Σπύρος Χαραλάμπους : “Το χρώμα είναι φλύαρο”

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως

Χρειάστηκε τρία χρόνια μέχρι να τελειώσει, και ολοκληρώθηκε τρεις μέρες πριν την προβολή της στο φετινό Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Κύπρου. Ωστόσο η ταινία “Άννα”, σε σκηνοθεσία του Σπύρου Χαραλάμπους, απέσπασε το πρώτο βραβείο του κυπριακού διαγωνιστικού τμήματος του φεστιβάλ, κερδίζοντας τις εντυπώσεις της διεθνούς κριτικής επιτροπής. Ο σκηνοθέτης της ταινίας μιλά στο “Π” για την πρώτη μικρού μήκους ταινία του και εξηγεί γιατί, ενώ βρίσκεται στον χώρο του κινηματογράφου εδώ και 20 χρόνια, “άργησε” τόσο να παρουσιάσει δείγμα της κινηματογραφικής του γραφής.

Μέσα σε 22 λεπτά ασπρόμαυρων πλάνων, ο Σπύρος Χαραλάμπους και ο Θέο Παναγίδης, ο οποίος υπογράφει το σενάριο, αφηγούνται την ιστορία της 30χρονης Μαίρης [Έιμι Λυσάνδρου] και του 85χρονου Μιχάλη [Σπύρος Σταυρινίδης], από τις Φιλιππίνες και την Κύπρο αντίστοιχα. Ο κ. Μιχάλης περνά τις ώρες του μπροστά στην τηλεόραση παρακολουθώντας μια σαπουνόπερα με ηρωίδα την “Άννα”. Αποκαλεί, έτσι, την Μαίρη που τον φροντίζει “Άννα”. Ένα όνομα που αποδεικνύεται πως έχει μεγάλη σημασία γι’ αυτόν. Η ταινία προβλήθηκε στο φετινό Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Κύπρου στο Θέατρο Ριάλτο, μαζί με άλλες 15 ταινίες μικρού μήκους, κυπριακής παραγωγής. Απέσπασε το πρώτο βραβείο και θα πάρει τον δρόμο της για άλλα φεστιβάλ του κόσμου. “Νομίζω πως έχει την προοπτική να ταξιδέψει ως ‘δείγμα’ κυπριακού κινηματογράφου”, επισημαίνει ο σκηνοθέτης της ταινίας και εξηγεί: “Είναι, θεωρώ, αξιοπρεπές ως εξαγώγιμο προϊόν, γιατί ο κινηματογράφος είναι ένα προϊόν με το οποίο η κάθε χώρα μπορεί να δείξει την κουλτούρα της. Αυτό είναι ο κινηματογράφος. Μπορείς μέσα σε ένα χρονικό πλαίσιο, όσο διαρκεί μια ταινία μεγάλου ή μικρού μήκους, να καταλάβεις αρκετά πράγματα για τον πολιτισμό της και τις συνήθειες, για το κλίμα της, για τη γλώσσα της”.

Άσπρο – μαύρο
Η ταινία του Σ. Χαραλάμπους δεν ήταν η μοναδική στο φεστιβάλ γυρισμένη σε ασπρόμαυρο πλάνο. Δεν ήταν καν η μόνη κυπριακή. Ο Ζήνων Χατζηπαύλου απέρριψε επίσης το χρώμα στην ταινία του, με τίτλο “Σταγόνα”. Η δε βραβευμένη “Nolya”, του Τζεμ Οζτουφεκσί, απέσπασε το βραβείο σκηνοθεσίας στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα.
“Δεν ήθελα να έχω το φυλετικό χρώμα στο δέρμα της Φιλιππινέζας και του Κυπρίου”, λέει ο Σ. Χαραλάμπους, σημειώνοντας τον κύριο λόγο για τον οποίο προτίμησε την ασπρόμαυρη εικόνα στην ταινία του. “Είναι μια λύση που δεν συνηθίζεται πια και έχει αρκετές προκλήσεις, να μπορείς να παίξεις με σκιές και φως. Το χρώμα είναι μια άλλη διαδικασία, έχει μια φλυαρία, ενώ το ασπρόμαυρο έχει μια αποστασιοποίηση και μένει η ουσία της ιστορίας”. Η ταινία είναι γυρισμένη με την ψηφιακή κάμερα RED, η οποία θεωρείται πως μπορεί ώς έναν βαθμό να αντικαταστήσει το φιλμ.

Το σενάριο
Σε μια σπάνια στιγμή για τον κυπριακό κινηματογράφο, το σενάριο της ταινίας δεν υπογράφει ο ίδιος ο σκηνοθέτης αλλά ένας… σεναριογράφος! Εν προκειμένω, ο κριτικός κινηματογράφου, και κινηματογραφιστής ο ίδιος, Θέο Παναγίδης.
“Ο σκηνοθέτης δεν είναι θεός”, σχολιάζει γι’ αυτό ο Σ. Χαραλάμπους. “Ο κινηματογράφος είναι ομαδική δουλειά, ο καθένας βάζει το δικό του κομμάτι του παζλ. Είπα στον Παναγίδη την ιδέα και έγραψε τις σκηνές. Και πια το σενάριο του ανήκει. Για την επόμενη ταινία προσπαθώ να γράψω εγώ το σενάριο, αλλά και πάλι νομίζω πως θα χρειαστώ καθοδήγηση από ανθρώπους που ξέρουν τι κάνουν. Ανήκω στον χώρο της σκηνοθεσίας, όχι του σεναρίου. Μπορώ να αναπτύξω την ιδέα μου, αλλά θέλω ο σεναριογράφος να βάλει τη δική του πινελιά, όπως και ο σκηνογράφος, ο διευθυντής φωτογραφίας, οι ίδιοι οι ηθοποιοί. Η δουλειά του σκηνοθέτη δεν είναι να κάνει τα πάντα, αλλά να μπορεί να φέρει μαζί το συνεργείο, ώστε να δουλεύουν όλοι για ένα πράγμα, για το ‘όραμα’ ας πούμε, του σκηνοθέτη”.
Ο ίδιος υποστηρίζει πως το πρόβλημα με τα καλά σενάρια δεν είναι αποκλειστικά κυπριακό. Θεωρεί επίσης πως οι μικρού μήκους ταινίες γίνονται ακριβώς για να δοκιμάσει κανείς τις δυνάμεις του. “Είναι άλλο να έχεις μια ιδέα στο μυαλό σου κι άλλο να μπορείς να τη μεταφέρεις στο κοινό. Κινηματογράφος δεν είναι να κάνεις μια ταινία για να τη δει η οικογένειά σου αλλά για να βγει προς τα έξω μια ιστορία και να ταξιδέψει. Δεν έχει νόημα να κάνεις μια ταινία μόνο για σένα”.

Η “Άννα”
Ο σκηνοθέτης στρέφει την κάμερά του στη Μαίρη. Πρόκειται για μια 30χρονη “οικιακή βοηθό” από τις Φιλιππίνες, η οποία δεν βρίσκεται στο περιθώριο της συζήτησης, ούτε είναι η καρικατούρα τηλεοπτικής σειράς. Τοποθετείται στο κέντρο του πλατό και είναι η πρωταγωνίστρια. “Πολλές Φιλιππινέζες στην Κύπρο είναι πρωταγωνίστριες”, επισημαίνει ο Σ. Χαραλάμπους. “Το έναυσμα για αυτή την ιστορία ήταν η οικογένειά μου. Θα το δείτε και στο μέλλον, ασχολούμαι με θέματα από το περιβάλλον μου που επεμβαίνουν στη ζωή μου. Ο βασικός λόγος που έκανα αυτήν την ταινία ήταν η γιαγιά μου, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. Είχε Αλτσχάιμερ και τη φρόντιζε μια Φιλιππινέζα. Ο αγώνας και των δύο ήταν μεγάλος, απλώς η γιαγιά μου κάποια στιγμή έπρεπε να φύγει. Ο ήρωας είναι η Φιλιππινέζα. Γιατί ένας άνθρωπος με διαφορετική γλώσσα, διαφορετικό χρώμα, διαφορετική ήπειρο, η μοίρα της τη φέρνει στην Κύπρο για να συνοδέψει κάποιον να πάει στον άλλο κόσμο. Αυτό το πράγμα είναι ιερό από τα αρχαία χρόνια. Όσο ιερό είναι ένας άνθρωπος να έρχεται στον κόσμο, άλλο τόσο είναι να τον βοηθήσεις να φύγει. Ως Κύπριοι, το χάσαμε αυτό. Δίνουμε σε μια Φιλιππινέζα 150 ευρώ και είμαστε καλά με τη συνείδησή μας. Ήθελα, λοιπόν, να μεταφέρω αυτό που είδα. Πηγαίνοντας ένα βήμα πιο κάτω, βάλαμε στην ιστορία ένα μυστικό του παππού. Τον ανεκπλήρωτο έρωτά του. Ο άνθρωπος δεν αναγνωρίζει την οικογένεια, ούτε το περιβάλλον του, αλλά αναγνωρίζει τον χαμένο του έρωτα. Εδώ έχουμε έναν πιο “κυπριακό” κοινωνικό ρατσισμό, του πατέρα που δεν αφήνει την κόρη του να παντρευτεί όποιον θέλει”.
Ως ηρωίδα του, ο Σ. Χαραλάμπους ήθελε τη γυναίκα που φρόντιζε τη γιαγιά του. Για τους δικούς της λόγους εκείνη αρνήθηκε και ο σκηνοθέτης προχώρησε σε ακροάσεις χωρίς αποτέλεσμα. Συνάντησε την Έιμι σε ένα μπαρ, τυχαία το βράδυ μετά τις ακροάσεις. Ήταν αυτό που ζητούσε αλλά η ίδια αρχικά είπε πως δεν την ενδιέφερε. Ο ίδιος της ζήτησε να το ξανασκεφτεί και όταν βρέθηκαν ξανά συμφώνησαν.
“Η Έιμι και ο Σπύρος Σταυρινίδης γνωρίστηκαν μια μέρα πριν το γύρισμα. Δεν έκαναν πρόβες. Γνωρίστηκαν, διάβασαν το κείμενο και αποχαιρετίστηκαν μέχρι την ημέρα του γυρίσματος”, λέει ο Σ. Χαραλάμπους, αναφέροντας πως ως σκηνοθέτης εργάζεται στο πλατό. “Με την ενέργεια του χώρου, των ηθοποιών, της σκηνής, του καιρού. Αυτά συντελούν στο να στηθεί μια σκηνή επί τόπου. Η δουλειά είναι πιο ‘ενεργειακή’ για μένα, όχι εγκεφαλική. Δουλεύω εκτός του κειμένου μέχρι να φτάσω σ’ αυτό”.

Θέατρο και σινεμά
Η επόμενη ταινία του Σπύρου Χαραλάμπους, και πάλι μικρού μήκους, πραγματεύεται τον έρωτα και την απώλειά του με έναν ιδιαίτερο άνθρωπο, μια τρανσέξουαλ. Ελπίζει πως θα τη γυρίσει μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, γιατί “έχουμε πολύ χρονοβόρο σύστημα στην Κύπρο”, σημειώνει. “Οι αιτήσεις και οι επιχορηγήσεις γίνονται μία φορά τον χρόνο, ενώ θα μπορούσε να γίνονται ανά εξάμηνο και να έχουμε, έτσι, πιο γρήγορη παραγωγή. Τώρα κωλυσιεργούμε, χάνουμε το συναίσθημα, χάνουμε τους ανθρώπους με τους οποίους θα θέλαμε να συνεργαστούμε”.
Θα επιστρέψει, επίσης, στο θέατρο [σκηνοθέτησε τον Μάριο Ιωάννου στην παραγωγή “Το ημερολόγιο ενός τρελού (μουσικού)] συνεργαζόμενος με το Κέντρο Τεχνών Μίτος για δεύτερη φορά μετά τις καλοκαιρινές “Βάκχες” ενώ συνεχίζει την συνεργασία του με τον Κωνσταντίνο Γιάνναρη ως casting director και βοηθός του για τη νέα ταινία “Καλάσνικοφ” του πολυβραβευμένου σκηνοθέτη του ελληνικού κινηματογράφο. Όσο για τον κινηματογράφο της χώρας μας, “υπάρχουν πολλοί και σαφώς πολύ καλοί σκηνοθέτες στους οποίους είτε δεν έχει δοθεί ακόμη η ευκαιρία να δημιουργήσουν ή δεν έχουν δημιουργήσει ακόμη συνειδητά. Το λέω αυτό γιατί εγώ άργησα να κάνω την πρώτη μου μικρού μήκους ταινία, ενώ θα μπορούσα να βγω από τη σχολή και να κάνω δέκα ταινίες μέχρι τώρα. Ήθελα να είμαι έτοιμος για να κάνω ταινία, να έχω κάτι να πω”.
Λέει ακόμη πως μια κινηματογραφική παραγωγή χρειάζεται τη βοήθεια του κράτους. “Δημιουργείς κάτι που αντιπροσωπεύει την Κύπρο και βγαίνει στο εξωτερικό. Το κράτος στηρίζει, η οικονομική βοήθεια όμως θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Και να βρεθεί μια λύση για τη διανομή. Υπάρχουν ταινίες μεγάλου μήκους που γίνονται στην Κύπρο και δεν μπορούν να παίξουν στους κυπριακούς κινηματογράφους. Αν υπήρχε κάτι πιο οργανωμένο ώστε να προστατεύεται ο δημιουργός και το έργο του και να προβάλλεται, μπορεί να βγάλει και έσοδα απ’ αυτό. Το κοινό βλέπει ό,τι του δείχνεις. Γιατί να δει μπλοκμπάστερ και να μην δει μια ταινία από τον τόπο του και να καταλάβει δυο πράγματα παραπάνω;”.

+ Η ταινία “Άννα” θα προβληθεί σύντομα στη Λευκωσία σε ημερομηνία που θα ανακοινωθεί αργότερα.

You May Also Like

Γεωργία Ντέτσερ: 20 χρόνια [στο] Ριάλτο

“Είναι μια πορεία με πολλές απαιτήσεις και σκαμπανεβάσματα, αλλά που σου προσφέρει πολλές χαρές, ...

«Ευρυδίκη»: Μυθολογία αλλιώς στη σκηνή του Θεάτρου Διόνυσος

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μιχάηλου Ένα αταίριαστο αλλά ερωτευμένο ζευγάρι, ο Ορφέας και η Ευρυδίκη ...

Mενέλαος Πήττας: “Των πατέρων ημών”

Γράφει η Χριστίνα Λάμπρου *”Ο χαμένος χρόνος ουδέποτε ανακτάται με την επάνοδο σε έναν ...

ΚΩΣΤΗΣ ΜΑΡΑΒΕΓΙΑΣ : “Η ελπίδα είναι βασικό συστατικό του βιοπορισμού μας”

Συνέντευξη στην Μερόπη Μωυσέως “Ξέρεις τι με ενόχλησε σ’ αυτό που έγινε εδώ; Αυτή ...

Στέλιος Μάινας: «Το Δείπνο έχει κάνει διεθνή καριέρα»  

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μιχάηλου Την ευθύνη των γονιών στην ανατροφή των παιδιών τους πραγματεύεται ...

Οι Burger Project είναι -ξανά- εδώ

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Αποφεύγοντας επιμελώς τις… μεγάλες δηλώσεις, όπως φαίνεται και από τις ...

X