανθρώπων, της σκέψης, της δράσης τους και κατά συνέπεια της Ιστορίας τους. Ο Ελληνισμός είναι μια κατ’ εξοχήν πνευματική έννοια. Και μια πνευματική περιπέτεια – μια αναζήτηση. Δεν πρόκειται ποτέ να ευδοκιμήσει ως “κράτος” υιοθετώντας ξένα πρότυπα. Ο αληθινός Έλληνας είναι πνευματικός ηγέτης και η Ιστορία, θέλει δεν θέλει, θα βλέπει την αλήθεια, την Ελλάδα ως πνευματικά πρωτοπόρο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Κανένας δεν έφτασε ποτέ το πρότυπο Δημοκρατίας της αρχαίας Ελλάδας, που κρατήθηκε για 100 τόσα χρόνια γιατί κατόρθωνε, μέσω της τέχνης, να κρατεί τον πολίτη σε διαρκή επανάσταση κοινής πατριωτικής συνείδησης. Αργότερα, με κυρίαρχο τον Ελληνισμό, κρατήθηκε μια χριστιανική αυτοκρατορία που περιλάμβανε πολλά έθνη με κοινή θρησκευτική συνείδηση, για πάνω από χίλια χρόνια. Μια κοινοπολιτεία από την οποία η σημερινή ευρωπαϊκή θα είχε πολλά να μάθει και να ωφεληθεί, αν η δημιουργία των εθνικών κρατών που απαρτίζουν τη σημερινή Ευρώπη δεν θεωρούσε αναγκαίο συστατικό για τη συγκρότησή της να διαβάλει και να συκοφαντήσει το Βυζάντιο. Ονομάστηκε “Βυζάντιο” από τους Δυτικούς ιστορικούς για ν’ αποφευχθεί ο όρος “Ελληνική” ή “Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία”. Το Βυζάντιο, λοιπόν, είχε πρότυπο τον άγιο και όχι τον επιχειρηματία. Ας αρκεστούμε να πούμε ότι ο μοναχός στο Βυζάντιο απαγορευόταν να πιάσει σπαθί στο χέρι, υπό οιεσδήποτε συνθήκες, σε αντίθεση με τον δυτικό μοναχό, που ηγήθηκε των σφαγέων Σταυροφόρων. Ας αρκεστούμε να πούμε ότι ο μεγάλος ιστορικός Φερνάν Μπροντέλ είπε ότι το Βυζάντιο θα μπορούσε να κυριαρχήσει για πάντα αν μπορούσε να μισήσει λίγο περισσότερο, αν οργάνωνε κι αυτό μερικές σταυροφορίες! Κι ας αρκεστούμε να πούμε ότι το Βυζάντιο δεν θεώρησε ποτέ σκοπό τού ανθρώπου την τεχνολογική ανάπτυξη ή την “ανάπτυξη” γενικά. Βλέπουμε σήμερα πού μας παίρνει η συνεχώς επιταχυνόμενη “ανάπτυξη”.
Η “Ευρώπη” -σε εισαγωγικά, γιατί αληθινή Ευρώπη είναι μόνο η μετεξέλιξη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε βυζαντινή κοινοπολιτεία- ακολούθησε θεολογικά και κατ’ ακολουθία επιστημονικά, άλλο δρόμο. Υποσκέλισε το Βυζάντιο. Το διέβαλε, το πολιόρκησε και το υπέταξε. Οι Βυζαντινοί, οι άμεσοι πρόγονοί μας, επικαλέστηκαν την ελληνική τους ταυτότητα και κατάφεραν να διώξουν τους Φράγκους στα 1261. Όμως η αποδυνάμωση και η υποταγή τους στους ανερχόμενους Οθωμανούς είχε ήδη δρομολογηθεί. Υποδουλώθηκε το Βυζάντιο. Η Ρωμιοσύνη, ο Ελληνισμός, η κατ’ εξοχήν πνευματική ουσία του ευρωπαίου ανθρώπου, δεν είναι πράγματα που πεθαίνουν εύκολα. Η ανάστασή του, μετά από τέσσερις σχεδόν αιώνες μπήκε, από εγγενείς αδυναμίες, βίαια μέσα σε ξένα πρότυπα και δυτικά καλούπια. Το νεοελληνικό “κράτος”, οι άνθρωποί του, απαίδευτοι ή πεπαιδευμένοι σε ξένα πρότυπα -το ίδιο κάνει- δοκιμάζονται ανάμεσα στη δυτική αντίληψη της “προόδου” και στα αναλλοίωτα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά. Δεν είναι εύκολο αυτά τα δύο να συνυπάρξουν αρμονικά. Οι αποτυχίες, η απογοήτευση, ο μηδενισμός επιτείνουν το πρόβλημα. Ο Ελληνισμός ζει σε ξένο κόσμο, που από τη μια τον απορρίπτει και από την άλλη, λόγω άγνοιας, τον θαυμάζει και τον μιμείται.
Πού και πώς θα βρούμε και θα διορίσουμε κυρίαρχη παράδοση και εξουσία την παιδεία που χρειαζόμαστε, την παιδεία που θα είναι σωτήρια όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της Κύπρου στην παρούσα δοκιμασία της, είναι το ένα, το πρώτιστο και μεγάλο, κοινό πρόβλημα των Ελλήνων.

You May Also Like

Γιάννης Οικονομίδης

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως , 31.10.2010 «Η Αθήνα είναι άσχημη πόλη γαμώ το για ...

Andreas Tomblin: Οι εικόνες της μουσικής

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου “Η μουσική ήταν πάντα μια οδός που ήθελα να εξερευνήσω ...

Vladimir Radibratovic: Η καλλιγραφία είναι διαλογισμός

Ο Vladimir Radibratovic έχει σπουδάσει αρχιτεκτονική και ζωγραφική στο Βελιγράδι και είναι μισός Σέρβος ...

Η Ιστορία θέλει διαφάνεια και αλήθεια

Τα διηγήματα του Ιμπραχίμ Αζίς είναι πραγματικές ιστορίες βίας, από άνθρωπο σε άνθρωπο και ...

Bill Ayers

16.10.2011 Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Το 2003, ανάμεσα στα υποψήφια ντοκιμαντέρ για το βραβείο ...

Ράνια Σχίζα: Η σχέση μάνας – παιδιού είναι αδιαπραγμάτευτη

Ένα από τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής δραματουργίας, “Ο ήχος του όπλου” της Λούλας ...

X