Γιώργος Μπλάνας: σήμερα οι άνθρωποι εμπιστεύονται ιδέες, όχι συστήματα

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως

“Αν θέλει κανείς να βοηθήσει την ποίηση να επιβιώσει, καλύτερα είναι να προσπαθήσει να βοηθήσει τον άνθρωπο να επιβιώσει”. Ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας υποστηρίζει πως οι παλαιότεροι πνευματικοί άνθρωποι στην Ελλάδα αποδείχθηκαν δειλοί, αντίθετα με την ποίηση, που υψώνει το ανάστημά της

Από τους σημαντικότερους ποιητές της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, ο Γιώργος Μπλάνας είναι επίσης μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Την ερχόμενη Τετάρτη, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης*, η Εταιρεία Θεατρικής Ανάπτυξης Λεμεσού [ΕΘΑΛ] στήνει γέφυρα επικοινωνίας με τον Γιώργο Μπλανά, σε μια εκδήλωση γνωριμίας με τον ίδιο και το έργο του. Ο ποιητής που έκανε το πρώτο του βήμα στην ελληνική λογοτεχνία με το έργο “Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν τη σφαγή” για να τύχει ενθουσιώδους υποδοχής από τους κριτικούς, που προκαλεί την “ποιητική καθεστηκυία τάξη” με την ελευθεριότητα των στίχων του και το ασυμμάζευτο ύφος του, μίλησε στο “Π” για την ποίηση και τη θέση της στη βαρβαρότητα του 21ου αιώνα.

“Η ποίηση θα υπάρχει όσο υπάρχουν άνθρωποι”.
Αυτή η κουβέντα μοιάζει σαν ένα είδος χρησμού. Κάτι σχετικό με την Πυθία. Ωστόσο είναι κάτι πολύ απλό το οποίο έχει σχέση με τη βάση της ποίησης. Πρώτα απ’ όλα, η ποίηση είναι μια κανονική και ίσως η πρωταρχική λειτουργία της γλώσσας.

Πώς το εννοείτε αυτό;
Οι άνθρωποι σχηματίζουν τις έννοιες και τις λέξεις χρησιμοποιώντας μεταφορές και μετωνυμίες. Παραδείγματος χάρη, μιλάμε στην επιστήμη για μαύρες τρύπες. Δεν πρόκειται για τρύπες, είναι πλανήτες. Είναι σκοτεινοί, με τεράστια βαρυτική δύναμη, που συνθλίβουν οτιδήποτε υπάρξει στο πεδίο τους. Και μεταφορικά είναι σαν μια μαύρη τρύπα. Λέμε “ο βοριάς πήρε τα καράβια”. Δεν πήρε τίποτα ο βοριάς. Αέρας φύσηξε και δημιούργησε πιέσεις. Το αρχείο της γλώσσας, οι δύο βασικοί κανόνες με τους οποίους φτιάχνεται η γλώσσα, είναι η μεταφορά και η μετωνυμία. Συνεπώς, όσο υπάρχουν άνθρωποι θα υπάρχει η γλώσσα. Γιατί, αν αφαιρέσουμε τη γλώσσα απ’ τους ανθρώπους, δεν θα έχει μείνει τίποτα. Γι’ αυτό ξεχωρίζουν από τα ζώα. Για τη γλώσσα τους. Η σκέψη έπεται. Συνεπώς θα υπάρχει και ποίηση.
Τώρα, αν στο μέλλον τα ποιήματα δεν έχουν ακριβώς τη μορφή που έχουν σήμερα, όπως τα σημερινά ποιήματα δεν έχουν ακριβώς τη μορφή που είχαν πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή πριν από το 1900, είναι κάτι άλλο. Σημασία έχει ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι θα προσπαθούν με μετωνυμίες και μεταφορές, με τα υλικά της ποίησης, να προσδιορίσουν τον κόσμο γύρω τους και τα συναισθήματά τους.

Δεν τίθεται λοιπόν θέμα επιβίωσης της ποίησης.
Όχι, τίθεται θέμα επιβίωσης του ανθρώπου. Αν θέλει κανείς να βοηθήσει την ποίηση να επιβιώσει, καλύτερα είναι να μην αρχίσει να θρηνεί ότι χάνονται οι παλιές καλές αξίες, ο τρόπος που γραφόταν η ποίηση, τα μέτρα και οι ρυθμοί. Καλά είναι να προσπαθήσει να βοηθήσει τον άνθρωπο να επιβιώσει, και, όσο επιβιώνει ο άνθρωπος, θα υπάρχει ποίηση.

Επιμένετε στο σημείο της αλλαγής γραφής της ποίησης επειδή είναι πολύ ελεύθερος ο τρόπος με τον οποίο γράφετε τη δική σας ποίηση;
Ναι. Χρησιμοποιώ ελεύθερο στίχο. Βέβαια όλες τις τεχνικές, τις ρυθμικές ή τις μελωδικές, οι οποίες νομίζω ότι προσφέρουν στην έκθεση του σώματος.
Θα μπορούσε πάντως τα ποιήματά σας να θεωρούνται ελεύθερα μικρά κείμενα. Ναι, άλλωστε βρισκόμαστε σε μια περίοδο κατά την οποία υπάρχουν πολλές αμηχανίες. Είμαστε αμήχανοι για τα πάντα. Και δεν ξέρουμε ακριβώς πώς πρέπει να είναι γραμμένη η ποίηση. Ενδέχεται στο μέλλον η ποίηση να είναι αυτό που εμείς σήμερα χαρακτηρίζουμε ως πεζά κείμενα αλλά να μας μεταφέρουν ιδέες και συναισθήματα τα οποία έχουν παραχθεί μέσω της μεταφοράς και της μετωνυμίας. Αν δει κανείς την ουσία, αυτά τα δύο πράγματα θα ξεχωρίσει στην ποίηση.

Υπάρχει λοιπόν και εδώ η αμηχανία που επικρατεί παντού σήμερα.
Ο 20ός αιώνας υπήρξε ένα τεράστιο σφαγείο. Πρώτα απ’ όλα, προς τα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, αυτή η χρονική περίοδος υποσχέθηκε τον παράδεισο στους ανθρώπους. Δεν πρόλαβε να μπει και έδωσε στους ανθρώπους έναν φρικιαστικό πόλεμο, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα αέρια τότε πρωτοχρησιμοποιήθηκαν. Δεν πρόλαβε να περάσουν μερικά χρόνια ακόμα και έδωσε έναν ακόμη πιο φρικτό πόλεμο. Δημιουργήθηκαν κάποιες ελπίδες στις χώρες της Ανατολής, του υπαρκτού σοσιαλισμού όπως λέμε, και αυτές οι ελπίδες φάνηκε ότι ήταν γεμάτες τρύπες. Ξηλώθηκε κι αυτό το υφαντό. Λοιπόν, όταν ένας αιώνας ολόκληρος μοιάζει με σφαγείο, οι άνθρωποι δεν μπορούν να εμπιστευτούν συστήματα. Εμπιστεύονται ιδέες, αλλά όχι συστήματα. Και όταν εμπιστεύεσαι ιδέες αλλά όχι συστήματα, δεν είσαι βέβαιος για το τι πρέπει να κάνεις κάθε φορά. Διότι δεν υπάρχει το πρωτόκολλο του συστήματος το οποίο θα σου πει: σ’ αυτή την περίπτωση θα κάνεις αυτό και στην άλλη περίπτωση θα κάνεις το άλλο. Παραμένεις μόνος με την ιδέα σου. Η ιδέα σου είναι η επιθυμία σου. Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να προσπαθήσεις να επικοινωνήσεις την επιθυμία σου στους άλλους και ίσως να τραφούν κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι ταυτίζονται κι αυτοί με την επιθυμία σου και να μπορέσεις να δημιουργήσεις έναν κύκλο είτε προσωπικό ή κοινωνικό.

Ποια είναι η δική σας επιθυμία;
Η κοινωνική μου επιθυμία τυπικά θα μπορούσε να ειπωθεί ότι κυμαίνεται κάπου ανάμεσα στις μεταμαρξιστικές και μετα-αναρχικές απόψεις. Πιστεύω ότι μια κοινωνία η οποία θα σέβεται τον εαυτό της θα σέβεται όλες τις παραδόσεις και θα μπορεί να ενσωματώσει πολύ διαφορετικές συνήθειες και πολύ διαφορετικές πρακτικές χωρίς να υπάρχει πρόβλημα. Δηλαδή, οι άθεοι αυτονομιστές θα μπορούν να συμβιώνουν με τους χριστιανούς δογματικούς, χωρίς ούτε ο ένας ούτε ο άλλος να απαιτούν όλη η κοινωνία, όλη η ανθρωπότητα, ντε και σώνει να φτιαχτούν με τις δικές τους ιδέες. Αυτό είναι το σαράκι που έφαγε τον 20ό αιώνα. Διότι, μόλις κάποιος ανακάλυπτε αυτό που νόμιζε ότι είναι η αλήθεια, δεν αρκούσε να το μοιραστεί με την κοινότητά του, με τους γνωστούς του, με τον ευρύτερο κύκλο του, ήθελε να το επιβάλλει και σε όλους τους άλλους.
Απ’ εκεί τα κρεματόρια, απ’ εκεί τα γκούλακ, απ’ εκεί τα πάντα.

Η μετα-μαρξιστική παράδοση δεν είναι κι αυτή ένα σύστημα;
Δεν είναι σύστημα. Είναι ένας τρόπος ανάγνωσης των μαρξιστικών ιδεών, ο οποίος θέτει συνεχώς ερωτήματα και αφήνει το υποκείμενο, τον καθέναν ο οποίος διαβάζει, να έχει τη δική του άποψη και να σκέφτεται με τον δικό του τρόπο. Πρώτα απ’ όλα, η μετα-μαρξιστική παράδοση δεν ενδιαφέρεται να κάνει κάποιο κόμμα. Αυτό, απ’ ό,τι καταλαβαίνετε, τη θέτει σε μια θέση έλλειψης ισχύος απέναντι στους κοινωνικούς παράγοντες που οργανώνονται και έχουν μεγαλύτερη επιθετικότητα.

Πόσο δύσκολη είναι η υπεράσπιση της ποίησης σε μια σκληρή εποχή όπως αυτήν που ζούμε τώρα; Γιατί, στους περισσότερους, η ποίηση έχει τη μορφή μιας ρομαντικής εικόνας.
Στην πραγματικότητα, δημιουργεί την εικόνα μιας άχρηστης περιπλάνησης στα συναισθήματα. Αυτό πιστεύει ο μέσος άνθρωπος. Πλην όμως υπάρχουν τρεις γλωσσικές παραδόσεις σ’ όλο τον πλανήτη: η ιρλανδική, η σερβική και η ελληνική, οι οποίες, επειδή είναι πάρα πολύ βαθιές, μπορεί ο μέσος άνθρωπος να θεωρεί άχρηστη την ποίηση, μπορεί να τη θεωρεί άσκοπη περιπλάνηση, ή ότι δεν μπορεί να πετύχει κάτι γιατί δεν έχει τη δύναμη, αλλά τους ποιητές τούς σέβεται. Ακόμη κι ο πολύ λαϊκός άνθρωπος σέβεται τους ποιητές. Αυτό έχει οδηγήσει στο εξής φαινόμενο: τόσο στην κυρίως Ελλάδα όσο και στην Κύπρο, όπως το παρακολουθώ, ποτέ δεν υπήρξαν τόσο νέοι άνθρωποι οι οποίοι γράφουν και εκδίδουν βιβλία ποίησης. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι αποδέχονται τα μηνύματα της καλά στεριωμένης παράδοσης στην ελληνική γλώσσα και από την άλλη πλευρά αποδέχονται μια τάση στον σημερινό κόσμο, η οποία στη γαλλική φιλοσοφική παράδοση του Φουκώ λέγεται αισθητικοποίηση της προσωπικής ζωής ή μέριμνα για τον εαυτό. Οι άνθρωποι λοιπόν έχουν προσανατολιστεί στο εξής: προσπαθούν να βάλουν την αισθητική διάσταση και την καλλιέργεια στην προσωπική τους ζωή, όχι σαν φυγή από την πραγματικότητα αλλά σαν επαναστατική πρακτική. Προσπαθούν να ετοιμάσουν τους εαυτούς τους ώστε όταν θα μπορέσουν να βρουν τους ομοίους τους για να απαιτήσουν κάποιες κοινωνικές λύσεις να είναι έτοιμοι γι’ αυτό, αλλά να είναι καλλιεργημένοι. Να μην είναι άνθρωποι που αρχίζουν και κραυγάζουν και λένε “εγώ έτσι θέλω να είναι τα πράγματα, αλλιώς ιδού το μαχαίρι μου”. Νομίζω λοιπόν πως η ποίηση σήμερα δεν έχει ανάγκη από υπεράσπιση. Γιατί να υπερασπίσει κανείς την ποίηση που γράφεται στην Πελοπόννησο ή στην Κύπρο από τη στιγμή που ανοίγει τα σάιντ και βλέπει έναν ποταμό από στίχους γραμμένους από νέους ανθρώπους; Άρα η ποίηση έχει αρχίσει να υψώνει το ανάστημά της.

Είναι μια στροφή προς τον πολιτισμό γενικότερα που υπάρχει σε καιρούς κρίσης. Εξηγείται έτσι και για τα υπόλοιπα είδη τέχνης;
Έτσι είναι. Υπάρχει όμως κάτι πολύ σημαντικό. Θα έλεγε κανείς ότι σε περιόδους κρίσης, οι οποίες συνδυάζονται κιόλας με κάποιου είδους στερήσεις και μεγάλα προβλήματα, η κοινωνία θα συσπειρωνόταν στην κάλυψη πολύ στοιχειωδών αναγκών. Και θα ζητούσε καταφύγιο σε πρακτικές λύσεις, σε μεθόδους που θα έλυναν τα καθημερινά τους προβλήματα. Κι όμως, βλέπει κανείς πως υπάρχει μέσα σε αυτή την κρίση έκρηξη της αισθητικής ανάγκης. Θα επισημάνω όμως ότι συμβαίνει και το εξής: δεν είναι σε όλες τις χώρες της Ευρώπης έτσι.

Αλλά μόνο στην Ελλάδα;
Στο εσωτερικό της ελληνικής γλώσσας. Γιατί είναι κάτι διαφορετικό. Είναι η αντοχή της παλαιάς κοιτίδας του πολιτισμού. Και η παλαιά κοιτίδα του πολιτισμού ήταν πάντα το τόξο από την κυρίως Ελλάδα στην Κύπρο, στην Αίγυπτο και στον Λίβανο. Αυτό είναι η αντίσταση. Ένα θαυμαστό πράγμα. Το ίδιο γινόταν και με τους αρχαίους Έλληνες. Όταν αντιμετώπιζαν προβλήματα τις εποχές που ξέρουμε ότι αντιμετώπιζαν τα ισχυρότερα προβλήματα, στην Αθήνα, παραδείγματος χάρη, σ’ αυτές ακριβώς τις εποχές χρονολογούνται και οι σημαντικότερες κωμωδίες και τραγωδίες. Ενώ θα έλεγε κανείς το αντίθετο. Έχουμε μια παροιμία που λέει “νηστικό αρκούδι δεν χορεύει”. Φαίνεται πως στην Ελλάδα τα νηστικά αρκούδια έχουν περισσότερη όρεξη για χορό.

Ωστόσο, ο πνευματικός κόσμος στην Ελλάδα δεν βοήθησε στην αντιμετώπιση προβλημάτων.
Έχετε δίκαιο σ’ αυτό. Είναι και λίγο συγκυριακό το ζήτημα, διότι κάποιοι νέοι άνθρωποι πραγματικά έχουν τη δυναμική και το θάρρος να στηρίξουν τις προσπάθειες των ανθρώπων για κάτι καλύτερο στην Ελλάδα και να μην αφήσουν την ελληνική κοινωνία να πάει εκεί όπου κάποιοι αποφασίζουν να τη σύρουν…
Υπάρχει μια αθλία πολιτική εξουσία, η οποία σέρνει την Ελλάδα αυτήν τη στιγμή προς τον γκρεμό. Αν νέοι ποιητές και πεζογράφοι είχαν σήμερα το βήμα που είχαν οι παλαιότεροι, τότε είναι απολύτως βέβαιο ότι θα είχαν σταθεί στο πλάι του ελληνικού λαού και θα είχαν καταδικάσει το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Δεν το έχουν όμως. Οι παλαιότεροι δυστυχώς αποδείχθηκαν, στο μεγαλύτερο τους μέρος, δειλοί. Αποδείχθηκαν ότι δεν είναι κομμάτι του ελληνικού λαού. Ή, ο ελληνικός λαός τούς έδωσε τη γλώσσα και πήραν εκείνην τη γλώσσα, τη χρησιμοποίησαν, και, όταν χρειάστηκε να κάνουν το χρέος τους απέναντι σ’ αυτό το λαό που τους έδωσε γλώσσα, λίγοι είναι εκείνοι που έκαναν αυτό το χρέος. Αντίθετα, οι πανεπιστημιακοί μπορώ να πω ότι στάθηκαν στο ύψος τους και δίπλα στους Έλληνες και προσπάθησαν να τους διαφωτίσουν για το έγκλημα το οποίο διενεργείται αυτήν τη στιγμή κατά της Ελλάδας.

Πού οφείλεται αυτή η δειλία;
Ξέρετε, το να είναι κανείς λογοτέχνης στην Ελλάδα, όπως επίσης και στην Κύπρο, είναι η υπέρτατη τιμή γι’ αυτόν. Δεν έχει σημασία αν αυτή η τιμή γίνεται μετά το θάνατό του. Σημασία έχει ότι ο [Βασίλης] Μιχαηλίδης και ο Σολωμός είναι οι κορυφές των κοινωνιών μας. Δεν υπάρχει Κύπριος που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα σ’ αυτόν τον γίγαντα, τον Μιχαηλίδη. Επειδή υπάρχει αυτό το πράγμα, λοιπόν, το οποίο γίνεται κυρίως μέσω της εκπαίδευσης, οι λογοτέχνες φοβούνται περισσότερο το κράτος και την εξουσία. Θέλουν να είναι καλοί μαζί της. Διότι ακόμη και ο τελευταίος, ο πιο ασήμαντος, ελπίζει ότι κάποια θέση θα πάρει στην ιστορία του ελληνικού έθνους. Αυτό που διακυβεύεται στη λογοτεχνία δεν είναι το ίδιο το οποίο διακυβεύεται στην επιστήμη. Ο λογοτέχνης θα το πληρώσει. Δεν νομίζω πως είναι πολλοί, υπάρχουν όμως άνθρωποι οι οποίοι έχουν το θάρρος να επιβληθούν με τους δικούς τους όρους. Η εξουσία, το κράτος, τους κρατάει στο χέρι.

Είναι καταρχήν λυπηρό αυτό που λέτε. Είναι λυπηρό. Είναι όμως πάρα πολύ καλό για τους λίγους εκείνους ανθρώπους οι οποίοι το κατορθώνουν.
Ποιοι νομίζετε ότι το κατορθώνουν;
Είναι αρκετοί από τους Έλληνες λογοτέχνες οι οποίοι σε κείμενά τους στέκονται με πυγμή απέναντι σε όσα συμβαίνουν. Και βέβαια υπάρχουν και ομαδικές προσπάθειες. Αν σκεφτούμε πως τον τελευταίο καιρό φτιάχτηκε στην Ελλάδα ένας “Κύκλος Ποιητών”, μια λέσχη ποιητών ο οποίος ήδη έχει πολλές δραστηριότητες: έκανε, παραδείγματος χάρη, μαζί με την Εθνική Βιβλιοθήκη μια συζήτηση με τίτλο “Ποίηση και κρίση”. Δύο οικονομολόγοι κι εγώ. Εκεί υπήρξαν καταπέλτες. Διοργανώνεται επίσης στις 21 Μαρτίου μια πορεία ποιητών και καλλιτεχνών.

Είχα πάντα την εντύπωση πως, ειδικά από τον λογοτεχνικό χώρο, ξεχωρίζουν όσοι αντιστέκονται στο κατεστημένο. Αυτό είναι ένας από τους κοινούς τόπους τους οποίους τις τελευταίες δεκαετίες, μετά τις περιπέτειες που είχε η κυρίως Ελλάδα και η Κύπρος -γιατί ήταν κοινές οι περιπέτειες με τους συνταγματάρχες και όλα αυτά-, μετά τη μεταπολίτευση δηλαδή και το τραγικό γεγονός της εισβολής, περάσαμε μια περίοδο που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε λατινοαμερικανική.
Ήταν το πέρασμα σε μια άλλου είδους σύγχρονη δημοκρατία, όταν υπήρξε μια έκρηξη των αριστερών ιδεών και όπου η λογοτεχνία ταυτίστηκε με την αντίσταση κατά του άδικου και της εξουσίας. Στην πραγματικότητα δεν ήταν έτσι. Απλώς υπήρξαν κάποιες γενεές τέτοιων ποιητών στην κυρίως Ελλάδα διότι η γενιά του ’30 αποτελούνταν από ανθρώπους-μαριονέτες της πολιτικής. Αν σκεφτεί κανείς ότι τον Μυριβήλη τον πλήρωναν για να γράφει φυλλάδια με συνθήματα “Κομουνισμός: ο αιμοσταγής εχθρός του έθνους” ή “Το παιδομάζωμα των νεοβουλγάρων”… Είχαν μια αξιοπρεπή στάση ο Ρίτσος, ο Εμπειρίκος, ο Βαλαωρίτης. Αλλά μέχρι εκεί.

+ Στο πλαίσιο του εορτασμού της 21ης Μαρτίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης, η ΕΘΑΛ και το ΚΑΝΑΛΙ ΕΞΙ σε συνεργασία με την Ένωση Λογοτεχνών Λεμεσού “Βασίλης Μιχαηλίδης” διοργανώνουν ολοήμερο αφιέρωμα με τη συμμετοχή ποιητών από την Ελλάδα και την Κύπρο. Σε αυτό το πλαίσιο θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση γνωριμίας με τον Ελλαδίτη ποιητή Γιώργο Μπλάνα. Συμμετέχουν οι ποιητές Αντριάνα Κρητικού, Αντρέας Χατζηζαμπής και Πάμπος Κουζάλης. Η εκδήλωση θα δοθεί στις 19:30 στον Τεχνοχώρο της ΕΘΑΛ [Φραγκλίνου Ρούσβελτ 76, Ακίνητα Δήμου Λεμεσού – Κτήριο ΣΑΛΑ]. Πληροφορίες / κρατήσεις τηλ. 25877827. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού του Θεατρικού Μονόπρακτου στη Μνήμη Κωστή Κολώτα.

  • Show Comments

You May Also Like

Κοραλία Δημητριάδης: Το πιο δυνατό όπλο της γυναίκας είναι η φωνή της

Συνέντευξη στη Θεοδώρα Χρυσοστόμου/Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου «Just give me the Pills» ονομάζεται η νέα ...

ΒΑΣΟΣ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗΣ: Ούτε πολιτική, ούτε κοινωνική βούληση για το μουσείο

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Διευθυντής του τμήματος Αρχαιοτήτων επί 26 ...

Νίκος Φιλίππου: “Sharqi”

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου “Sharqi” είναι ο Σιρόκος, ο άνεμος που πνέει από τη ...

ΕΤΕΡΟΤΟΠΙΑ : «Τα βιβλία μας είναι για τους δρόμους, όχι για τα ράφια»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου «Επιλέξαμε ως όνομα του εκδοτικού οίκου ...

Κώστας Φέρρης: Σε πάτρια εδάφη

«Σκηνοθέτης και σεναριογράφος κινηματογράφου, τηλεόρασης, θεάτρου, πολυμέσων και άλλων θεαμάτων, συγγραφέας, θεατρικός, λιμπρετίστας, στιχουργός, ...

Bill Viola: Για τη μυστήρια μπλε λάμψη

[nggallery id=12]   Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου, 12.6.2011 Ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες στον ...

X