ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΤΣΙΚΟΝΟΥΡΗΣ : “Δεν κυνηγάω το επίκαιρο, κυνηγάω το καίριο”

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως

Ο γνωστός από το θεατρικό “Γάλα” συγγραφέας, μιλά στο “Π” για τους ανυπεράσπιστους των έργων του, για τους αγανακτισμένους και για τις μπαμπούσκες που βγαίνουν η μια μετά την άλλη και δίνουν την ελπίδα της σωτηρίας πριν το τέλος του κόσμου. Έχει μείνει καμιά και για την Ελλάδα;

Ο Βασίλης Κατσικονούρης είναι ένας από τους σημαντικότερες σύγχρονους θεατρικούς συγγραφείς στην Ελλάδα. Μια από τις κυριότερες -και, γιατί όχι, αντιστασιακές- πένες στην ταλαίπωρη χώρα, ο Έλληνας συγγραφέας βρέθηκε τη βδομάδα που πέρασε στην Κύπρο για το ανέβασμα ενός ακόμη έργου του, του μονολόγου “Το Μπουφάν της Χάρλεϊ ή Πάλι Καλά”, με την Αννίτα Σαντοριναίου σε σκηνοθεσία Γιώργου Μουαΐμη. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά για τις αφορμές των έργων του, τους ανυπεράσπιστους, τους αγανακτισμένους και το μυθιστόρημά του που μόλις κυκλοφόρησε και το οποίο σε αντίθεση με τη ρεαλιστική και συχνά σκληρή γραφή του στα θεατρικά έργα, είναι ένα σουρεαλιστικό, δοσμένο με χιούμορ κείμενο για το… τέλος του κόσμου.

Είναι δύσκολο επάγγελμα η θεατρική γραφή.
Βέβαια, κυρίως όσον αφορά κάποια τεχνικά χαρακτηριστικά. Γιατί θέλει απομόνωση, θέλει ώρες και ξενύχτι. Άμα καπνίζεις κιόλας, σίγουρα επιβαρύνεται αυτό το πράγμα. Αλλά στην ουσία του, είναι συναρπαστικό. Είναι μια άλλη ζωή να γράφεις ένα έργο. Βγαίνουν καινούριες καταστάσεις, άλλα πρόσωπα.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά σε σχέση με τη συγγραφή μυθιστορημάτων; Ναι. Εγώ έτσι ξεκίνησα, να γίνω συγγραφέας και να κάνω μπεστ σέλερ. Αλλά βαριόμουνα τις περιγραφές και τις αναλύσεις που έχει μέσα ένα μυθιστόρημα. Όταν κατάλαβα ότι αυτό που στο μυθιστόρημα θέλεις σελίδες για να το πεις, στο θέατρο μπορείς να το πεις με δυο τρεις ατάκες ή ακόμα και με μια παύση, είπα “ωραία, εδώ είμαστε, κόβουμε δρόμο”.
Χώρια που μου φάνηκε πιο κοντά σε κάτι αληθινό. Στο μυθιστόρημα μπορεί να κάνεις μια κατασκευή, είσαι εσύ ο συγγραφέας και ο σκηνοθέτης μαζί. Ενώ στο θεατρικό γράψιμο είσαι απλώς αυτός που μπαίνει στον ψυχισμό των προσώπων και κάνεις βόλτες εκεί μέσα. Ανακατεύεις τα πράγματα, δημιουργούνται κάποιες καταστάσεις και δεν είσαι τόσο πολύ υποχρεωμένος να έχεις το πάνω χέρι, όπως όταν γράφεις ένα μυθιστόρημα. Είσαι λίγο πιο ελεύθερος από την ευθύνη τού να στήσεις ένα ολόκληρο κόσμο. Στο θεατρικό έργο, ο κόσμος προκύπτει. Παρ’όλα αυτά έγραψα ένα μυθιστόρημα το οποίο κυκλοφορεί τώρα στην Αθήνα.

Το όνομά του;
Μπαμπούσκα. Κυκλοφόρησε πριν μερικές μέρες. Κάποια στιγμή με έπιασε η ματαιοδοξία μου. Σκέφτηκα, τι συγγραφέας είμαι αν δεν έχω γράψει κι ένα μυθιστόρημα; Το έκανα ως φόρο τιμής στην αφετηρία, όταν άρχισα να γράφω.
Και τι θέμα έχει; Είναι ένα παλαβό μυθιστόρημα. Έχει να κάνει με το τέλος του κόσμου. Αυτά είναι τα κακά νέα, ότι ο κόσμος θα καταστραφεί. Τα καλά νέα είναι ότι κατεβαίνει ένας αρχάγγελος και ένας άγγελος για να τον σώσουνε και το όπλο τους είναι μια Μπαμπούσκα, όπου κάθε κούκλα έχει ένα μήνυμα και μια αποστολή, που αν την φέρουν εις πέρας, θα σωθεί ο κόσμος. Δεν θα έλεγα πως είναι απολύτως επιτυχημένη αυτή η αποστολή… Έχει αρκετό χιούμορ, πάντως. Ο υπότιτλός του είναι “Ένα μελαγχολικό μυθιστόρημα που έχει πλάκα”.

Το θεατρικό έργο δεν είναι ρεπορτάζ

Ποιες είναι οι αφορμές για τα έργα σας;
Το ίδιο το βουητό της ζωής. Δεν ξέρω και ‘γω από πού θα μου ‘ρθει. Απλώς όταν από κάτι που βλέπω, που ζω, που ονειρεύτηκα, που πέφτει στην αντίληψή μου, καταλάβω ότι εμπεριέχει μέσα του τη δυνατότητα γράμματος, τότε μπαίνω στην ιστορία. Συγκεκριμένα θέματα που έχω στα έργα μου και με προβληματίζουν και μένα, υπάρχουνε. Αλλά αφορμές για να βγουν αυτά τα θέματα μπορεί να είναι οτιδήποτε. Ας πούμε η ιστορία του “Μπουφάν της Χάρλεϊ” ξεκίνησε από έναν φίλο που είχε υπηρετήσει στην προεδρική φρουρά στην Αθήνα ως εύζωνας και μου είπε ότι πού και πού έρχονταν διάφοροι τύποι που δεν στεκόντουσαν στα καλά τους και τους μιλούσαν. Αυτό μου έδωσε τη “λαβή” για να ονειρευτώ αυτή τη γυναίκα που έρχεται και μιλάει στον εύζωνα και του λέει για τα δικά του και τα δικά της νιάτα.
Η ελληνική πραγματικότητα πάντως έχει πολλά ερεθίσματα.
Ναι, αλλά δεν πρέπει να παρασύρεσαι απ’ αυτό το γεγονός, γιατί τα πολλά είναι και τα εύκολα ερεθίσματα. Μπορεί να κάνεις κάτι το οποίο εξωτερικά φαίνεται πως έχει να κάνει με την επικαιρότητα και όλα αυτά τα τρομερά πράγματα που ζούμε, αλλά είναι λίγο σαν να “σερφάρεις” στην επιφάνεια των γεγονότων. Από κάτω υπάρχουν πράγματα που είναι και αρχέγονα. Που έχουν να κάνουν με τη φύση και τον ψυχισμό του Έλληνα. Ή το πέρασμα μέσα από την ιστορία. Όλα αυτά νομίζω πως θέλουν μια μεγαλύτερη και πιο βαθιά προσέγγιση. Το θεατρικό έργο για μένα δεν είναι ρεπορτάζ, να το κάνεις τώρα για αυτό που συμβαίνει τώρα. Το θεατρικό έργο πρέπει να ψάχνει τι συνέβη πριν και να ανιχνεύει τις αιτίες στο παρελθόν, για αυτό που συμβαίνει στο παρόν. Να κάνει και ένα είδος “μαντείας” για το πού οδηγούν κάποια πράγματα σε σχέση με το μέλλον. Δουλειά του συγγραφέα ή του καλλιτέχνη γενικότερα είναι να σκάβει πιο κάτω, με κάποια υπόγεια διαδρομή να σκάβει κάποια τούνελ μέσα από τα οποία να καταλαβαίνουμε καλύτερα και πιο βαθιά αυτά που συμβαίνουν τώρα.

Είναι δουλειά του συγγραφέα να έχει ευαισθησίες

Πόσο χρόνο παίρνει η έρευνα για ένα θεατρικό έργο; Ή είναι μια διαδικασία προσωπική;
Έχει να κάνει με το πότε θα μιλήσει το πρώτο πρόσωπο. Υπάρχει η κατάσταση που με ενδιαφέρει, υπάρχει το θέμα και έχει να κάνει με το πότε θα ακούσω την πρώτη ατάκα από τα πρόσωπα του έργου. Απ’ εκεί και πέρα αρχίζουν όλα μαζί, ανακατεμένα. Και το γράψιμο, και η έρευνα, και η διαθεσιμότητα τού να προσλαμβάνω πια τα πάντα γύρω μου. Δεν λειτουργώ πολύ οργανωμένα, είμαι λίγο τσαπατσούλης σ’ αυτά. Κι όταν αισθανθώ ότι μέσα σ’ αυτό το χάος βγαίνει κάτι ανάγλυφα, καταλαβαίνω ότι έχω έργο.
Τα έργα σας, πάντως, αφορούν μεν διαχρονικά θέματα αλλά και το τώρα. Είναι περίεργο αυτό γιατί τα έργα μου παίζονται με μεγάλη καθυστέρηση. Το “Μπουφάν” παίζεται εδώ τώρα αλλά το έγραψα το 2004. Το “Γάλα” γράφτηκε το 2003 και παίχτηκε το 2006 κι ακόμα θεωρείται πως είναι ένα έργο που αφορά το τώρα. Νομίζω πως αυτό συμβαίνει επειδή δουλεύω έτσι όπως περιέγραψα πριν. Δεν κυνηγάω το επίκαιρο, κυνηγάω το καίριο. Και το καίριο είναι πάντα επίκαιρο.
Θεωρείτε πως σε κάποιους συγγραφείς υπάρχουν μεγαλύτερες ευαισθησίες ως προς τις προσλαμβάνουσες της κοινωνίας; Ο συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να έχει ευαισθησίες. Είναι η δουλειά του. Υποτίθεται ότι ο καλλιτέχνης είναι αυτό το ιδιαίτερο πλάσμα -όχι ότι είναι πιο ευαίσθητος κι οι άλλοι είναι χοντρόπετσοι- απλώς αν θέλεις έχει πιο αυξημένη την ικανότητα να προσλαμβάνει τα ερεθίσματα και να τα επεξεργάζεται. Οποιοσδήποτε γράφει, πρέπει να έχει την αίσθηση των πραγμάτων που αφορούν όλους, συμβαίνουν σε όλους, επηρεάζουν όλους, αλλά αυτός αναλαμβάνει να τα φέρει σε λέξεις.
Θα γράφατε για την Ελλάδα της κρίσης; Όταν περάσει η κρίση, μπορεί. Κάπως αισθάνομαι ότι για να γράψεις γι’ αυτό που συμβαίνει τώρα, έτσι όπως είναι νωπό, είναι σαν να σπεκουλάρεις λίγο, σαν να “σερφάρεις” πάνω στην πραγματικότητα. Εγώ δεν θέλω να σερφάρω, θέλω να κάνω καταδύσεις. Απ’ εκεί και πέρα, δεν ξέρεις τι είναι αυτό που έχεις γράψει και ποιους αφορά. Οπότε, δεν έχω την αγωνία να γράψω κάτι που σώνει και καλά θα αφορά και άμεσα και τόσο ξεκάθαρα την κρίση. Αυτά νομίζω θα γίνονταν αν ζούσαμε σε ένα καθεστώς δικτατορίας, που πλέον η κατάσταση είναι φοβερά επείγουσα και δεν μπορείς να κάθεσαι να κάνεις ψυχολογικά δράματα ή μελαγχολικούς μονόλογους. Εκεί θα πρέπει να μιλήσεις στα ίσα. Ευτυχώς δεν έχουμε φτάσει σε ένα τέτοιο σημείο.

Χρησιμοποιούνται όμως κάποιοι όροι.
Χρησιμοποιούνται και νομίζω πως και οι όροι και το λεξιλόγιο αυτών των ανθρώπων που τα χρησιμοποιούν για να δώσουν την αίσθηση του επείγοντος, έχουν ακριβώς αυτό που θέλω να αποφύγω εγώ: το κηρυγματικό, το στρατευμένο, το οποίο με απωθεί. Ορίστε ο Τράγκας, ας πούμε, μιλάει για δικτατορία με έναν τρόπο που για μένα είναι απωθητικός. Προς το παρόν προσπαθώ να φυλάξω τη δουλειά μου απ’ το να γλιστρήσει σε τέτοιου είδους κηρύγματα. Σαφώς είναι μια δύσκολη κατάσταση, αλλά νομίζω πως πολλές φορές, κάνοντας κάτι που φαινομενικά είναι άσχετο, πραγματικά βοηθάς πολύ περισσότερο στο να αλλάξει η κατάσταση.

Νομίζω πως ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για την τριλογία των ανυπεράσπιστων.
Ναι, είναι τρία έργα: το “Γάλα”, οι “Αγνοούμενοι” και το “Πήρε τη ζωή της στα χέρια της” που παίζεται τώρα στην Αθήνα. Αισθανόμουνα ότι αυτά τα τρία έργα έχουν αυτή τη σύνδεση γιατί έχουν σαν καταλυτικό ρόλο ένα πρόσωπο το οποίο έχει μια λοξότητα, μια απόκλιση η οποία θέτει εμάς τους “κανονικούς” προ των ευθυνών μας. Αυτά τα τρία πρόσωπα, ο “Λευτέρης” στο “Γάλα”, η “Δέσποινα” στους “Αγνοούμενους” και η “Φωτεινή” στο “Πήρε τη ζωή της…” μάς ξεβολεύουν. Και κατά κάποιον τρόπο αισθάνεται ο περίγυρος να τα βολέψει αυτά τα πρόσωπα, να τα τακτοποιήσει. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να χάσουν αυτή τη φοβερά ενδιαφέρουσα απόκλιση που έχουν, τη μαγεία αν θέλεις ή την αγνότητά τους. Και αυτό είναι κάτι στο οποίο είναι εκτεθειμένα αυτά τα πρόσωπα. Δεν μπορούν να υπερασπιστούν την απόκλισή τους. Πιστεύω ότι όλα τα μαγικά πλάσματα αυτού του κόσμου είναι εξ ορισμού ανυπεράσπιστα, όπως είμαστε όλοι εμείς, πριν μεταμορφωθούμε σε άτομα χωρίς καμία μαγεία, απλώς διεκπεραιώνουμε μηχανικά τις καθημερινές μας υποθέσεις. Πριν μας συμβεί αυτό, είχαμε αυτή τη μαγεία την οποία χάσαμε γιατί δεν μπορούσαμε να την υπερασπιστούμε. Πιστεύω ότι αυτή η τριλογία είναι μια ελεγεία για αυτή τη χαμένη αθωότητα, την ανυπεράσπιστη. Τουλάχιστον ας καταγραφεί ότι κάποτε, αυτή την ωραία απόκλιση την είχαμε όλοι μας. Ας υπάρχει τουλάχιστον η μνήμη της.
Οι ανυπεράσπιστοι είναι περισσότεροι από τους αγανακτισμένους; Ναι, σήμερα ναι. Όλοι είμαστε ανυπεράσπιστοι και οι αγανακτισμένοι είναι απλώς ένας αριθμός ατόμων που δηλώνουν αγανακτισμένοι, αλλά δεν έχει ξεκαθαριστεί ακόμα για ποιο πράγμα είναι αγανακτισμένοι.

Να, οι υπάλληλοι της Βουλής στην Αθήνα, αγανάκτησαν οι άνθρωποι επειδή θα τους έκοβαν τον 16ο μισθό. Από τη στιγμή που υπάρχουν αγανακτισμένοι, για μένα αυτό είναι και λίγο επικίνδυνο. Και όχι ξεκάθαρο. Ξεκίνησε σαν μια ωραία ιστορία, με την έννοια ότι κάτι έπρεπε να γίνει, με την έννοια της αντίδρασης σε κάτι πολύ άσχημο που είχε αρχίσει να μας συμβαίνει, αλλά ακριβώς επειδή δεν είναι κάτι ξεκάθαρο, και δεν είχε από κάτω έναν πιο βαθύ προβληματισμό, επέτρεψε ώστε να είναι η χοάνη όπου εκκολάφτηκαν άσχημα πράγματα. Σίγουρα η Χρυσή Αυγή σπεκουλάρισε μέσα σ’ αυτό και σίγουρα στρατολόγησε πολλούς αγανακτισμένους.

Βεβαίως μπορεί αυτή η αντίδραση να είναι η ύστατη λύση. Πώς θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά μόνος ο βαθύς προβληματισμός; Στο να υπάρξει ένα είδος συνείδησης και να δεχτούμε κάποιες σκληρές πραγματικότητες. Φερ’ ειπείν, δεν αντέχει το Δημόσιο τόσους ανθρώπους, είναι μια επιχείρηση η οποία μπορεί να πληρώνει όσους υπαλλήλους χρειάζεται και παράγουν έργο. Αυτό είναι μια πραγματικότητα η οποία πρέπει να γίνει αντιληπτή. Όταν το καταλάβεις αυτό, λες εντάξει, αλλά αυτοί οι άνθρωποι τι θα γίνουνε; Θα αγωνιστείς αυτοί οι άνθρωποι να έχουν έστω την ελάχιστη εξασφάλιση. Το θέμα είναι προς τα πού στρέφεις την αγανάκτησή σου. Εγώ λέω στην εξυγίανση του αγώνα και όσοι φύγουν να έχουν το μίνιμουμ αξιοπρεπούς διαβίωσης και δεύτερης ευκαιρίας να κάνουν κάτι άλλο. Σαν πολίτης έχω την απαίτηση από τη στιγμή που πληρώνω φόρους, να μην υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος που να μην έχει πού θα κοιμηθεί το βράδυ. Το απαιτώ και θα έπρεπε να το απαιτούμε όλοι. Είναι μια δύσκολη κατάσταση, αλλά να πούμε όλοι ότι υπάρχει ένα δίχτυ ασφαλείας για τους πραγματικά πιο αδύναμους. Αλλά ο καθένας είναι αγανακτισμένος γιατί του κόβουν τον δικό του μισθό.

Η Ελλάδα έχει μπαμπούσκες που θα τη βοηθήσουν να σωθεί;
Νομίζω πως φτάσαμε και στην τελευταία κούκλα. Αν υπάρχει άλλη, μάλλον κάπου θα έχει πέσει κάτω από κανένα τραπέζι, στον κάλαθο των αχρήστων, όπως η λίστα Λαγκάρντ. Όχι, τι να σου πω; Είναι η ώρα της αλήθειας. Δεν μπορεί να περιμένουμε κάποιον που θα βγάλει μια κούκλα ή έναν λαγό απ’ το καπέλο. Μιλάνε κάποιοι για την εμφάνιση ενός μεγάλου ηγέτη όπως παλιά. Δεν ξέρω όμως κατά πόσο δουλεύει αυτό το πράγμα πια.
Κάποια στιγμή πρέπει να καταλάβουμε ότι μεγάλοι ηγέτες είμαστε όλοι μας, ο καθένας στη ζωή του. Κι αν περιμένουμε από κάποιον να μας βάλει σε μια τάξη, και να μας σώσει τώρα, όσο μεγάλος κι αν είναι, δεν είναι αιώνιος.

Τελικά η λύση είμαστε εμείς οι ίδιοι;
Μέρος της λύσης, οπωσδήποτε.

You May Also Like

Μάριος Ιωάννου Ηλία : H Πάφος ως ζωντανός φάρος πολιτισμού

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως / Φωτογραφία Παύλος Βρυωνίδης Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Pafos2017 καταθέτει ...

ΠΡΟΤΖΕΚΤ: ΜΟΤΙΟΝ VIBES Ο ήχος στα αυτιά κωφών φοιτητών

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Τον προηγούμενο χρόνο, η Δήμητρα Εγγλέζου ανέπτυξε στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο ...

ΒΡΑΒΕΙΟ ΤΕΡΝΕΡ/ “Assemble”: Συναρμολογώντας συναθροίσεις

Συνέντευξη στις Χριστίνα Λάμπρου και Ελένη Παπαδοπούλου Ενώ σήμερα ανακοινώνεται ο νικητής του φετινού ...

Σπύρος Δρακάτος: Το Spir.to της οπτικής επικοινωνίας

Ο Σπύρος Δρακάτος ασχολήθηκε με τη γραφιστική επειδή, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος, κάποια ...

Για πράττε για μετάπραττε: Ο πολιτισμός των συναλλαγών στην Οθωμανική Κύπρο

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Μια ιστορία από τα Οθωμανικά χρόνια για τρεις Κύπριους -έναν ...

Σάββας Κυριακίδης | Πρώτη γνωριμία με τον καλλιτεχνικό διευθυντή ΘΟΚ

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφίες Ελένη Παπαδοπούλου Τρία χρόνια και πέντε μήνες παρέμενε ...

X