W.J.T. Mitchell: “Τις εικόνες δεν τις φτιάχνουμε, έρχονται σε μας μέσα από τον κόσμο γύρω μας”

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου

“Η γλώσσα μάς κάνει ανθρώπους. Οι εικόνες μάς κάνουν ζώα. Είναι πέρα από τη λογική, είναι άγριες, δεν μπορούμε να τις δαμάσουμε – όχι εντελώς”. Ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους θεωρητικούς στον χώρο της τέχνης και της λογοτεχνίας, ο W.J.T. Mitchell επηρέασε βαθιά την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης γύρω από τον οπτικό πολιτισμό. Μιλά στο “Π” για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, μελετούμε και σκεφτόμαστε γύρω από τις λέξεις, τις εικόνες και τη μεταξύ τους σχέση.

Εξερευνάτε τον κόσμο των λέξεων και τον κόσμο των εικόνων εδώ και χρόνια. Θεωρείτε ότι η εικαστική θεωρία συνεχίζει να μειονεκτεί σε σχέση με τη γλωσσική θεωρία;

Για πολλά χρόνια πίστευα πως είχαμε μια θεωρία των λέξεων, και πως οι εικόνες ήταν κάτι διαφορετικό. Επειδή ακριβώς η γλωσσολογία είναι επιστήμη και έχει χαρτογραφήσει τη γλώσσα, την έχει τοποθετήσει σε μια δομή για να τη μελετήσει κ.λπ. Αλλά βέβαια, το μόνο που μπορεί να κάνει η γλωσσολογία είναι να μας δώσει ένα είδος ικριώματος για την παραγωγή πιθανών προτάσεων. Η γλωσσολογία δεν μπορεί να εξηγήσει τη λογοτεχνία. Μπορεί να εξηγήσει πώς γίνεται να μιλώ και να με καταλαβαίνετε. Ήλπιζα λοιπόν σε μια θεωρία των εικόνων που να κάνει για τις εικόνες ό,τι έκανε η γλωσσολογία για τις λέξεις. Δεν θα μπορούσε να εξηγήσει την τέχνη και τη δημιουργία εικόνων, αλλά θα μπορούσε να μας δώσει κάποια αίσθηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες παράγονται και κυκλοφορούν οι εικόνες. Ένα ελάχιστο “πέρασμα”. Δεν ξέρω αν το έχουμε σήμερα αυτό.

Ξέρω πως δεν υπάρχει ομοφωνία ανάμεσα στους ιστορικούς τέχνης και τους εικαστικούς θεωρητικούς για το αν έχουμε σήμερα μια εικονολογία ανάλογη της γλωσσολογίας. Έχουμε πολλούς διαφορετικούς κλάδους, δεν υπάρχει όμως ένας κυρίαρχος λόγος για τις εικόνες. Και ίσως αυτή να είναι η διαφορά ανάμεσα στις λέξεις και τις εικόνες τελικά. Διότι οι λέξεις είναι αυθαίρετες. Είναι δημιουργήματα δικά μας, τις γλώσσες τις φτιάχνουμε. Τις επινοούμε, τις κωδικοποιούμε, ακολουθούμε συγκεκριμένους κανόνες. Τις εικόνες δεν τις φτιάχνουμε κατ’ ανάγκην, οι εικόνες έρχονται σε μας μέσα από τον κόσμο γύρω μας. Είναι στη μνήμη μας, μας έρχονται ως αντίληψη η οποία στη συνέχεια καταγράφεται ως εικόνα. Έτσι, δεν πιστεύω ότι υπάρχουν κανόνες του ίδιου είδους για τις εικόνες. Μια υπόθεση που είχα κάνει είναι ότι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο υπάρχει μια αμφισημία γύρω από τις εικόνες. Η γλώσσα είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Οι εικόνες μάς κάνουν ζώα. Είναι πέρα από τη λογική, είναι άγριες, δεν μπορούμε να τις δαμάσουμε, όχι εντελώς.

Σκεφτόμαστε λοιπόν τις εικόνες με λέξεις;

Τις ονομάζουμε, τις περιγράφουμε, τις εξηγούμε, τις ερμηνεύουμε, τις ταξινομούμε σε είδη και ποικιλίες. Αλλά οι εικόνες είναι πιο κοντά στη φύση παρά οι λέξεις. Έρχονται σε μας όπως το ζωικό βασίλειο, η χλωρίδα και η πανίδα, όπως τα ορυκτά και εμείς τα μετατρέπουμε σε εικόνες. Αλλά χρειαζόμαστε τη γλώσσα για να κωδικοποιήσουμε και να νοηματοδοτήσουμε αυτές τις εικόνες.

Έχετε συμβάλει ουσιαστικά στην εξέλιξη του τομέα της Ιστορίας της Τέχνης και στο άνοιγμά του προς διάφορες κατευθύνσεις. Μπορείτε να μας μιλήσετε για τον τομέα αυτόν που πιο συχνά πια συναντάμε ως Εικαστικές Σπουδές [Visual Studies];

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 είχα γράψει ένα δοκίμιο με τίτλο “The Pictorial Turn” που αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η φιλοσοφία και η θεωρία στρέφονταν προς τις εικόνες και το εικαστικό πεδίο ως ένα πρόβλημα χωρίς προηγούμενο. Αυτή τη στροφή την είδαμε και στις εικαστικές τέχνες οι οποίες απομακρύνθηκαν από παραδοσιακές ιδέες διαχωρισμού των μέσων: γλυπτική, ζωγραφική κ.λπ., δοκιμάζοντας νέους συνδυασμούς. Το αποτέλεσμα είναι ότι έβλεπες ένα έργο και δεν ήξερες πού ακριβώς να το κατατάξεις. Αυτή η πτυχή του οπτικού οδήγησε στη διατύπωση μιας νέας ερώτησης: Ποια είναι η φύση της όρασης; Η Φαινομενολογία είχε πολλά να κάνει με αυτό, η ψυχανάλυση επίσης με την οπτική επιθυμία, την περιέργεια. Παράλληλα, ενεργοποιήθηκε ξανά ένα ενδιαφέρον στις άλλες αισθήσεις. Έτσι η αφή και η ακοή εμφανίστηκαν την ίδια στιγμή. […] Οι αισθήσεις ξανασυνδέθηκαν αλλά πιστεύω πως σε αυτό μας οδήγησε η όραση. Δεν πιστεύω πως τα πάντα εξηγούνται με αναφορά στο οπτικό, είναι μια μόνο διάσταση του αισθητήριου, αλλά ιστορικά υπήρξε πολύ, πολύ σημαντική.

Η αντίληψη ότι η τέχνη έρχεται σε μας μέσα από την όραση θεωρείται δεδομένη. Η όραση έχει μια ειδική θέση στη σύγχρονη ζωή.
Όλοι ζούμε μέσα σε αυτό που ονομάζουμε Οπτικό Πολιτισμό. Δεν υπάρχει κανένας ανθρώπινος πολιτισμός που να μην έχει οπτικό πολιτισμό και μας είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε μια κοινωνία χωρίς όραση. Στο μυθιστόρημά του “Περί Τυφλότητος” [1995], ο Ζοζέ Σαραμάγκου προσπάθησε να υποθέσει τι θα συνέβαινε αν μια κοινωνία δεχόταν μια ξαφνική, μαζική επίθεση τυφλότητας. Και η απάντησή του είναι τρομακτική: μια κοινωνία θα κατέρρεε αν δεν μπορούσαμε να δούμε ο ένας τον άλλο! Αυτό είναι παράξενο αν σκεφτούμε ότι το να χάσει κάνεις την ακοή του είναι μεγαλύτερη αναπηρία για την κοινωνικοποίηση παρά το να χάσει την όρασή του.

Στο βιβλίο σας “What do pictures want?” [Τι θέλουν οι εικόνες;] μιλήσατε για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεστε τις εικόνες ως ζωντανούς οργανισμούς με συναισθήματα και επιθυμίες. Ιδιαίτερα ενδιαφέρων είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδέετε αυτή την ιδέα με δύο πράγματα: πρώτα με τη θρησκεία, ειδικά σε σχέση με τον Χριστιανισμό όπου υπάρχει η ιδέα της εικόνας στην οποία μιλούμε, την οποία φιλούμε και η οποία μπορεί να δακρύζει, και μετά με το παιχνίδι όπου ως παιδιά αφηνόμαστε στη σαγήνη της πιθανότητας ανάμεσα στο λογικό και το μη-λογικό, όταν τα παιχνίδια για παράδειγμα ζωντανεύουν. Μπορείτε να μας μιλήσετε λίγο για αυτή την ενδιάμεση κατάσταση στην οποία υπάρχουν οι εικόνες;

Προσπάθησα να βρω μια μέση λύση ανάμεσα στην πίστη και τον σκεπτικισμό, την ευπιστία και την προκατάληψη από τη μια και την αυστηρή προσκόλληση στη λογική από την άλλη. Αρκετοί είναι όσοι είχαν μια αρνητική πρώτη ανταπόκριση στο βιβλίο. Αρκετοί επίσης βρήκαν την ιδέα φρικτή, κατηγορώντας με για φετιχισμό, ανιμισμό, κάποιου είδους πίστη στη μαγεία!
Αυτό που πάντα ζητάω από τους μαθητές μου να κάνουν είναι να πάρουν μια φωτογραφία ενός αγαπημένου τους προσώπου, τους δίνω ένα ψαλίδι και τους ζητάω να την κόψουν σε κομματάκια ή να κόψουν μόνο τα μάτια ή κάτι τέτοιο. Δεν το κάνουν. Πιστεύω λοιπόν ότι πρέπει να προσεγγίζουμε την ανθρώπινη συμπεριφορά με ανοικτό μυαλό, να σκεφτόμαστε παρά να υποθέτουμε ότι με κάποιο τρόπο μπορούμε να φτάσουμε στην υπέρβαση αυτών των πολύ ανθρώπινων ποιοτήτων. Ο ανθρωπολόγος Λεβί-Στρος μίλησε για τον ανιμισμό των ούτω καλούμενων “πρωτόγονων” πολιτισμών. Νομίζω όμως ότι υπάρχουν αντίστοιχες έρευνες που αναφέρουν τον σκεπτικισμό των ίδιων κοινωνιών για τα είδωλα και τις τελετές τους.

Αν σκεφτούμε τον ρόλο που έχουν τα παιχνίδια ως αντικείμενα, στο να λειτουργούν ως μεσολαβητές στην επικοινωνία ανάμεσα στα παιδιά, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε την τέχνη και το παιχνίδι ως ανταλλάξιμα μεταξύ τους; Θα μπορούσαμε να δούμε τα έργα τέχνης ως τέτοιους “διαμεσολαβητές”;

Νομίζω πως σίγουρα θα μπορούσαμε. Πιστεύω πως τα έργα τέχνης είναι -με ένα τρόπο- παιχνίδι για μεγάλους. Ίσως χωρίς να τα μεταχειριζόμαστε: ένας από τους βασικούς κανόνες στο παιχνίδι της τέχνης είναι “μην αγγίζεις”, αντίθετα με το παιχνίδι όπου η αφή είναι βασικός κανόνας. Ίσως λοιπόν να γίνεται πιο αφηρημένη η ιδέα της αφής, ίσως αγγίζουμε με το μυαλό μας, ίσως χρησιμοποιούμε τη σκέψη μας για να παίξουμε με μια εικόνα, ένα αντικείμενο, μια ιδέα.

Έχετε γράψει για τον Έντουαρντ Σαΐντ και για το τοπίο της Παλαιστίνης / του Ισραήλ. Θα βλέπατε την προέκταση της θεωρίας σας για την επιθυμία των εικόνων σε σχέση με το διαφιλονικούμενο τοπίο και τον εθνικισμό;

Τα έθνη έχουν πάντα μια εδαφική επικράτεια. Χρειάζεται ένας τόπος περίκλειστος από σύνορα – τα σύνορα αυτά μοιάζουν με το πλαίσιο μιας εικόνας. Αυτό που είναι μέσα στο πλαίσιο είναι ο χώρος του έθνους. Ετοιμάζω ένα δοκίμιο με θέμα την εικόνα του συνόρου. Είναι το σύνορο που χωρικά ορίζει ένα έθνος. Όταν οριστεί το έθνος, το σύνορο γίνεται σύμβολο της ενότητας ενός λαού. Γίνεται ιερό, γίνεται φετίχ. Οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να σκοτώσουν ή να πεθάνουν για αυτό. Έχω γράψει ένα δοκίμιο με τίτλο “Holy Landscape” [Άγιο Τοπίο] που αρχίζει λέγοντας πως ένα τοπίο αγιοποιείται όταν ο γεωγραφικός χώρος γίνεται είδωλο. Γίνεται πια εικόνα, μπορεί κανείς να το δει, να το αναπαραστήσει – συχνά έχει όμορφα χαρακτηριστικά. Το τοπίο λοιπόν γίνεται αντικείμενο συναισθήματος και επιθυμίας.

Έχετε πρόσφατα ασχοληθεί με τον “πόλεμο κατά της τρομοκρατίας”. Πώς νιώθετε σε σχέση με τη συζήτηση για την πολιτική ευθύνη του διανοούμενου;

Είχα αρκετούς μέντορες που με επηρέασαν, αλλά περισσότερο από όλους δύο άντρες που δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά μεταξύ τους: Ο πρώτος είναι ο Ζακ Ντεριντά, ο οποίος ήταν έτοιμος να “ανακρίνει” οτιδήποτε, να επανεξετάσει, να ξανανοίξει ερωτήσεις, να αναρωτηθεί τι εννοούμε όταν λέμε κάτι χωρίς να βιάζεται να φτάσει σε μια απάντηση. Θαύμαζα την ικανότητά του να παίρνει τα πιο γνώριμα πράγματα και να αποκαλύπτει ξαφνικά μια κρυμμένη έκπληξη. Αυτός για μένα είναι και ο ρόλος του ακαδημαϊκού: να διαβάζει προσεκτικά, να μελετά, να κρατά ένα ανοικτό, φρέσκο βλέμμα, να μην θεωρεί ότι έχουν όλα εξηγηθεί. Ο Ντεριντά ήταν ένα καταπληκτικό παράδειγμα της παλιάς ρήσης ότι η φιλοσοφία ξεκινά με την απορία.

Ο άλλος μέντορας που για μένα ήταν πολύ σημαντικός ήταν ο Έντουαρντ Σαΐντ, ο οποίος σε προσωπικό επίπεδο ήταν πιο στενός μου φίλος. Ο Σαΐντ είχε την άποψη ότι η ευθύνη του διανοούμενου είναι να είναι ανεξάρτητος, να μην δένεται πολύ στενά με ένα κόμμα ή με ένα σκοπό, αλλά να είναι πολιτικά ξύπνιος, κριτικός και να μιλά απερίφραστα στην εξουσία. Αυτή ήταν η μεγάλη του δήλωση. Για μένα είναι πηγή έμπνευσης, δεν ξέρω αν αφορά τον κάθε ακαδημαϊκό, εμένα όμως με αφορά. Νιώθω ότι σαν Αμερικανός ακαδημαϊκός πρέπει να είμαι ενημερωμένος και κριτικός, έχω ευθύνη για αυτό που κάνει η χώρα μου. Ως Αμερικανός υπήκοος νιώθω ότι ο “πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία” είναι ένας τρελός, παράλογος πόλεμος και είναι δική μου ευθύνη να τον επικρίνω.

You May Also Like

ΘΟΚ : Στο ίδιο έργο θεατές

Γράφουν Μιχάλης Σταύρου και Μερόπη Μωυσέως Το θέμα που προέκυψε φέτος ως αποτέλεσμα της ...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΩΡΑΦΑΣ: Δεν με συγκινεί η σημαία, με συγκινεί ο άνθρωπος

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Με αφορμή την τρίτη του συνεργασία με τον σκηνοθέτη Αντρέα ...

Κυπριακές ταινίες στην οθόνη

Γράφει η Μερόπη Μωυσέως  Ο πρόεδρος της Ένωσης Σκηνοθετών Κύπρου, Μιχάλης Γεωργιάδης, εξηγεί τι ...

BANDA MAGDA : World music με ελληνικό άγγιγμα

Συνέντευξη στην Μερόπη Μωυσέως Για τη Μάγδα Γιαννίκου, επικεφαλής της world μπάντας Banda Magda ...

O θεατρικός συγγραφέας Joel Hοrwood μιλά στον σκηνοθέτη/ηθοποιό Μάριο Μεττή

O Joel Hοrwood, θεατρικός συγγραφέας, θα πραγματοποιήσει με την Αθηνά Κάσιου, στο Μουσικό Χωριό ...

Η ΚΥΠΡΟΣ ΣΤΗΝ 55η ΜΠΙΕΝΑΛΕ ΒΕΝΕΤΙΑΣ : Εκθεσιακές ασκήσεις

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Δύο βδομάδες πριν από τα εγκαίνια της 55ης Μπιενάλε Βενετίας, ...

X