Δημήτρης Λιγνάδης:”Η τέχνη είναι απαλλαγμένη από μηνύματα”

Γράφει η Μερόπη Μωυσέως

“Η νιότη δεν είναι ένας αριθμός που γράφεται στην ταυτότητα. Όπως είπε ο Όσκαρ Ουάιλντ, τα νιάτα δεν είναι κατάσταση, είναι κατάκτηση”, σχολιάζει ο Δημήτρης Λιγνάδης ο οποίος σκηνοθετεί στον ΘΟΚ το έργο “Το Ξύπνημα της Άνοιξης”. Λίγο πριν την πρεμιέρα της ερχόμενης Παρασκευής, ο Έλληνας σκηνοθέτης, που δηλώνει πως αγαπά την πατρίδα του αλλά αναγνωρίζει ότι “η χώρα μου έχει γίνει ένα κωλοχανείο αυτή τη στιγμή”, μιλά για τη ματαιοδοξία του, το θέατρο που είναι ένα “σούπερ μάρκετ συναισθημάτων” και την Κύπρο που συνάντησε: μια χώρα που οδηγείται στον υλικό πολιτισμό ενώ θα έπρεπε να είναι κάτι άλλο.
Θέατρο ως σούπερ μάρκετ

Η εφηβεία συγκρούεται με το κατεστημένο στο έργο του Φρανκ Βέντεκιντ, με τίτλο “Το ξύπνημα της Άνοιξης”, το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε το 1901 και το ανεβάζει τώρα ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη. Σκηνοθέτης με μεγάλη εμπειρία, πολλούς παρατηρητές της δουλειάς τους αλλά και έντονη -αρνητική- κριτική στην Ελλάδα, ο Λιγνάδης μοιάζει να έχει καταλήξει με τις απόψεις του, αν και η χρησιμοποίηση τού “νομίζω” εξασφαλίζει την απαραίτητη σχετικότητα: “Άμα φοβάσαι το κενό, όπως νομίζω ότι φοβάμαι εγώ, βάζεις συνέχεια δουλειές. Εμένα ποτέ δεν με κίνησε μια οικονομική ή επαγγελματική ανασφάλεια. Σ’ αυτό τον τομέα νομίζω ότι μου πήγαν όλα καλά. Αυτό που με κάνει να δουλεύω, τώρα που μεγάλωσα και το καταλαβαίνω, είναι ίσως το άγχος της αδράνειας αλλά και της παραμονής με τον εαυτό μου. Οπότε προτιμώ να βρίσκομαι με κόσμο. Και ο κόσμος μεταφράζεται, στην περίπτωσή μου, στη δημιουργία και στο θέατρο. Να σας επισημάνω ότι όταν λέω δημιουργία, εννοώ το να είσαι σε ένα επαγγελματικό γρανάζι και να δουλεύεις. Πολλά πράγματα δεν είναι αυτά που θέλεις, και αν είναι αυτά που θέλεις, δεν είναι όπως τα θέλεις”.

Πώς το χειρίζεστε αυτό; Εγώ δεν έκανα ποτέ ερασιτεχνικό θέατρο. Βγήκα πολύ νωρίς στο λεγόμενο επάγγελμα και έχω αποδεχτεί από πολύ μικρός ότι η τέχνη δεν είναι η έκφραση. Είναι η επικοινωνία μιας έκφρασης. Όλοι μπορούμε να εκφραστούμε, δεν χρειάζεται να είμαστε όλοι καλλιτέχνες. Επομένως η τέχνη είναι η επικοινωνία μιας έκφρασης και για αυτή την επικοινωνία και οι δύο πλευρές, και ο πομπός -βλέπε ηθοποιός- και ο δέκτης -βλέπε κοινό- κάτι πρέπει να θυσιάσουν. Ο μεν ένας την ψυχική του ηρεμία και τον χρόνο του, ο δε άλλος τα λεφτά του. Το θέατρο δεν είναι μια υπόθεση φίλων και μυημένων όπου μαζεύονται οι φίλοι μου και μου λένε “μπράβο”. Πρέπει κάτι να στερηθεί εκείνος που θα έρθει να σε δει. Και εσύ κάτι πρέπει να στερηθείς, κάτι να διακινδυνεύσεις για να παίξεις: όταν δεν πάει καλά μια παράσταση, να μην έχεις να φας. Έτσι αντιλαμβάνομαι εγώ το θέατρο και την τέχνη και τα έχω αντιληφθεί από μικρός έτσι. Και σε πληροφορώ ότι δεν χαλάει τίποτα απ’ τη μαγεία του. Αντιθέτως, εκεί βρίσκεται η μαγεία.

Το λέτε υπερασπιζόμενος λίγο και την “εμπορική” πλευρά του θεάτρου, το ότι είναι μια επιχείρηση; Φυσικά είναι μια επιχείρηση. Είναι ένα σούπερ μάρκετ συναισθημάτων. Στο οποίο δουλεύουν μεν επιστήμονες, πνευματικοί άνθρωποι, αλλά δεν παύει να είναι σούπερ μάρκετ. Θέλω δύο κιλά λύπη, ενάμιση γραμμάριο χαρά…
Όλοι οι ηθοποιοί έχουν στη τσέπη τους στοκ. Είναι πολύ πιο κοντά στη λειτουργία ενός πορνικού επαγγέλματος παρά ενός μαγικού-ποιητικού όπως το φανταζόμαστε.
Όταν έχεις να δώσεις διπλή παράσταση, και ενώ εσύ παίζεις το ίδιο αλλά ο πελάτης είναι διαφορετικός, αυτό είναι πολύ κοντά σε μια διάσταση πορνική, και δεν το λέω με την κακή έννοια. Σέβομαι την πορνεία πάρα πολύ. Ο πελάτης πληρώνει για να του κάνεις ένα ψυχικό στριπτίζ, να πιστέψει για δύο ώρες ότι είσαι δικός του, ότι μόνο γι’ αυτόν υπάρχεις, και η αμοιβή σου είναι το χειροκρότημά του. Και μετά πρέπει να το επαναλάβεις. Κι αύριο, κι αύριο. Εκεί πρέπει να αναζητηθεί η μαγεία του θεάτρου. Όχι στο “έλα να κάνουμε μια παράσταση να ‘ρθουν κάτι φίλοι”. Ναι, πιστεύω ότι είναι μια επιχείρηση. Αλλά, όχι επιχείρηση χρημάτων. Είναι μια επιχείρηση ματαιοδοξίας. Αν δεν υπάρχει ματαιοδοξία, κανείς δεν μπορεί να γίνει ηθοποιός, κατά τη γνώμη μου. Ματαιοδοξία σημαίνει ότι κυνηγάω κάτι μάταιο, το χειροκρότημα. Αέρας είναι το χειροκρότημα. Δεν σου δίνει λεφτά να φτιάξεις σπίτια. Δεν σε ενδιαφέρουν τα σπίτια. Εγώ δεν ξέρω κανέναν ηθοποιό που όταν του πεις στα 40 ή στα 50 του “θα σε πληρώνω όσα θα έβγαζες αλλά δεν θα παίζεις”, θα δεχτεί. Θα σου πει “όχι, εγώ θέλω να παίζω, ακόμα και χωρίς λεφτά”. Άρα, δεν είναι θέμα χρημάτων.

Αλλά ματαιοδοξίας, κάποιοι θα έλεγαν και ανωμαλίας. Δεν μπορώ να ορίσω τι είναι ανωμαλία, γιατί πρώτα πρέπει να ορίσω τι είναι ομαλότητα.

Το Ξύπνημα της Άνοιξης

“Σκοπός μου στο Ξύπνημα της Άνοιξης ήταν να κάνω μια ανάγνωση του έργου, όχι μια παράσταση-αποτύπωση μιας εποχής. Δεν πιστεύω στην επικαιρικότητα ή στη χρονικότητα του θεάτρου, ή στη μουσειακότητα. Δεν ήθελα να κάνω μια ντοκουμενταρίστικη παράσταση της εποχής. Από την άλλη, δεν ήθελα να κάνω μια ωμή μετακίνηση, ακραία και βίαιη στο σήμερα. Ο θεατής δεν έρχεται να δει ένα ντοκιμαντέρ του σήμερα. Αρκετά έχει βομβαρδιστεί μ’ αυτό. Θέλει να ταξιδέψει σε ένα παραμύθι. Λοιπόν εγώ προσπάθησα αυτή η παράσταση να μιλάει για το ‘πάντα’. Αρχής γενομένης από το εικαστικό κομμάτι της παράστασης, το οποίο έχει ασπρόμαυρη χροιά. Ως σκηνικό χρησιμοποιείται η ίδια η Νέα Σκηνή. Ελάχιστα παρενέβην κι εγώ και ο Κωνσταντίνος Ταλιώτης. Κι αυτό γιατί η πείρα μού έδειξε ότι το όραμα του κάθε δημιουργού [θεωρώ και τον σκηνοθέτη δημιουργό, αν και στην ουσία είναι ένας αναδημιουργός, ένα medium μεταξύ του συγγραφέα-κειμένου και του πελάτη-θεατή] δεν είναι ποτέ άσχετο. Είναι ένα πηλίκο μεταξύ της αρχικής ιδέας και της ικανότητας πραγμάτωσής της. Τι εννοώ; Μου ζήτησαν να κάνω το Ξύπνημα της Άνοιξης. Ό,τι κι αν έχω σκεφτεί για αυτό το έργο, οι παράμετροι που πρέπει επίσης να σκεφτώ είναι πού θα το παίξω, πότε, σε ποιο κοινό θα απευθυνθώ, τι χώρο θα έχω, τι μπάτζετ θα έχω.

Σκέφτομαι πάντα το κοινό ως προς το ότι ό,τι πω, θα ήθελα να γίνει κατανοητό. Δεν θεωρώ ότι είναι μια πράξη αυνανισμού το θέατρο. Ελάτε να με δείτε τι ωραία που παίζω. Όχι. Λέω, ελάτε να ερωτοτροπήσουμε”.

Υπάρχουν, πάντως, επικαιρικά στοιχεία στο έργο. Εγώ δεν στάθηκα σ’ αυτά. Ο θεατής μπορεί να κάνει τις όποιες αναγωγές θέλει, γιατί ο θεατής δεν είναι μόνο εσύ κι εγώ ή οι σαραντάρηδες. Είναι και ο 15άρης που θα ‘ρθει. Που δεν τον ενδιαφέρει καμία πολιτική χροιά παρά μόνο το ερωτικό σκίρτημα. Ας μην σκεφτόμαστε λοιπόν με το ώριμο βλέμμα το δικό μας, εκτός αν γενικεύσουμε και πούμε ότι οποιοδήποτε θέατρο μπορεί να μιλάει ελεύθερα, είναι μια πολιτική πράξη. Αυτό, ναι, είναι μια πολιτική πράξη. Όπως και θεατρική πράξη είναι η πολιτική, έτσι όπως έχει γίνει. Εγώ σ’ αυτό πιστεύω. Η τέχνη είναι απαλλαγμένη από μηνύματα. Η τέχνη είναι τέχνη. Όταν έχει μηνύματα, γίνεται τεχνική. Η τέχνη είναι για τον εαυτό της. Ποτέ δεν απέκτησε κανονιστική πορεία. Όποτε προσπάθησε να το κάνει αυτό, ήταν κακή τέχνη, η λεγόμενη στρατευμένη τέχνη ή ρυθμιστική. Αν μέναμε στην πολιτική χροιά, ποια είναι η πολιτική χροιά της Μόνα Λίζα; Να την πετάξουμε; Απεναντίας, η Μόνα Λίζα έμεινε και κάποια έργα με πολιτική χροιά φύγανε.

Υπάρχει κάποιο “ξύπνημα” στο οποίο θα θέλατε να ανταποκριθεί το κυπριακό κοινό, μέσα στη ματαιοδοξία σας ως σκηνοθέτης; Όταν λέμε ματαιοδοξία, εννοώ αυτή την παιδική, ανόητη δύναμη που σε κάνει να θες να πιάσεις τα άπιαστα. Σε κάνει να κυνηγάς το απρόσιτο. Και το μη χρηστικό, που δεν σου χρησιμεύει σε τίποτα. Σε τίποτα δεν χρησιμεύει η δόξα. Ειδικά για την Κύπρο, μια ματαιοδοξία δική μου, λοιπόν: θα σου πω κάτι που θα ακουστεί πολύ περίεργο. Αγαπώ πολύ την πατρίδα μου. Αγαπώ την Ελλάδα και αγαπώ πολύ το ελληνικό έθνος. Δεν ξέρω πόσο αγαπώ τους συμπατριώτες μου, πάντως την πατρίδα μου την αγαπώ. Αυτό που θα ήθελα είναι η Κύπρος να μην αποκοπεί από τη μνήμη της. Και η Ιστορία της Κύπρου είναι πολύ μεγάλη. Βλέπω, λοιπόν, ότι μια ολόκληρη κρατική επικράτεια επιδίδεται μόνο στα θέματα οικονομίας και οικονομικής ανάπτυξης και ξεχνάει το θέατρο, τον πολιτισμό της. Η Λευκωσία πρέπει να είναι μια πόλη γεμάτη πάρκα, αντ’ αυτού είναι γεμάτη πάρκινγκ. Πρέπει να είναι μια πόλη με πολύ όμορφα κτήρια, διδασκόμενη από το αίσχος της Αθήνας, και να έχει μετά την εισβολή όμορφα κτήρια, χώρους για άθληση… Τουναντίον είναι μια τσιμεντένια πόλη, με ανθρώπους που δουλεύουν, βεβαίως, αλλά νομίζω πως έχουν στραφεί σε έναν υλικό πολιτισμό, ενώ η Ιστορία της Κύπρου θα έπρεπε να είναι άλλο πράγμα. Δεν επιτρέπεται να μην υπάρχουν στη Λευκωσία 50 θέατρα, τη στιγμή που υπάρχουν 250 στην Αθήνα. Σινεμά, να υπάρχουν άφθονα. Να καταλάβει ο σύγχρονος Κύπριος ότι η λεγόμενη παιδεία και ο πολιτισμός δεν είναι είδη πολυτελείας, είναι είδη ανάγκης. Τώρα αν αυτό είναι ματαιόδοξο… μπορεί.

Με συγχύζετε λίγο με τη χρησιμότητα και την αναγκαιότητα της τέχνης. Πολλοί θεωρούν για τις τέχνες ότι είναι θέμα λίγων, ότι είναι πολυτέλεια. Ότι αφορούν μόνο κάποιους διανοούμενους, κάποιες ευαίσθητες ψυχές και κάποιους γκέι. Δεν είναι όμως έτσι. Η τέχνη είναι για όλους. Γίνεται από λίγους αλλά για όλους. Αυτή την πολιτιστική αφύπνιση θα ήθελα στη Λευκωσία, την οποία σε μεγάλο βαθμό δεν βλέπω. Βλέπω αντίθετα έναν υλικό πολιτισμό να δομείται.

Δεν μιλάω ως πνευματικός Έλληνας, γιατί η χώρα μου έχει γίνει ένα κωλοχανείο αυτή τη στιγμή. Το λέω προς αποφυγή αυτού του κωλοχανείου. Η κρίση είναι η τελευταία ευκαιρία για την Ελλάδα να αναθεωρήσουμε κάποιες αξίες. Τελευταία όμως, δεν θα υπάρξει άλλη.
Προσωπικά θα ήθελα να ξυπνώ σε μια Ελλάδα που να ευημερεί μεν αλλά να μπορώ να λέω το σ’ αγαπώ ελληνικά.
Και όχι, για παράδειγμα, γερμανικά; Ναι. Κι ακόμη χειρότερα, να μην το λέω καθόλου.

+ Η πρεμιέρα του έργου θα δοθεί στις 21 Δεκεμβρίου, στη Νέα Σκηνή του νέου Θεάτρου ΘΟΚ [παλιό ΓΣΠ]. Σκηνικά: Κωνσταντίνος Ταλιώτης, Κοστούμια: Σώσε Εσκιτζιάν / Μουσική: Λευτέρης Μουμτζής / Σχεδιασμός Φωτισμών: Γιώργος Κουκουμάς / Βοηθός Σκηνοθέτης: Ευριπίδης Δίκαιος
Ερμηνεύουν: Προκόπης Αγαθοκλέους, Δημήτρης Αντωνίου, Μαρίνα Αργυρίδου, Νίκη Δραγούμη, Ανδρέας Κούτσουμπας, Άντρη Κυριάκου, Μάριος Κωνσταντίνου, Νεοκλής Νεοκλέους, Τζούλιο Ντέρικκο, Πολυξένη Σάββα, Ανδρέας Φυλακτού, Στέλα Φυρογένη, Νιόβη Χαραλάμπους, Χριστίνα Χριστόφια.
Πληροφορίες τηλ. 77772717.

  • Show Comments

You May Also Like

Η οργανική διαδικασία μιας πρώτης ταινίας

Λίγο πριν την πρεμιέρα της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του, ο Σάιμον Φαρμακάς μίλησε ...

Η θεατρική ομάδα Φρέαρ στο Φεστιβάλ Fringe του Εδιμβούργου

Χτίζοντας μια παράσταση γύρω από την ιδέα των “παραμελημένων πτυχών της καθημερινότητας”, η θεατρική ...

ΓΕΩΡΓΙΑ ΕΛΛΗΝΑ:Για το πολύτιμο αγαθό που λέγεται βιβλίο

«Από μικροί είχαμε μια αξία και από τις δυο μεριές –από τον πατέρα και ...

Χαράλαμπος Μαργαρίτης : «Σκοπός είναι το αντάμωμα»

Συνέντευξη στον Παύλο Νεοφύτου/Φωτογραφία Νικόλας Ιορδάνους “Το Κέντρο Τεχνών Κίμωνος δεν προσκομίζει τίποτα νέο, ...

Μarion Döring: Χρειαζόμαστε περισσότερο χιούμορ στις ευρωπαϊκές ταινίες

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Η Marion Dοring, διευθύντρια και εκτελεστική παραγωγός στην Ευρωπαϊκή Ακαδημία ...

Μάριος Ιωάννου: Το θέατρο είναι “κουμέρες”

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως “Πρώτα ήταν ο μονόλογος ‘Το Ημερολόγιο ενός τρελού [μουσικού]’, που ...

X