Ρόι Σερ:Καναρίνι μου γλυκό

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου

Ο Ισραηλινός σκηνοθέτης Ρόι Σερ μιλά στον “Π” για το ντοκιμαντέρ “Γλυκό μου καναρίνι”, το οποίο ακολουθεί τη ζωή της Ρόζας Εσκενάζυ, μιας “δυνατής, ανεξάρτητης και μοναδικής γυναίκας”, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Αθήνα

“Το ρεμπέτικο υπάρχει πριν από τα σύνορα”, μας λέει ο Ισραηλινός σκηνοθέτης Ρόι Σερ, ο οποίος υπογράφει το πρώτο ντοκιμαντέρ που ακολουθεί τη ζωή και τη μουσική της Ρόζας Εσκενάζυ. Τον συναντήσαμε λίγο μετά την πρώτη προβολή της ταινίας του στην Κύπρο και μας διηγήθηκε τη δική του πορεία προς το ρεμπέτικο, τις απόψεις του για τη μουσική και την πολιτική και το πώς το μόνο πράγμα για το οποίο ήταν βέβαιος αρχίζοντας την ταινία του “Καναρίνι μου γλυκό” ήταν ο τίτλος της, παρμένος από το πολυτραγουδισμένο και πολυμεταφρασμένο τραγούδι της.

“Ζούσα στα Ιεροσόλυμα το 2004, όταν ένα βράδυ με πήρε ένας φίλος σε ένα χώρο, ένα μπαρ, αν και στην πραγματικότητα ήταν πιο κοντά στην ιδέα του σύγχρονου τεκέ: Ένα μικρό δωμάτιο σε μια γειτονιά πολυπολιτισμική, όπου μία φορά τη βδομάδα -τις Τρίτες νομίζω- μαζεύονταν για να παίξουν μουσική. Πολλές από αυτές τις μπάντες έπαιζαν γνωστά ρεμπέτικα τραγούδια για τα οποία έγραφαν εβραϊκά λόγια. Βρήκα αυτήν τη μουσική τόσο μαγευτική, που επέστρεψα ξανά την επόμενη βδομάδα, και την επόμενη και την επόμενη… Είχα δει την ταινία του Κώστα Φέρρη [σ.σ. “Ρεμπέτικο”, 1983] και γνώριζα κάποιους Έλληνες τραγουδιστές και μουσικούς, αλλά αυτή η εμπειρία για μένα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Για μένα ήταν μια στιγμή αποκάλυψης. Τον επόμενο χρόνο βρέθηκα στην Ελλάδα και αγόρασα ένα CD της Ρόζας. Δεν μου ήταν εύκολο να το ακολουθήσω, γιατί είχα μεγαλώσει με δυτικά ακούσματα. Αυτή η μουσική ήταν κάτι άλλο που δεν ήξερα πώς να το προσεγγίσω… Στα Ιεροσόλυμα διοργανώνεται κάθε χρόνο ένα φεστιβάλ αφιερωμένο στο ούτι, και σε μια από τις διοργανώσεις τους είχαν ένα αφιέρωμα στα τραγούδια της Ρόζας. Είχαν προσκεκλημένους μουσικούς από την Τουρκία κυρίως, οι οποίοι παρουσίασαν τραγούδια της στα τουρκικά και τα λαντίνο [σεφαραδίτικα]. Στην παράσταση υπήρχε και μια αφήγηση ενός πολύ μικρού κειμένου του Ντίνου Χριστιανόπουλου, με τίτλο “Ρόζα”. Όπως και στον έρωτα, η πρώτη εντύπωση υπήρξε για μένα τρομερά έντονη. Μου κίνησε την περιέργεια το γεγονός ότι η Ρόζα Εσκενάζυ ήταν Εβραία. Αυτός ήταν ο πρώτος πειρασμός. Αργότερα, όταν έμαθα για τη ζωή της, το πρώτο μου ενδιαφέρον ενδυναμώθηκε. Τώρα πια, την αντιλαμβάνομαι σαν μια τρομερά δυνατή γυναίκα, ανεξάρτητη και μοναδική. Όσα περισσότερα πράγματα μαθαίνω, τόσα περισσότερα παρατηρώ”.

Οι σταθμοί στην αφήγηση του Ρόι Σερ τον οδήγησαν στην εξερεύνηση του ρεμπέτικου μέσα από τη μουσική της ξακουστής Ρόζας Εσκενάζυ. ισπανοεβραϊκής καταγωγής, η Εσκενάζυ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έζησε στην Ελλάδα: “φημισμένη τραγουδίστρια του ’30, η ντίβα του παλιού λαϊκού τραγουδιού. Σε όλα τα καταστήματα δίσκων και γραμμοφώνων, η μποέμικη εικόνα της [σαν καλλονή της μπελ-επόκ] ξετρέλαινε τους μάγκες και τους βλάμηδες”, λέει το κείμενο του Χριστιανόπουλου.
Εστιάζοντας στον σύγχρονο απόηχο της μουσικής της Εσκενάζυ, η ταινία του Σερ ακολουθεί τρεις μουσικούς -τον Ισραηλινό ουτίστα Τόμερ Κατς, την ελληνοκυπριακής καταγωγής Αγγλίδα τραγουδίστρια / συνθέτρια Martha D. Lewis και την τραγουδίστρια και δεξιοτέχνη του κεμανέ Μεχτάπ Ντεμίρ – σε ένα μουσικό οδοιπορικό που αντανακλά τις διαδρομές της Ρόζας Εσκενάζυ.

Πώς εργαστήκατε για τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ; Γιατί προτιμήσατε το είδος του ντοκιμαντέρ και όχι μια βιογραφική ταινία, για παράδειγμα;
Η παραγωγή της ταινίας έγινε στο Ισραήλ και συνεργαστήκαμε με ελληνικά και τουρκικά συνεργεία. Οικονομικά ήταν πολύ δύσκολη η κινηματογράφηση του ταξιδιού των μουσικών, που κράτησε δυόμισι βδομάδες. Επιπλέον, εκτός από το κινηματογραφικό συνεργείο είχαμε και συνεργείο ηχοληψίας για το σάουντρακ που κυκλοφορεί παράλληλα με την ταινία. Η οικονομική πλευρά λοιπόν χρειαζόταν πολύ καλό προγραμματισμό και έτσι η μόνη λύση ήταν να ετοιμάσω ένα σενάριο. Είναι λοιπόν ένα ντοκιμαντέρ μεν, το οποίο όμως ακολουθεί μια σεναριακή δομή.Πιστεύω όμως ότι τα όρια ανάμεσα στα διάφορα είδη του σινεμά είναι ανύπαρκτα στην πράξη. Βλέπω το είδος το ντοκιμαντέρ σαν άλλο ένα είδος μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο του κινηματογράφου. Η μόνη διαφορά ίσως είναι πως στο ντοκιμαντέρ ο πρωταγωνιστής ερμηνεύει τον εαυτό του.
Υπάρχει μια στιγμή στην ταινία όπου μια από τις μουσικούς αναφέρει πως το ρεμπέτικο είναι ένα είδος μουσικής που έχει να κάνει με μια περιοχή προτού αυτή χωριστεί από σύνορα.

Πώς προσεγγίσατε το θέμα στην ταινία;
Εννοείς την πολιτική πτυχή; Δεν χρειάστηκε να μιλήσουμε για την πολιτική πτυχή, γιατί απλά είναι εκεί. Και είναι ένα από τα πράγματα για τα οποία νιώθω πραγματικά περήφανος που σε αυτή την ταινία συνεργαστήκαμε με τουρκικά συνεργία, ενώ η πολιτική κατάσταση σε σχέση με την Τουρκία δεν είναι και τόσο καλή. Επίσης, για τον τρόπο με τον οποίο συνεργάστηκαν τουρκικά και ελληνικά συνεργεία. Στήσαμε μια περιοδεύουσα συναυλία η οποία βασίζεται στην ταινία και ταξιδεύουμε σε πολλά μουσικά φεστιβάλ. Σε όλες τις χώρες όπου πήγαμε υπήρξε μια καταπληκτική συνεργασία ανάμεσα στις πρεσβείες και τις τοπικές κοινότητες για τη διοργάνωση. Αλλά αυτό που για μένα είναι πραγματικά ουσιαστικό είναι ότι στις συναυλίες μας βρίσκεις Τούρκους, Έλληνες, ανθρώπους από τις τοπικές εβραϊκές κοινότητες… Αυτό είναι που με κάνει περήφανο για τις συναυλίες. Συχνά είμαστε απαισιόδοξοι για τη δυνατότητα της τέχνης να κάνει κάποια διαφορά. Αλλά ένα πράγμα για το οποίο εγώ νιώθω πολύ θετικά, και που θεωρώ ότι μπορεί να φέρει κάποια αλλαγή, είναι η ιδιότητα της τέχνης να δημιουργεί διάλογο. Όταν το κοινό συναντάται σε αυτό το πλαίσιο -της τέχνης, όχι της πολιτικής ή της οικονομίας…- ξεκινά ένας παραγωγικός διάλογος. Και είναι αυτός ο διάλογος που μπορεί να φέρει μια αλλαγή. Με αυτή την έννοια, το ρεμπέτικο είναι πέρα από την πολιτική, δεν ανήκει σε κάποιο έθνος. Το ρεμπέτικο υπάρχει πριν από τα σύνορα.

Αναρωτιέστε τι θα έλεγε η ίδια η Ρόζα Εσκενάζυ αν μπορούσατε να της δείχνατε την ταινία σας;
Νομίζω πως η Ρόζα ήταν ένας πολύ απλός άνθρωπος. Προσπαθήσαμε να συλλάβουμε την εικόνα ενός κόσμου και μια στιγμή μέσα στον κόσμο αυτό. Αν δεις τους δύο μουσικούς στην αρχή και στο τέλος της ταινίας, σε κάποια στιγμή ο ένας αναλογίζεται “ποιος θα μιλήσει για μας αφότου φύγουμε από τη ζωή”. Αυτή είναι μια σημαντική πλευρά, η πλευρά της καταγραφής. Προσπαθήσαμε να φτιάξουμε μια εικόνα του κόσμου της, των ανθρώπων που ήταν γύρω της. Νομίζω ότι αυτό θα την ευχαριστούσε. Νομίζω πως θα την ευχαριστούσε πολύ και η προσοχή. Είναι μια στιγμή που κάθεται μαζί με τη Χαρούλα [Αλεξίου] στη μοναδική της εμφάνιση στην τηλεόραση, όπου το βλέμμα της περιπλανιέται στο χώρο και σταματά στην κάμερα, κοιτάζοντας ευθέως μέσα από αυτήν. Αυτή είναι η στιγμή που τη φέρνει πίσω στην ελληνική συνείδηση και τη μουσική της πίσω στον ελληνικό κανόνα. Μετά από αυτή την τηλεοπτική εμφάνιση ξεκίνησε και πάλι να τραγουδά.

Πώς εξελίσσεται το υπόλοιπο πρότζεκτ;
Μόλις τώρα έχουν κυκλοφορήσει το σάουντρακ και η ταινία σε DVD. Η παραγωγή ενός ντοκιμαντέρ παίρνει πολύ χρόνο και είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσει κάποιος επαγγελματικά βασιζόμενος στα εισοδήματα που θα αποφέρει η ταινία. Έτσι, αποφασίσαμε από την αρχή ότι αυτή η ταινία θα αποτελούσε μέρος ενός μεγαλύτερου πρότζεκτ, με την κυκλοφορία του CD αλλά και τη διοργάνωση συναυλιών. Η πρώτη συναυλία διοργανώνεται στο πλαίσιο της ταινίας. Στη συνέχεια διοργανώσαμε συναυλίες για την προώθηση της ταινίας και η επιτυχία τους ήταν τεράστια. Για τις συναυλίες είχαμε επτά μουσικούς και τρεις τραγουδιστές, ξεκινήσαμε με τη Γασμίν Λέβι, τη Μάρθα Φριντζήλα και τη Μεχτάπ Ντεμίρ, την οποία βλέπουμε και στο ντοκιμαντέρ. Κάναμε δύο συναυλίες στην Ελλάδα, μία στο Μπάντμντον και μία στη Θεσσαλονίκη, οι οποίες είχαν τεράστια επιτυχία. Στη συνέχεια πήγαμε στα Ιεροσόλυμα, όπου η Μάρθα αποφάσισε να μην συμμετάσχει για πολιτικούς λόγους και συνεργαστήκαμε με τη Γιώτα Νέγκα. Τη συναυλία έχει πια αναλάβει εταιρεία παραγωγής και έτσι στο πρόγραμμά μας των επόμενων μηνών είναι μία συναυλία στο Τέξας τον Μάρτη, και τον Μάη θα είμαστε στο Ισραήλ, το καλοκαίρι στη Γερμανία και στο Βέλγιο, τον Σεπτέμβριο στο Παρίσι, στο Ντίσελντορφ και στην Ολλανδία, και μετά επιστρέφουμε στην Αμερική για περιοδεία. Ελπίζω ότι θα επιστρέψουμε και στην Κύπρο για συναυλίες το καλοκαίρι.

+ “Καναρίνι μου γλυκό” – Η ιστορία της Ρόζας Εσκενάζυ. Μουσικό ντοκιμαντέρ: HD, 90′. Σκηνοθεσία – Παραγωγή: Roy Sher, Sher Productions Executive Producer: Ελπίδα Μαρκιανίδου
Διεθνής συμπαραγωγή: Cinephil Ισραήλ / ERT – Ελλάδα / IBA – Ισραήλ / ARTE TV – Γερμανία, Γαλλία. www.mysweetcanary.com

You May Also Like

ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΙΟΑΝΝΟΥ: O πολιτισμός στην Κύπρο παραμένει ζωντανός

Συνέντευξη στην Μερόπη Μωυσέως / Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Το κτήριο και τα προβλήματά του, ...

ROB RYAN

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Ένας σύγχρονος παραμυθάς ιστοριών και εικόνων, ο ιρλανδικής καταγωγής, γεννημένος ...

Mapping Cyprus

Γράφει η Χριστίνα Λάμπρου Εκδόσεις, χάρτες, χειρόγραφα, πίνακες ζωγραφικής, παρτιτούρες και φωτογραφίες παρουσιάζονται στο ...

Πόπη Αβραάμ | «Οι απόψεις μου ανήκουν στη μειοψηφία αλλά δεν με ενδιαφέρει»

Συνέντευξη στον Μιχάλη Σταύρου, 15.01.2010 Φωτό: Ελένη Παπαδοπούλου   Η Πόπη Αβραάμ επαναπροσδιορίζει τον ...

ERGON ENSEMBLE:Δεν θα ήμασταν συγκρότημα, εάν δεν δίναμε συναυλίες με εξαιρετικές ερμηνείες…

Συνέντευξη στον Πέτρο Λαζάρου Οι Ergon Ensemble στις 12 Νοεμβρίου θα βρίσκονται στην Κύπρο ...

Ai Weiwei: Never Sorry

Γράφει η Χριστίνα Λάμπρου, 10.4.2011   Μια βδομάδα μετά τη σύλληψη του, ο Κινέζος ...

X