Νίκος Χαραλάμπους: «Είμαι ένας ευγενικός loser με καλές προθέσεις»

Συνέντευξη: Βαρβάρα Χριστοφόρου | Φωτογραφίες ©Ελένη Παπαδοπούλου

Ο Νίκος Χαραλάμπους, ο θεατράνθρωπος που δικαίως έχει τον τίτλο του μαθητή που ξεπέρασε τον δάσκαλό του, Κάρολο Κουν [κι ας το αρνείται], μιλά στο «Π» για τη νέα θεατρική του ομάδα, για τη σημερινή  θεατρική πραγματικότητα, αλλά και τη σχέση του με τον ΘΟΚ, ο οποίος «μάλλον λειτουργεί ακόμα με κανόνες δημοσιοϋπαλληλικούς, άρα δεν του κάνω και πολύ ως άτακτο γεροντάκι».

«Και τι κατάλαβα που μαθήτεψα δίπλα στους Μεγάλους των Γραμμάτων και των Τεχνών; Εξαιτίας τους κατέληξα ένας αιωνίως περιθωριακός καλλιτέχνης του απόλυτου…»

Ποιος είσαι τελικά Νίκο, κοιτάζοντας στον καθρέφτη και κοιτάζοντας τους ανθρώπους κατάματα;

Ένα παράξενο τίποτα είμαι κυρία Χριστοφόρου, μια εξαίρεση αποτυχίας στον κανόνα των επιτυχημένων των καιρών μας, αφού ούτε να κλέψω μπόρεσα ποτέ μου, ούτε να περιφρονήσω τον συνάνθρωπό μου, ούτε να γλείψω την εξουσία, ούτε καν να συμβιβαστώ με την περιρρέουσα μετριότητα των κρατούντων. Με δυο λόγια, ένας ευγενικός loser με καλές προθέσεις, ανάμεσα σε ευτυχισμένους τίποτε…

Μαθήτεψες σε μεγάλους δασκάλους, ανάμεσα στους οποίους ο προσωπικός σου δάσκαλος, ο μεγάλος Κάρολος Κουν, που κατάφερες να ξεπεράσεις. Τι αποκόμισες μέσα απ΄ αυτή τη γνώση;

Και τι κατάλαβα που μαθήτεψα δίπλα σε όλους αυτούς τους Μεγάλους των Γραμμάτων και των Τεχνών, τύπου Σακκέτα, Κουν, Τσαρούχη, Χατζιδάκι, Πλωρίτη, Χρήστου, Νικολούδη, Βολανάκη, Σολωμού, Ελύτη, Σεφέρη και δεν… συμμαζεύεται; Εξαιτίας τους κατέληξα ένας αιωνίως περιθωριακός καλλιτέχνης του απόλυτου, ένας Δον Κιχώτης της γοητείας του ταξιδιού χωρίς προορισμό, ένας Οδυσσέας του νόστου που μετατρέπεται σε ντροπή για τη χαμένη αθωότητα, για την άνοδο της ασημαντότητας, για την αποξένωση του ερωτευμένου με το πριν και το μετά, άρα ακατάλληλου για το παρόν. Το λέει και το τραγούδι… Πιο καλή η μοναξιάαα…

Πώς ήταν η πρώτη επαφή μ’ αυτή την τέχνη;

Είχα τόσες πολλές… επαφές στη ζωή μου όλα αυτά τα χρόνια, που το μόνο που θυμάμαι είναι η παιδική μου επαφή με την τέχνη του… βοηθού καραγκιοζοπαίκτη! Από τότε παίζω με την αίσθηση ότι δεν αξίζει να παίζεις για -ή με- καραγκιόζηδες. Έτσι, εξαφανίζομαι στις υποκλίσεις ή απορρίπτω κάθε μου σκηνοθετική πρόταση μόλις τη δω τελειωμένη ή πιστεύω ότι θα μπορούσα να είμαι καλύτερος απ’ ό,τι δείχνω! Φαύλος κύκλος ή…κλαυσίγελως;

Έχεις ακόμη τη φιλοδοξία, το όνειρο ή ακόμη το κουράγιο για πιο ψηλά σκαλοπάτια;

Ναι, το έχω. Γιατί τα σκαλοπάτια σημαίνουν έλλειψη εφησυχασμού, μόνιμη αυτοκριτική, δαιμόνια νεανικότητα! Δείξε μου τον άνθρωπο που πιστεύει πως κατάφερε να φτάσει σε καλλιτεχνικό «Έβερεστ» και θα το βάλω στα πόδια. Σιχαίνομαι τους «φτασμένους» που, για να το αποδείξουν, μετατρέπουν τη ζωή τους σε αφ’ υψηλού αυτοπεποίθηση δικαιώματος γονικών παροχών. Γεννιόμαστε , άρα φταίμε, άρα μια ζωή πρέπει να μαθαίνουμε απ’ τα λάθη μας κι όχι απ΄ τις, συνήθως, συμπτωματικές επιτυχίες μας.

«Επαψα πια να θυμώνω με κραυγαλέα περιστατικά, νιώθοντας ότι ένα από τα πιο δύσκολα για να αλλάξουν χαρακτηριστικά μας, ως οργανωμένης κοινωνίας, είναι ένας ωφελιμιστικός ωχαδελφισμός που έχει τις ρίζες του σε βάθος χρόνου και είναι αποτέλεσμα μιας γενικής φοβίας να αισθανθούμε ελεύθεροι από εξαρτήσεις»

Το θέατρο ίσως είναι η μόνη τέχνη που έχει την αμεσότερη επαφή με τον αποδέκτη της.  Πόσο δικαιωμένος αισθάνεσαι στην πορεία της «μεγάλης αναζήτησης» ή της «μεγάλης πορείας»; 

Eίναι αλήθεια ότι το Θέατρο αποτελεί την πιο σφαιρική θεώρηση όλων των πτυχών της κοινωνικής, θα έλεγα και πολιτικής, ερμηνείας της ζωής. Κι αυτό γιατί η Τέχνη του ήχου, του σώματος, της φωναχτής σκέψης και της έντονης συναισθηματικής εξωστρέφειας, σε κρατάει φρέσκο κι ασυμβίβαστο, σε οδηγεί μαθηματικά στη μουσική της επανάστασης και διαμαρτυρίας για καθετί που καταπιέζει τον άνθρωπο. Με δυο λόγια, συντηρεί τον οργανισμό σου σε εγρήγορση και τη σκέψη σου σε υγιή αγωνία, γνωρίσματα και τα δύο της έννοιας του μαχητή και όχι του συμβιβασμένου. Όπως το ‘πες, «μεγάλη πορεία», «μεγάλη διαδρομή», «δρόμος δύσβατος», «φουρτουνιασμένο ποταμάκι»…

Διαβάζεις ακόμη;  Δεν έχεις κουραστεί;

Διαβάζω ακόμη πιο πολύ κι ακόμα πιο πολλά πράγματα όσο περνάνε τα χρόνια! Νομίζω ότι ο άνθρωπος που σταματάει εν ζωή να ερωτεύεται, να ενθουσιάζεται και να θυμώνει σε όποια φάση του, έχει πεθάνει χωρίς να το ξέρει! «Δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη», αν καταλαβαίνετε τι εννοώ!

Υπάρχει προβληματισμός στην επιλογή του έργου που θα ανεβάσεις; Ποια είναι τα κριτήριά σου τόσο για το έργο αλλά και για τα άτομα που θα το εκτελέσουν; Υπάρχει συναισθηματική καταπίεση;

Ναι, υπάρχει έντονος προβληματισμός σε ό,τι επιλέγω να ανεβάσω στη σκηνή, όχι τόσο σε ό,τι θα δεχτώ να παίξω, επειδή είμαι ακόμη και σήμερα επηρεασμένος από τον μεγάλο μου Δάσκαλο, τον Κουν -που φυσικά και δεν πιστεύω ότι τον ξεπέρασα, αισθάνομαι ακόμα μαθητής του- γιατί με δίδαξε πως κάθε θεατρικό έργο αξίας, σε καθοδηγεί, δεν το καθοδηγείς εσύ. Οι μεγάλοι συγγραφείς γράφουν πριν από μας, για μας, γι’ αυτό και πάντοτε προσπαθώ να ερευνώ το πίσω μέρος της σκέψης τους προτού τολμήσω να τους αποκαλύψω στο κοινό… Αν αυτό δεν το κάνεις με σεμνότητα και διαίσθηση, γερνάς πριν την ώρα σου. Προσέξτε, τονίζω το «οι μεγάλοι συγγραφείς»…

Πόσο διαβάζεις ή διάβασες Κύπριους συγγραφείς και ποιο κατά τη γνώμη σου το επίπεδο του Κύπριου θεατρικού συγγραφέα, ως προς την ποιότητα και έναντι ξένων ή Ελλαδιτών συγγραφέων;

Ανέκαθεν ένοιωθα ένα δέος απέναντι σε αυτούς που γράφουν Θέατρο, έτσι είναι φυσικό να με ενδιαφέρουν οι Κύπριοι συγγραφείς, παλιότεροι και πιο νέοι. Λαός χωρίς δική του δραματολογική δραστηριότητα, μένει ανολοκλήρωτος. Πιστεύω, μάλιστα, ότι το συγγραφικό εύρος, πέραν τού όποιου περιορισμού της τοπολαλιάς, των γηγενών συγγραφέων μας, είναι όσο μέγιστο είναι και το ιστορικό βάθος του πολιτισμού μας… Οι Κύπριοι κουβαλάμε ένα βαθύ παράπονο που, όταν δεν μετατρέπεται σε συμβιβαστική φοβία, εμπεριέχει μια αξιόλογη ευφυία, βαθιά κρυμμένη πίσω απ’ τις λέξεις! Ένα παράξενο κράμα τρόμου του κενού με μαχητική άρνηση συμβιβασμού μάς χαρακτηρίζει ως εθνότητα. Η Τέχνη στην Κύπρο έπρεπε να έχει άλλη τύχη, πιο ανεξάρτητη από κόμματα και πιο μαχητική  από δοτές ιδεολογίες. Παράγουμε ηθοποιούς και μουσικούς, ζωγράφους και χορευτές πολύ πιο πάνω από το μικρό σε μέγεθος καβούκι μας.

Γιατί νομίζεις δεν προτιμούνται [αποφεύγω τον όρο υποτιμούνται] οι Κύπριοι συγγραφείς, τόσο από τον ΘΟΚ όσο και άλλα κυπριακά θέατρα; Αυτό το συναντάμε και στις δικές σου επιλογές.

Διαφωνώ ότι «υποτιμούνται» οι ντόπιοι συγγραφείς. Αναλογικά, κάθε χρόνο, όποτε είμαι εδώ, βλέπω να ετοιμάζονται πολλά για το μικρό μας δέμας, έργα από συγγραφείς και ντόπια θεατρικά σχήματα. Όπως βλέπω να υπάρχει μια πλημμυρίδα τηλεοπτικών σειρών σε κυπριακή διάλεκτο. Όσο για μένα, νομίζω ότι είναι γνωστή η «εξάρτησή» μου από την ελληνική μας κουλτούρα, αφού έχω σκηνοθετήσει άπειρες ελληνικές τραγωδίες αλλά και ποικίλα θεάματα δανεισμένα από την πλατύτερη ελληνική επικράτεια, παλιά και νέα. Το πρόβλημα όμως παραμένει ανεκπλήρωτο σε Θέατρα, όπως ο ΘΟΚ, που ως επιχορηγούμενο από την Πολιτεία, οφείλει να εμπεριέχει στο ρεπερτόριό του ό,τι καλύτερο υπάρχει σε κυπριακή και ελληνική Δραματολογία κάθε χρόνο, ίσως σε μεγαλύτερη αναλογία από ξένα έργα.

Πώς προέκυψε το «Αμφίκτιο» και το όνομά του;  Είναι εταιρικό ή οικογενειακή επιχείρηση;  Δίνει καρπούς τελικά;

Το «Αμφίκτιο» δεν προέκυψε από κάποια περίεργη συγκυρία ή πρόθεση! Ήταν η φυσιολογική μου επιλογή, μετά από μια τεράστια εμμονή και αφοσίωση στις δομές και στις αξίες της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας. Επιστρέφοντας για πολλοστή φορά στο «αμαρτωλό» -από άποψη αξιοκρατίας- νησί μας, δεν είχα άλλη επιλογή από το να προτείνω μια όσο το δυνατόν πιο δημιουργική ενασχόλησή μου με ένα «ελεύθερο» σχήμα θεατρικό. Για να είσαι δημιουργικός, οφείλεις να βρεις τρόπους να μεταφέρεις συνεχώς στις νεότερες γενιές πληροφορίες και λύσεις που νιώθεις ότι σε εκπροσωπούν μεν, αλλά αφορούν σε εκείνους. Το Αμφίκτιο μάλλον ιδρύθηκε από μόνο του, αφού ο σημερινός ΘΟΚ, ως Εθνικό Θέατρο, μάλλον λειτουργεί ακόμα με κανόνες δημοσιοϋπαλληλικούς, άρα δεν του κάνω και πολύ ως άτακτο γεροντάκι.

Από κει και πέρα, σύμφωνα  με το καταστατικό του πρόγραμμα, το Αμφίκτιο φιλοξενεί και κείμενα σύγχρονου προβληματισμού με ακραίες κοινωνικές και ιδεολογικές παραμέτρους, ελπίζοντας ότι θα του επιτραπεί να παραμείνει ζωντανό στη σημερινή πολυεπίπεδη θεατρική μας ζωή. Αυτό που είναι φανερό μέχρι τώρα είναι ότι κάθε άλλο παρά αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση. Μάλλον ως καταφύγιο νέων ανθρώπων του Θεάτρου μας φιλοδοξεί να στιγματιστεί.

Αλήθεια, ποια η σχέση σου με τον ΘΟΚ σήμερα; Στο παρελθόν είχες μια πολύ στενή σχέση ως δικό του παιδί.

Θέλω σιγά-σιγά [προς Θεού, όχι γιατί μπορώ ποτέ να συμφιλιωθώ με τις δομές ενός κρατικοδίαιτου Θεάτρου στον τόπο που αγαπώ] να σταματήσω να κάνω ανώφελη κριτική στα κακώς κείμενα του Κρατικού μας Θεάτρου. Θέλω να πιστεύω ότι μόνο ένας μονόφθαλμος απολογισμός της πολύχρονης σχέσης μου μαζί του θα αμφισβητούσε ότι είχα την τιμή να σκηνοθετήσω τα πιο πολλά έργα του ρεπερτορίου του ή ότι έβγαλα το Κυπριακό Θέατρο εκτός των τειχών, από τη Νέα Υόρκη μέχρι τη Μόσχα και τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, χωρίς κανένας επίσημος φορέας να μου ζητήσει να αναλάβω μια πολιτειακή πολιτιστική ευθύνη μακράς πνοής σ’ αυτό τον τόπο, αλλά ούτε και να δείξει έμπρακτα ότι το έχει επαρκώς εκτιμήσει.

Τα έχω πει τόσες φορές αυτά που με βαρέθηκα ο ίδιος. Από την άλλη, κουράστηκα να υφίσταμαι μια ψυχολογική απογοήτευση κάθε φορά που επιστρέφω οίκαδε και διαπιστώνω ότι, γενικά, ο Κυπριακός Κρατισμός ζει και βασιλεύει. Έτσι, έπαψα πια να θυμώνω με κραυγαλέα περιστατικά, νιώθοντας ότι ένα από τα πιο δύσκολα για να αλλάξουν χαρακτηριστικά μας, ως οργανωμένης κοινωνίας, είναι ένας ωφελιμιστικός ωχαδελφισμός που έχει τις ρίζες του σε βάθος χρόνου και είναι αποτέλεσμα μιας γενικής φοβίας να αισθανθούμε ελεύθεροι από εξαρτήσεις.

Ευτυχώς η ολοένα και πιο έντονη και συχνή επικοινωνία μου με νέα παιδιά και μαθητές/τριές μου, με γέμισαν με μια ελεγχόμενη αισιοδοξία ως «διδάσκων αεί διδασκόμενος»!

 

+ O Νίκος Χαραλάμπους σκηνοθετεί την πρώτη παραγωγή του Θεάτρου Διόνυσος για τη σεζόν 2012/2013 με το έργο «Θα ΄σαι δω ξανά του χρόνου» του Bernard Slade. Πρωταγωνιστούν η Χριστίνα Παυλίδου και ο Χρήστος Λούλης. Η πρεμιέρα προγραμματίζεται για τις 10 Οκτωβρίου 2012.

ΠΑΡΑΘΥΡΟ | ΠΟΛΙΤΗΣ

  • Show Comments

You May Also Like

Νικόλας Κουρουμτζής : H αλήθεια του θεάτρου και των ΜΜΕ

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Θα το έχετε προσέξει πως στην ειδησεογραφία των ημερών, πέρα ...

Ράνια Σχίζα: Η σχέση μάνας – παιδιού είναι αδιαπραγμάτευτη

Ένα από τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής δραματουργίας, “Ο ήχος του όπλου” της Λούλας ...

ΓΙΟΥΛΙΑ ΦΡΑΝΚ : Τα όνειρα ο μόνος τρόπος να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Η κομουνίστρια γιαγιά, η ηθοποιός και πολιτικοποιημένη μητέρα με τις ...

Μαρία Λοϊζίδου : Η σχέση μας με τη σύγχρονη τέχνη είναι μια σκοτεινή υπόθεση

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως / Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Παρέχοντας πρόσβαση σε κρυφούς χώρους του ...

Ρεαλισμός και φαντασία σε κινούμενα σχέδια

Μιλήσαμε με την Ελένη Χανδριώτου, μια από τους Κύπριους animators που λαμβάνουν μέρος στο ...

Μαρία Ιόλη Καρολίδου: «Η Λέιλα είναι μία ισχυρή γυναίκα»

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μιχάηλου Ιστορίες που δεν ξεστόμισε ποτέ επιθυμεί να αφηγηθεί στο πλαίσιο ...

X