Ελλάδα-Κλυταιμνήστρα | Κύπρος-Ηλέκτρα

Του Νέαρχου Γεωργιάδη

Η κυπριακή διάλεκτος “μάς αποκόβει από το υπόλοιπο έθνος, δυσκολεύει την καταγραφή στο χαρτί και συνεπώς τη λογοτεχνική παραγωγή”, ενώ είναι “γλωσσικό όργανο της αγροτικής κοινωνίας του παρελθόντος”, ισχυρίζεται ο σημερινός φιλοξενούμενος στο “Ανοιχτό Παράθυρο”

Η γεωγραφική και πολιτική απομόνωση διαφόρων τμημάτων ενός έθνους, με τον καιρό δημιουργεί τα ιδιώματα και τις διαλέκτους. Το ιδίωμα έχει γλωσσικές αποκλίσεις από την κοινή εθνική γλώσσα, όχι όμως τόσο μεγάλες ώστε να το καθιστά ακατανόητο στο υπόλοιπο έθνος. Όμως η διάλεκτος [ποντιακή, κυπριακή] έχει τόσο μεγάλες αποκλίσεις που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να την κατανοήσει το υπόλοιπο έθνος.

Αυτό είναι, λοιπόν, το πρώτο μειονέκτημα της κυπριακής διαλέκτου. Είναι μια εκπομπή μηνυμάτων περιορισμένης εμβέλειας που φτάνει μόνο μέχρι τις 800.000, αντί μέχρι τα 20.000.000 των Ελλήνων [συμπεριλαμβανομένων και εκείνων της διασποράς]. Μοιάζει με τοπικό σταθμό περιορισμένης ακτίνας, συγκρινόμενος με έναν πανεθνικό σταθμό που εκπέμπει σε όλο τον κόσμο.

Δεύτερο μειονέκτημά της: είναι μια προφορική γλώσσα της αγροτικής εποχής και δεν μπαίνει εύκολα στο χαρτί [σε αντίθεση με τα άλλα ιδιώματα], επειδή έχει φθόγγους που δεν αντιστοιχούν σε γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου και επειδή έχει πάθη συμφώνων [εκθλίψεις, αποκοπές, συγκοπές κλπ.] που παραμορφώνουν την εγγραφή της πάνω στο χαρτί. Αλλά και όταν ακόμα καταγράφεται, το αποτέλεσμα είναι άκομψο: εν έν έτσι, τζ’αχαμαί, τζ’αμαί, τζ’αι, τσιαι, τσαι, αρτσιεύκω κλπ.] πράγμα που δυσκολεύει αρκετά τους θεατρικούς συγγραφείς, αλλά και τους πεζογράφους, στην καταγραφή των διαλόγων.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, η κυπριακή διάλεκτος μάς αποκόβει από το υπόλοιπο έθνος, δυσκολεύει την καταγραφή στο χαρτί και συνεπώς τη λογοτεχνική παραγωγή, και μετατρέπει τον λόγο μας σε εκπομπή τοπικής εμβέλειας με μικρό κοινό. Επιπρόσθετα, αποτελεί γλωσσικό όργανο της αγροτικής κοινωνίας του παρελθόντος, με όλες τις φθογγολογικές και συντακτικές παραμορφώσεις που άφησε η Φραγκοκρατία και η Τουρκοκρατία, ένα γλωσσικό όργανο μουσειακό πλέον που δεν μπορεί να αποδώσει τη φρασεολογία και τη θεματολογία της σύγχρονης εμποροβιομηχανικής και ψηφιακής κοινωνίας.

Με λίγα λόγια η κυπριακή διάλεκτος είναι κατάλληλη για συνομιλία με τους χωριανούς μας [και μάλιστα σε επίπεδο γραφικότητας και… κεβεζέ], ακατάλληλη όμως για συνομιλία με το υπόλοιπο έθνος και την Ευρώπη. [Η κοινή ελληνική είναι μια από τις ευρωπαϊκές γλώσσες, αλλά βεβαίως όχι και η κυπριακή διάλεκτος].

Από το 1974 και μετά σημειώθηκαν δύο εξελίξεις που εξ αντικειμένου προώθησαν πολύ την κοινή δημοτική. Πρώτον, η προσφυγιά [ουδέν κακόν αμιγές καλού] αστικοποίησε τους περισσότερους εκτοπισμένους, φέρνοντάς τους σε αστικά κέντρα, όπου η καθημερινή γλώσσα είναι πολύ πλησιέστερη προς την πανελλήνια κοινή δημοτική. Δεύτερον, η εμφάνιση και λειτουργία πολλών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών καναλιών διέδωσε περισσότερο τη χρήση της κοινής δημοτικής τόσο στην προφορική ακουστική της μορφή όσο και στη γραπτή [υπότιτλοι ταινιών].

Ωστόσο, υπάρχει και μία μειοψηφική τάση αναβάθμισης της διαλέκτου σε βάρος της κοινής νεοελληνικής δημοτικής. Αυτή η τάση δεν ήταν και τόσο σοβαρή, μέχρι που πήρε και μια επίσημη μορφή με την πρόσφατη συμμετοχή του κράτους.

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όταν ομιλεί εκτός χειρογράφου χρησιμοποιεί, κατά κανόνα, ακραίες μορφές κυπριακής διαλέκτου, με τρόπο γραφικό, που θυμίζει κυπριώτικο σκετς: Η Ελλάδα και η Κύπρος είναι “ξιπετσισμένοι κουρκουτάες” που κατατρέχουν ο ένας τον άλλον! Το “ττοππούζιν” σε βάρος των κτηνοτρόφων δείχνει ότι είμαστε “ττοππουζοκοινωνία”. Μια ποιήτρια που τον εξύμνησε με πλήθος στίχων της κυπριακής διαλέκτου τον “εκλαμούρισεν κάμποσες φορές”. Για τους πολιτικούς αντιπάλους χρησιμοποιεί το “απόν αντρέπεται ο κόσμος εν δικός του” κλπ., κλπ.

2. Το κρατικό τηλεοπτικό κανάλι αναβάθμισε την κυπριακή διάλεκτο με σήριαλ τύπου “βράκας και ποδίνας”, τα οποία επεκτείνονται σε εκατοντάδες συνέχειες, απορροφώντας όχι μόνο τα πολύτιμα κονδύλια του ΡΙΚ αλλά και τους καλύτερους ηθοποιούς που διαθέτει η Κύπρος, υποβαθμίζοντας και αχρηστεύοντάς τους σε μεγάλο βαθμό. Και μάλιστα όλα αυτά τα κυπριακά θεατρογραφήματα επαναλαμβάνονται επ’ άπειρον, σαν να πρόκειται για αριστουργήματα!Παρομοίως έχουμε και τηλεοπτικούς διαγωνισμούς κυπριακής διαλέκτου με πρόχειρες αποσπασματικές μεταδόσεις τραγουδιών και χωρίς επιστημονικό υπόβαθρο.

3. Το κράτος χρηματοδότησε και εξέδωσε “Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας” [2010], η οποία αναβαθμίζει την κυπριακή διάλεκτο, τη θεωρεί ανανεωτικό στοιχείο, βασικό στοιχείο ταυτότητας που διαφοροποιεί την κυπριακή λογοτεχνία από την ελληνική: Ως αποτέλεσμα, υπερτιμούνται συγγραφείς που χρησιμοποιούν αδιάκριτα την κυπριακή διάλεκτο σε βάρος των άλλων, προβάλλεται και εξυμνείται ο σολοικισμός, αφού σε πολλά από τα υμνούμενα έργα εμφανίζονται συντακτικά, γλωσσικά και φραστικά τέρατα από την αλόγιστη ανάμειξη κυπριακού λεξιλογίου με σύνταξη της κοινής δημοτικής, και άλλα πολλά. Αλλά η διαφοροποίηση κυπριακής και ελλαδικής λογοτεχνίας βρίσκεται στη διαφορετική ιθαγένεια των συγγραφέων και στη διαφορετική κατά κανόνα θεματολογία και όχι στην επιστροφή σε μια μουσειακή αγροτική διάλεκτο του παρελθόντος.

Η αιφνίδια τάση αναβάθμισης της κυπριακής διαλέκτου σε βάρος της κοινής νεοελληνικής, και μάλιστα επί αριστερής διακυβέρνησης, τι να σημαίνει άραγε; Σημαίνει μια τάση εγωκεντρισμού, αυτισμού, απομονωτισμού: Η Κύπρος είναι το κέντρο του κόσμου, στρέφεται προς τον εαυτό της, ομφαλοσκοπείται και εξωραΐζει την εικόνα της. Υγιές ή νοσηρό το φαινόμενο; Θα ήταν ενδιαφέρον να χρησιμοποιήσουμε κάποιες έννοιες της ψυχανάλυσης, καθώς δεν είναι μόνο τα άτομα που ψυχαναλύονται αλλά και ολόκληρες κοινωνίες, αρχίζοντας από τους ηγέτες τους.

Ο τραγικός κύκλος των Ατρειδών είχε εμπνεύσει όχι μόνο τον Όμηρο, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Ευριπίδη, τον Σαίξπηρ [Άμλετ], αλλά και τον πατέρα της ψυχανάλυσης. Ο Φρόιντ έχει μιλήσει κι έχει γράψει για το “Σύμπλεγμα της Ηλέκτρας”: Η Ηλέκτρα υπεραγαπούσε, όπως κάθε φυσιολογική κόρη, τον πατέρα της Αγαμέμνονα. Όμως η μητέρα της Κλυταιμνήστρα τον σκότωσε για χάρη του εραστή της Αιγίσθου. Έτσι η Ηλέκτρα μίσησε τη μητέρα και ήθελε να την εκδικηθεί. Μεταφέροντας με προσοχή τη σχέση αυτή στη νεότερη κυπριακή ιστορία, η μάνα Ελλάδα-Κλυταιμνήστρα προσπάθησε με το πραξικόπημα να εξοντώσει τον πατέρα Μακάριο-Αγαμέμνονα για χάρη του Αμερικανού εραστή-Αίγισθου. Η νεαρή δημοκρατία Κύπρος-Ηλέκτρα αναπτύσσει δυσμενή συναισθήματα για τη μάνα Ελλάδα [που μέχρι το πραξικόπημα ήθελε να ενωθεί μαζί της!]

Ας θυμηθούμε τις προεδρικές ρήσεις ότι, εκτός της Τουρκίας, και η Ελλάδα πραγματοποίησε εισβολή στην Κύπρο το 1974. Κι ακόμα ότι δεν χρειαζόμαστε πια μητέρες πατρίδες.
Αυτό, λοιπόν, το σύμπλεγμα αναπτύσσεται όχι με φονικές διαθέσεις [τη χρειαζόμαστε ακόμα την Ελλάδα], αλλά με την υποβάθμιση της νεοελληνικής γλώσσας και την αντίστοιχη αναβάθμιση της κυπριακής διαλέκτου, στην πολιτική, στη ραδιοφωνία-τηλεόραση, στη λογοτεχνία, στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Στο ερώτημα αν είναι υγιές ή νοσηρό το φαινόμενο, δεν μπορούμε να απαντήσουμε ότι είναι υγιές. Στην πολιτική συμβολίζει την τάση εγωκεντρισμού, κυπροκεντρισμού, αυτισμού, απομόνωσης [κυπριακός καφές, κυπριακή ιδιοκτησία κλπ.] Στη ραδιοφωνία-τηλεόραση σημαίνει επαρχιωτισμό, στασιμότητα. Στον τομέα της λογοτεχνίας σημαίνει απομονωτισμό, ηθογραφία, λεξιπενία, σολοικισμό, επαρχιωτισμό. Με άλλα λόγια, οπισθοδρόμηση και αυτοκαταστροφή.

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ «Π»

Το «Παράθυρο» δημοσιεύει κείμενα που εκτιμά ότι μπορούν να αποτελέσουν το έναυσμα για γόνιμη συζήτηση. Η άποψη του Νέαρχου Γεωργιάδη είναι ενδιαφέρουσα και, βέβαια, όπως με κάθε πλούσιο κείμενο, μπορεί κανείς να διαφωνεί και να συμφωνεί στα σημεία.

Σε αυτή την περίπτωση υιοθετούμε τις διαπιστώσεις για την εμβέλεια του κυπριακού ιδιώματος, την επιτηδευμένη χρήση από πολιτικούς, το ότι και οι κοινωνίες ψυχαναλύονται. Επικροτούμε και το ευφυές μυθολογικό σχήμα, αν και δύσκολα θα μπορούσε να ισχύει για την κυπριακή διάλεκτο.

Επισημαίνουμε όμως ότι τέτοια προβλήματα εμφανίζονται σε όλα τα ιδιώματα, απλώς δεν φανταζόμαστε πόσο διαδεδομένη είναι η πολυτυπία στον ελληνόφωνο χώρο. 

Κρατούμε και τις επιφυλάξεις μας στις προεκτάσεις του κειμένου όσον αφορά τις σκοπιμότητες, ενώ κατηγορηματικά αντίθετοι είμαστε ως προς την αποκοπή της Κύπρου «από το υπόλοιπο έθνος» λόγω της κυπριακής διαλέκτου.

Ας είναι όμως αφορμή για εποικοδομητική ανταλλαγή απόψεων και προβληματισμών.

  • Show Comments

You May Also Like

Μήνυμα από μια παράσταση με καλό σκοπό

Γράφει η Βαλεντίνα Φαίδωνος* Αργά το απόγευμα. Το τηλέφωνο κτυπάει. Διστακτική φωνή μετά τα ...

Κανείς δεν ζει χωρίς τιμή | Ένα αφήγημα από την Τουρκία

Του Βαγγέλη Αρεταίου*   Ξημέρωμα.          Η Νουριέ έχει τα μάτια της ορθάνοιχτα μες το ...

Περί φιλανθρωπίας

Του Ντίνου Θεοδότου Όπου υπάρχει φτώχεια, ανέχεια και δυστυχία, εκεί βρίσκεται πρόσφορο έδαφος και ...

Το εύθραυστο οικοσύστημα του σχεδίου «Θυμέλη»

Γράφει ο Χάρης Καυκαρίδης | Σκηνογράφος Καλλιτεχνικός συνδιευθυντής της θεατρικής ομάδας Παραβάν και μέλος ...

Σκέψεις για την ετερότητα με αφορμή την παράσταση χορού Drops of Peace

Του Γιάννη Παπαδάκη, Κοινωνικού Ανθρωπολόγου Πανεπιστήμιου Κύπρου Ως θεατή, η παράσταση αυτή με έβαλε ...

Ένα σημείωμα για τις συναυλίες της Νένας Βενετσάνου στην Κύπρο

Η Αναστασία Ασλανίδου μάς έστειλε ένα σημείωμα για τις συναυλίες της Νένας Βενετσάνου στην ...

X