ΑΛΕΞΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ : «Συνδέθηκα με τη χαρά»

Με το πιο πρόσφατο τριπλό άλμπουμ της, Re-bE, η Αλέξια βρήκε «ένα σπίτι που δεν μετακινείται και που δεν μπορεί κανείς να μου το πάρει»

Τον Δεκέμβριο του 2010, η Αλέξια Βασιλείου κυκλοφόρησε το Re-bE, ένα τριπλό άλμπουμ με μουσικές συνθέσεις, τραγούδια, στίχους, πεζά και αυτοσχεδιασμούς της ίδιας. Σχεδόν άγνωστο στην Κύπρο παρά τη διετή ύπαρξή του [είναι σκληρός ο ανταγωνισμός του “Άσπρο – Μαύρο”], το απρόβλεπτο Re-bE είναι -κατά το επίσημο σημείωμα προώθησης- “το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας εσωτερικής αναζήτησης και επανεφεύρεσης του εαυτού της”. Καθόλου “συνεπές”, αντίθετα, γεμάτο θραύσματα ήχων ανόμοιων, που διεκδικούν την ταυτότητά τους από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, το Re-bE ηχογραφήθηκε στο Λονδίνο, στη Βουλγαρία, στη Σλοβακία, στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ. Περιλαμβάνει κομμάτια με τη συνοδεία της Συμφωνικής Ορχήστρας της Μπρατισλάβα, πειραματικούς και τζαζ ήχους, ένα τραγούδι ερμηνευμένο στην ισπανική διάλεκτο και ένα άλλο στην κυπριακή.
Διαγράφοντας μια πορεία πολυποίκιλη στη -διεθνή- μουσική σκηνή, μια πορεία που ξεκίνησε το 1981 με το τραγούδι “Μόνικα”, συνεχίστηκε με το “I Am Siam” στην Αμερική το 1984, το “Άσπρο – Μαύρο” το 1987, τη συνεργασία της με τον Τσικ Κορία το 1996 και με τον Θεοδωράκη το 1997 [μεταξύ πολλών άλλων ενδιάμεσα και μέχρι σήμερα], η Αλέξια Βασιλείου αποτελεί μια από τις αδιαμφισβήτητες μεγάλες φωνές της χώρας αλλά και μια ασυμβίβαστη καλλιτέχνη, που δεν εφησυχάζει με την ποπ επιτυχία των 90’s.

“Αλλάζω διαθέσεις”, λέει. “Δεν μπορώ να κάνω τα ίδια γιατί πέτυχε η συνταγή. Θέλω να δοκιμάσω άλλες συνταγές. Κάνω κάτι… παράμοδο, ή που θα αναγνωριστεί ως μόδα αργότερα. Τραγούδησα και το “Άσπρο – Μαύρο”, και τα “Κορίτσια Ξενυχτάνε” και όλα τα άλλα για πολύ καιρό. Όταν θέλεις να προχωρήσεις σε άλλα πράγματα, δεν σημαίνει πως δεν αγαπάς κάτι. Χρόνια μετά, δεν μπορείς να διαβάζεις ένα βιβλίο με το ίδιο πάθος. Πρέπει να σου λέει κάτι καινούργιο και η μουσική είναι πληροφορία”.

“Συνδέθηκα με τη χαρά”

Έχουν περάσει τρεις δεκαετίες από την πρώτη εμφάνιση της Αλέξιας στη μουσική. Το Re-bE είναι, κατά την ίδια, ένα κολάζ από μουσικές και συναισθήματα που βίωσε, από την Αμμόχωστο όπου γεννήθηκε μέχρι τη Λάρνακα όπου μεγάλωσε, μέχρι το Λος Άντζελες όπου ζει σήμερα.
“Επινόησα, μετά από διάλογους με τον εαυτό μου, καινούργιους τρόπους να υπάρχω. Είναι ο δικός μου τρόπος, όπως τα μωρά που ανακαλύπτουν ένα καινούργιο παιχνίδι. Ειδικά η παιδική ηλικία ήταν λίγο δύσκολη: περάσαμε τον πόλεμο, τον εκτοπισμό, χάσαμε τη γη κάτω από τα πόδια μας. Αυτό συχνά το αναπαράγω. Λυπάμαι που το λέω, αλλά είναι κάτι γνώριμο για μένα. Με το Re-bE, όμως, μπορώ να πω πως βρήκα ένα σπίτι που δεν μετακινείται και που δεν μπορεί κανείς να μου το πάρει, ή δεν μπορώ να το χάσω. Είναι το σπίτι της έκφρασής μου.

Και επινόησα τρόπους να υπάρχω. Στην ουσία, συνδέθηκα με τη χαρά. Και τώρα ξέρω πως αυτός είναι ο σωστός προορισμός μας. Με ό,τι ονομάζεται ζωή και ό,τι είναι η ζωή μας. Όταν συνδεθούμε με τη χαρά και με την έννοια της αφθονίας, η οποία υπάρχει για όλους μας – επειδή κάποιος μας λέει ότι υπάρχει κρίση δεν σημαίνει πως δεν μπορούμε να έχουμε αφθονία, με τη γενική έννοιά της. Κάποιος μπορεί να μας πει πως υπάρχει κρίση υλικών, αλλά η δική μου ανάγκη δεν βρίσκεται σε όσα περιγράφει αυτός ο κάποιος ως έλλειψη λόγω κρίσης”.

 “Όφειλα να αναζητώ”

“Όταν ήμουν στο γυμνάσιο, άκουγα Στίβεν Σόντχαϊμ, Μπάρμπαρα Στράιζαντ, που τη λάτρευα, άκουγα Μίκη Θεοδωράκη. Είχα ένα τρανζιστοράκι και έψαχνα σταθμούς την ώρα που κοιμόμουν. Άκουγα γλώσσες καινούργιες, μουσικές καινούργιες, πάντα ανακάλυπτα. Δεν έμενα σε όσα έπαιζε το ραδιόφωνο. Αισθανόμουν πως όφειλα να αναζητώ. Έτσι ανακάλυψα τον Αιγύπτιο συνθέτη Σουλεϊμάν Καμίλ, τον Εσθονό Άρβο Παρτ και πολλούς άλλους μουσικούς και μουσικές που ακόμα ανακαλύπτω.
Αλλά οι εταιρείες δίσκων, η μουσική βιομηχανία μού έδωσε το “Κορίτσια ξενυχτάνε” και το δέχτηκα.
Ξέρεις, είχα κάνει ένα κολάζ σε ένα τραπέζι με τους δίσκους μου, εντελώς απλοϊκά, φωτογράφισα φαγητά από τραπέζια, και γλυκά, και τα τοποθέτησα σ’ αυτό το τραπέζι με καρέκλες από ένα κτήριο στο Μοναστηράκι όπου ήταν η εταιρεία δίσκων μου. Γύρω στις 35 καρέκλες. Και έβαλα να συντρώγουν όλοι μου οι δίσκοι. Αγαπώ όλα όσα έκανα. Και το Re-bE είναι ένα μωσαϊκό, ένα κολάζ από συναισθήματα και ήχους που έζησα και ζω, με την ευχή να μεταφέρω στον κόσμο που θα το ακούσει τη σκέψη να εξερευνήσουν το θέμα της έκφρασής τους. Του πώς ζει ο καθένας”.

“Υλοποιώ τις επιθυμίες μου”

“Το Re-bE μού έμαθε επίσης να υλοποιώ βαθιές επιθυμίες μου. Να μην τις αφήνω για ύστερα. Παλιά, ήθελα να κάνω σε μια κλίμακα από το 1 στο 10, το 10! Έκανα όμως το 5, γιατί το 10 ήταν τόσο τέλειο που φοβόμουν να το αγγίξω. Τώρα πάω κατευθείαν στο 10!”

Ποιες είναι αυτές οι επιθυμίες;
“Από τις πιο μικρές στις πιο μεγάλες. Έψαχνα κιούλι για να φυτέψω στο Λος Άντζελες και το είδα τυχαία σε ένα σπίτι. Είχε πάρα πολύ κιούλι. Πήγα και πήρα γιατί ήθελα κιούλι! Απλά πράγματα, που έχουν να κάνουν με μυρωδιές που μου θυμίζουν την Κύπρο.
Ήθελα, επίσης, να συνεργαστώ με έναν συνθέτη καταπληκτικό, τον Τζεφ Ατματζιάν, Αρμένιο ο οποίος ζει στο Λος Άντζελες. Αυτός ο συνθέτης έγραψε τη μουσική και έκανε την ενορχήστρωση σε 200 ταινίες, ανάμεσά τους την Έκτη Αίσθηση, τον Χάρι Πότερ, τον Σκοτεινό Ιππότη. Ξεκινήσαμε ήδη συνεργασία. Για να γεννηθεί το Re-bE, ερχόταν στο σπίτι μου στην Αθήνα ο Ιωσήφ Κεφάλας, φίλος Θεσσαλονικιός και προγραμματιστής υπολογιστών και ο Φέργκους Κάρι, Σκοτσέζος κοντραμπασίστας. Ο δεύτερος ενορχήστρωσε τις κλασικές ορχήστρες στον δίσκο μου και ο Ιωσήφ έκανε τον προγραμματισμό. Έρχονταν, λοιπόν, οι δυο τους το πρωί και ακούγαμε μουσική, διαβάζαμε βιβλία, ανταλλάσσαμε εμπειρίες, μελετούσαμε αρχιτέκτονες, ζωγράφους. Παίρναμε πολλή έμπνευση και μετά αρχίζαμε να δουλεύουμε. Ανάμεσα σ’ άλλα, ακούγαμε και τη μουσική του Χάρι Πότερ. Μετά, λοιπόν, γνώρισα και τον άνθρωπο που την ενορχήστρωσε”.

“Θυμώνω πάρα πολύ!”

“Πάντα ανακάλυπτα σπουδαίους μουσικούς, όπου κι αν ήμουν. Στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Αυτοί οι μουσικοί, μπορείς σε παρακαλώ να μου πεις γιατί δεν έχουν βήμα, γιατί πεινούν; Γιατί όταν θα χτιστεί ένα καινούργιο κτήριο πληρώνουμε τους υδραυλικούς και τα πλακάκια και τα πόμολα της πόρτας, αλλά οι μουσικοί πρέπει να τραγουδούν εθελοντικά μέσα σε αυτόν τον χώρο; Δεν μπορούν οι μουσικοί να δουλεύουν στα σκυλάδικα για να βγάλουν λεφτά! Θα ήθελα -και πρέπει- η Κύπρος να γεμίσει μουσική. Στα χωριά, στις πόλεις, στις πλατείες. Όχι να δοξάζουμε το τίποτα συνέχεια στα μίντια. Θυμώνω πάρα πολύ! Ειδικά όταν ήρθα και είδα καινούργια κτήρια για τις τέχνες και μου είπαν φίλοι μου ότι έπαιξαν μουσική και τραγούδησαν εθελοντικά σ’ αυτά! Γιατί;”

“Δυσκολεύομαι να φύγω”

“Μετά την Αμμόχωστο, ζούσαμε στη Λάρνακα, στο σπίτι της γιαγιάς μου. Μέχρι που πήγα στη Βοστόνη για σπουδές και δεν επέστρεψα έκτοτε στην Κύπρο για να ζήσω κάποιο μεγάλο χρονικό διάστημα. Όποτε έρχομαι, όμως, δυσκολεύομαι να φύγω”.
Η Αλέξια ζει στο Λος Άντζελες τα τελευταία χρόνια. Και γνωρίζει την “ποιοτική”, όπως λέει, πλευρά του. Κάθε Δευτέρα παίζει τζαζ στο Χόλιγουντ, με τον Τζεφ Γκόλντμπλουμ [The Fly] στο πιάνο. Τα τελευταία δύο χρόνια ήταν η πρωταγωνίστρια σε δύο φιλμ νουάρ, σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ησαΐα. Το 2011, τραγούδησε με τον Στίβι Γουόντερ και την Τσάκα Καν σε μια συναυλία αφιερωμένη στην παγκόσμια ειρήνη. Τον περασμένο Δεκέμβριο τραγούδησε στο Κέντρο Τεχνών Μποζάρ, στις Βρυξέλλες, στην τελετή λήξης της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ. “Αυτήν την περίοδο μου αρέσει να τραγουδώ ζωντανά: είτε σε μια ταβέρνα ή στον δρόμο ή στο Μποζάρ. Για μένα είναι εξίσου σπουδαίο. Και μου δίνει χαρά”, λέει η Αλέξια Βασιλείου, η οποία οφείλει την αγάπη της στις τέχνες στην Αμμοχωστιανή μητέρα της: “Αυτή με μύησε στις τέχνες. Ήθελε να σπουδάσει ζωγραφική αλλά δεν της ‘επετράπη’ τότε. Η μητέρα μου, όμως, μου έμαθε την Τζόρτζια Ο’ Κιφ, τον Νταλί, τον Τουλούζ Λοτρέκ. Εξαιτίας της αγαπώ την τέχνη πάρα πολύ. Κι ο πατέρας μου ήθελε να γίνει ηθοποιός”.

Νομάδας της μουσικής, η Αλέξια κινείται από το ένα είδος στο άλλο με άνεση και από τη μια χώρα στην άλλη με ευκολία. “Κινείται η έμπνευσή μου και ο τρόπος που θα πω ένα τραγούδι, τα λόγια που θα βγουν από το στόμα μου για να πω ένα τραγούδι. Θέλω να κινούμαι – είναι τόσο όμορφη η ζωή με όλες τις δυσκολίες της, που όχι μόνο για να αντέχεται να ζούμε αλλά για να απολαμβάνουμε τη ζωή μας πρέπει να ακολουθούμε τη βαθιά μας επιθυμία. Όπου κι αν θα μας οδηγήσει. Και να είμαστε σίγουροι πως εκεί που θα πάμε, θα πάμε εκεί που ανήκουμε. Δεν υπάρχει φόβος. Και νευριάζω που βλέπω αυτές τις εκπομπές που διαιωνίζουν τη λύπη και θυμίζουν στον κόσμο ότι πονάει. Κλάψε και να κλάψεις! Δώστε στον κόσμο χαρά! Μπορείτε! Χαρά, όχι ψυχαγωγία, χαρά! Δώσε στον άλλο λόγο να ζει”.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ©ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

  • Μερόπη Μωυσέως

    Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

  • Show Comments

You May Also Like

Χριστόδουλος Παναγιώτου: Αντιστίξεις και αφηγήσεις

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Ο δραστήριος διεθνώς εικαστικός Χριστόδουλος Παναγιώτου μιλά στο «Π» σε ...

ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ:Το βασικό ερώτημα είναι πού θέλουμε να πάμε, ποιοι θέλουμε να είμαστε

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως / Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου “Ο πολιτισμός μας δεν είναι τίποτε ...

Mενέλαος Πήττας: “Των πατέρων ημών”

Γράφει η Χριστίνα Λάμπρου *”Ο χαμένος χρόνος ουδέποτε ανακτάται με την επάνοδο σε έναν ...

Φρόσω Στυλιανού : «Γράφω τις συνειδητοποιήσεις μου»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως / Φωτογραφία ©Γιάννης Μαργετουσάκης Κύπρια που την κέρδισε η Ελλάδα, η ...

“Ψηφιακή Ελλάδα” για τις τέχνες και τον πολιτισμό

Με αφορμή το διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ και Πολιτισμού, ΑΕΙ – Cinefest 2018, που πραγματοποιήθηκε ...

Pattern: Μοτίβα κινήσεων

Γράφει η Χριστίνα Λάμπρου / Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Με σημείο εκκίνησης μια εικαστική πρόταση ...

X