Νικόλας Κουρουμτζής : H αλήθεια του θεάτρου και των ΜΜΕ

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως

Θα το έχετε προσέξει πως στην ειδησεογραφία των ημερών, πέρα από το “σίριαλ” των εκλογών, κυριαρχούν ειδήσεις επιθέσεων, μακελλειού, δολοφονιών που προσπαθούμε όλοι μέσα από τη μικρή οθόνη να εξιχνιάσουμε. Ο μέσος Κύπριος παρακολουθεί τους “πρωταγωνιστές” της επικαιρότητας καθημερινά. Τι γίνεται όμως όταν η είδηση είμαστε εμείς οι ίδιοι; Η νέα παραγωγή της ΕΘΑΛ με το έργο “Δυσαρμονίες” τοποθετείται σε ένα περιβάλλον όπου οι ισορροπίες έχουν προ πολλού ακυρωθεί. Ανδρέας Βασιλείου και Ερμίνα Κυριαζή επιστρέφουν στο λεμεσιανό θεατρικό σχήμα μετά από χρόνια απουσίας [εξαιτίας της θητείας τους στον ΘΟΚ] και -μόνοι επί σκηνής- υποδύονται ένα ζευγάρι το οποίο ασπάζεται το τρίπτυχο “πατρίς – θρησκεία – οικογένεια”. Μέχρι που ο συμπαγής αυτός ιστός, κυρίαρχος σε κλειστού τύπου κοινωνίες όπως η δική μας, σπάει.

“Έχουμε μια οικογένεια η οποία προσπαθεί να φαίνεται σωστή στον έξω κόσμο. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε όλοι: έχουμε μια άποψη για το πώς πρέπει να μας βλέπουν οι άλλοι και προσπαθούμε να την κρατούμε. Σ’ αυτό το έργο έχουμε και το θέμα των ΜΜΕ, τα οποία κυνηγούν την είδηση χωρίς να ενδιαφέρονται για το άτομο: το θέμα είναι πως, όταν παρακολουθούμε μια είδηση, είμαστε αμέτοχοι μέχρι να αποτελέσουμε εμείς οι ίδιοι την είδηση, οπότε αλλάζει η ζωή μας”, σημειώνει ο Νικόλας Κουρουμτζής, ο οποίος κλήθηκε από την ΕΘΑΛ για να σκηνοθετήσει τις “Δυσαρμονίες”. Πρόκειται για ένα έργο της Τζόις Κάρολ Όουτς, γραμμένο το 1990 και ιδιαίτερα επικριτικό ως προς την επιβολή των μίντια και το αμερικανικό λαϊφ στάιλ. Ανήκοντας στο είδος του θεάτρου του παραλόγου, ο σκηνοθέτης προσεγγίζει το έργο ρεαλιστικά, παρακάμπτοντας και αυτήν την οδηγία της Αμερικανίδας συγγραφέως.
“Το θέατρο του παραλόγου ασχολείται με τον παραλογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι παράλογο θέατρο. Έχει μέσα ρεαλισμό, και αυτός είναι πάντα ο σκοπός μου σε μια θεατρική παράσταση: να υπάρχει σ’ αυτήν ένα στοιχείο με το οποίο να μπορείς να ταυτιστείς και να δεις τον εαυτό σου”.

Η κοινή άποψη είναι πως μακράν απέχουμε από την αμερικανική κοινωνία, ωστόσο υποστηρίζεις το αντίθετο.

Υπάρχουν μεγάλες διαφορές, αλλά ο κάθε άνθρωπος, στην κάθε χώρα, αγαπά αυτό που είναι. Πολύ σπάνια θα γίνεις κριτικός απέναντι σε ό,τι έχει ο διπλανός σου και το οποίο θέλεις να αποκτήσεις κι εσύ. Σ’ αυτή την περίπτωση, η αμερικανική κοινωνία είναι αυτό που όλοι γνωρίζουμε, έτσι όπως τη μάθαμε μέσα από ταινίες κ.λπ. Υπάρχουν πολλά πράγματα με τα οποία μπορούμε να ταυτιστούμε, παρά το ότι έχουμε διαφορετική σημαία, θρησκεία και πιστεύω: στον τρόπο με τον οποίο αγαπούν και προστατεύουν την οικογένεια, που σκέφτονται πώς πρέπει να είναι η σωστή οικογένεια. Το τρίπτυχο “πατρίς – θρησκεία – οικογένεια” υπήρχε από την περίοδο του Σοφοκλή. Αυτοί τυχαίνει να είναι Αμερικάνοι. Θα μπορούσε να είναι και Κύπριοι.

Θεωρείς πως η μεταφορά ενός αμερικανικού κειμένου, με ήρωες που φέρουν ονόματα που ίσως ξενίζουν, αποτελεί εμπόδιο στο πώς εκλαμβάνει ο Κύπριος θεατής το θέατρο;

Είναι λίγο παράλογο το ότι είμαστε Κύπριοι, πάνω στη σκηνή μιλάμε ελληνικά και προσποιούμαστε ότι είμαστε Αμερικανοί ή Γάλλοι ή οτιδήποτε άλλο. Λογικά υπάρχει πάντα μια απόσταση. Όμως έχει μπει στο μυαλό μας το πώς πρέπει να είναι το θέατρο. Κάποια πράγματα τα οποία είναι θεατρινίστικα θεωρούνται θέατρο. Δεν πιστεύω σ’ αυτό.

Πώς ορίζεις εσύ το θέατρο;

Αν υπάρχει μια ιστορία, ένα άτομο που μιλά και ένα άτομο που ακούει, αυτό είναι θέατρο [κι αυτό είναι του Πίτερ Μπρουκ, όχι δικό μου]. Δεν είναι ανάγκη να υπάρχουν οι μεγάλες ιδέες που απλώς φαίνονται μεγάλες. Αν καθίσω σε ένα καφέ και ακούσω δύο άτομα πίσω μου να λένε μια ιστορία, αυτό είναι αρκετά ενδιαφέρον. Έτσι κι αλλιώς τους ηθοποιούς δεν πρέπει να τους ακούς, αλλά να τους κρυφακούς. Πρέπει να νιώθεις πως είσαι ένας παρατηρητής της ζωής τους.
Εκτός αν το έργο είναι τέτοιο που σου απευθύνεται. Και πάλι, όμως, υπάρχει ένας διάλογος. Αν ξαφνικά υπάρχει μια απόσταση, για διάφορους λόγους, τότε ο θεατής δεν μπορεί να ταυτιστεί και παρακολουθεί απλώς ένα σόου. Δεν είναι ο ρόλος του θεάτρου αυτός. Η θεατρική τέχνη πρέπει να σε κάνει να ταυτιστείς, να δεις κάποια πράγματα, να αναγνωρίσεις κάτι στον εαυτό σου και να τα αλλάξεις ή να τα δεχτείς ανάλογα.
Οποιοδήποτε κείμενο πάρεις στα χέρια σου για να το μεταφέρεις στη σκηνή, πρέπει να το αγαπήσεις. Και εφόσον το αγαπήσεις και θέλεις να μιλά σε ένα κοινό, πρέπει να μιλά πρώτα σε σένα. Αν αρχίσω να κάνω εξωραϊσμούς της ιστορίας, σημαίνει πως είναι αδύνατη. Εάν, όμως, έχω κάτι να πω με ένα συγκεκριμένο έργο, θα προσπαθήσω να το πω.

Τι σου “είπαν” οι “Δυσαρμονίες” για να δεχτείς την πρόταση της ΕΘΑΛ;

Μου άρεσε η ιδέα της εκμετάλλευσης από τα Μέσα Ενημέρωσης, γιατί γίνονται τόσες σφαγές στην Αμερική κάθε φορά και όλοι εστιάζουν στον δολοφόνο: στην οικογένειά του, στο παρελθόν του, στη μουσική που άκουγε… Και δεν ακούμε τίποτα για τα θύματα. Παύει να είναι μια ανθρώπινη ιστορία για μια απώλεια και γίνεται για κάποιον ο οποίος ξαφνικά γίνεται φιγούρα και μάλιστα με μιμητές. Πρέπει να δώσεις σημασία στην τραγωδία, με την έννοια ότι πρέπει να αναζητήσεις τους λόγους. Δεν πιστεύω ότι ο Μπρέιβικ έκανε ό,τι έκανε επειδή άκουγε συγκεκριμένο είδος μουσικής. Κοιτάξτε, τώρα έχουμε τον Πιστόριους, ο οποίος ήταν το απόλυτο δείγμα της ανθρώπινης δύναμης και ξαφνικά δεν είναι. Με πόση ευκολία καταδικάστηκε; Το έκανε ή όχι; Έγινε με πολλή ευκολία το αγαπημένο παιδί των μίντια και το πιο μισητό. Το ότι τα “μίντια” και η “Μήδεια” δεν έχουν μεγάλη διαφορά, καθώς και τα δύο τρώνε τα παιδιά τους, είναι γεγονός. Αρκεί να υπάρχει είδηση. Όπως είπε ο Μάμετ στο Wag the dog, “αν είναι στην τηλεόραση, είναι αλήθεια”. Στις “Δυσαρμονίες” έχουμε δύο ανθρώπους οι οποίοι προσπαθούν να υπερασπιστούν μια άποψη, να δώσουν την δική τους εκδοχή με τα Μέσα, με την προβολή βίντεο, με τη σύνδεση μιας λέξης με μια εικόνα από πίσω. Εύκολα βγάζεις ένα συμπέρασμα, το οποίο, όμως, σου δίνουν τα ΜΜΕ, τη στιγμή που έχεις αυτούς τους δύο ανθρώπους, όπου θα έπρεπε να εστιάζεις, οι οποίοι προσπαθούν απεγνωσμένα να βγουν πάνω από κάτι που δεν τους επιτρέπεται.
Επικρίνεις περισσότερο τα Μέσα ή τους θεατές που δέχονται αβίαστα όσα τους λένε τα Μέσα; Επικρίνω οποιονδήποτε προσπαθεί να κάνει κάτι χωρίς κριτική σκέψη. Το ότι πρέπει να αγοράσουμε ένα αυτοκίνητο επειδή το έχουν όλοι, αυτό το επικρίνω. Πρέπει να βρεις τη δική σου προσωπικότητα και να μην γίνεσαι υποχείριο του οποιουδήποτε. Αν τα ΜΜΕ επιλέγουν να μου δείξουν κάτι, σε μένα εναπόκειται να το φιλτράρω.

Σε μικρότερη, βέβαια, κλίμακα, η σχέση ΜΜΕ – κοινού δεν ισχύει και για τη σχέση θεάτρου – θεατή; Στο πλαίσιο αυτής της σύμβασης δεν υπάρχει η ευθύνη θεατρίνου-θεατή;

Πάντα υπάρχει. Θεωρώ τη δουλειά του ηθοποιού ως επάγγελμα και όχι λειτούργημα. Και το δεδομένο με το οποίο θα δουλέψει είναι το κείμενο. Ο σκηνοθέτης, όταν διαβάσει το κείμενο, εξυπηρετεί τη δική του εκδοχή αλλά πάντα με βάση αυτό. Οπότε τα δεδομένα που έχω εγώ να πω [που θα αντιστοιχούσαν στα δεδομένα που υπάρχουν αυτήν τη στιγμή εναντίον του Πιστόριους], πρέπει να τα πω ξεκάθαρα. Πρέπει να υποστηρίξω κάτι που υπάρχει χωρίς να προσθέσω κάτι δικό μου, κάτι που κρύβεται από πίσω, να μην γίνει ένα μπέρδεμα που στο τέλος ο θεατής δεν θα ξέρει τι γίνεται. Απ’ αυτή την άποψη, οι σχέσεις όπως αναφέρονται πιο πάνω δεν είναι ίδιες, γιατί στη δεύτερη υπάρχει ένα κείμενο.

Ωστόσο, το πώς θα βγει αυτό το κείμενο προς τα έξω έχει τη σημασία του. Αν δεν υποστηρίζεις όσα λέει το κείμενο και θέλεις να δώσεις μια διαφορετική εκδοχή απλώς για τη διαφορά της, δεν υπάρχει λόγος. Απλώς θα μπερδέψεις τον θεατή. Αν λες άλλα και δείχνεις άλλα, του λες ότι είσαι ψεύτης. Άρα γιατί να κάτσει να παρακολουθήσει έναν ψεύτη; Αν του βάλεις έναν τοίχο, δημιουργείται η απόσταση που είπαμε πριν.

Τι μπορούν να δουν μέσα από τις “Δυσαρμονίες” οι θεατές;

Πρόκειται για ένα θρησκευόμενο ζευγάρι το οποίο αγαπά τον θεσμό της οικογένειας, τα παιδιά τους και το πώς μεγαλώνουν. Δεν μπορούν να δεχτούν πως το δικό τους μωρό έκανε κάτι κακό. Γιατί μετά ίσως θα πρέπει να παραδεχτούν πως απέτυχαν ως γονιοί κι αυτό είναι αδιανόητο. Και το ότι μεγαλώνουμε την οικογένειά μας και θεωρούμε την κάθε μέρα ως δεδομένη, χωρίς να προσέχουμε σημάδια που θα έπρεπε γιατί για μας κατάντησαν ρουτίνα. Αυτά ίσως μπορούν να δουν. Το να ταυτιστείς δεν σημαίνει πως θα έχεις ζήσει τα ίδια πράγματα αλλά ότι θα τα δεχτείς σαν αληθινά. Από τη στιγμή που δέχεσαι κάτι και δεν λες ‘αυτά είναι βλακείες’ έχεις ταυτιστεί. Αν βλέπεις κάτι επειδή έχει ωραία κοστούμια, τότε ξέχασες την ιστορία. Αν ξαφνικά ο θεατής αρχίσει να κοιτάζει ψηλά τα φώτα του θεάτρου και να τα μετρά, τον έχεις χάσει. Δεν μπορεί να γίνεται κάτι πάνω στη σκηνή που να δείχνει ότι αυτό είναι θέατρο, λες και κάποιος κουνά την κουρτίνα και σου λέει πως αυτό που βλέπεις δεν είναι αλήθεια. Είναι όμως όταν βλέπεις ένα από τους τεχνικούς να κρατούν το μπουμ σε μια κυπριακή σειρά”.

INFO
Τους ρόλους του Φρανκ και της Έμιλυ Γκούλικ ερμηνεύουν οι Ερμίνα Κυριαζή και Ανδρέας Βασιλείου. Το έργο ανεβαίνει σε μετάφραση του Νίκου Χατζόπουλου, σκηνικά και κοστούμια της Εna Paetsch Wiig και φωτισμούς του Νικόλα Κουρουμτζή.

+Τακτικές παραστάσεις στη Δεύτερη Σκηνή της ΕΘΑΛ κάθε Τρίτη και Σάββατο στις 20:30 και Κυριακή στις 18:30. Πληροφορίες τηλ. 25877827.

  • Show Comments

You May Also Like

Mενέλαος Πήττας: “Των πατέρων ημών”

Γράφει η Χριστίνα Λάμπρου *”Ο χαμένος χρόνος ουδέποτε ανακτάται με την επάνοδο σε έναν ...

Φώτης Καράλης – Ανδρέας Κουτσόφτας | Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα;

Συνέντευξη στη Θεοδώρα Χρυσοστόμου | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Υπάρχουν άνθρωποι που εξηγούν τα πάντα ...

Σταύρος Λάντσιας: “Να μην χάσει την αξία της η μουσική εμπειρία”

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Η αφιέρωση στον Ennio Morricone, η συνεργασία με τον Peter ...

ΕΚΑΤΕ σε νέες περιπέτειες

Γράφουν οι Χριστίνα Λάμπρου και Μερόπη Μωυσέως Δημιουργώντας αναταραχή ανάμεσα στα μέλη του, το ...

Αλκίνοος Ιωαννίδης: «Κάθε τραγούδι είναι ένα μεγάλο ταξίδι»

Kυπριακοί, ελληνικοί και κέλτικοι ήχοι, σύγχρονοι, παραδοσιακοί, λυρικοί και ειλικρινείς, ερμηνευτές, μουσικοί και ορχήστρα ...

Ελλάδα Ευαγγέλου:Τι θα πει νεκρή ζώνη;

Η Ελλάδα Ευαγγέλου, επιμελήτρια του φετινού Buffer Fringe, απαντά στο ερώτημα που έθεσε η ...

X