Μια επιστολή από τη Λευκωσία στις 30 Απριλίου 1570

Γράφει η Νάσα Παταπίου

Ύστερα από 450 χρόνια, μια επιστολή που στάλθηκε από τη Λευκωσία στη Βενετία και από Βενετό αξιωματούχο σε άγνωστο παραλήπτη, αποκαλύπτει τα γεγονότα και τους ανθρώπους που διαδραμάτισαν ρόλο στην πολιορκία της Λευκωσίας, δύο μήνες μετά.

Δύο μόλις μήνες πριν οι Οθωμανοί αποβιβαστούν στις Αλυκές της Λάρνακας και στη συνέχεια πολιορκήσουν τη Λευκωσία, ένας Βενετός αξιωματούχος, πολύ πιθανόν στρατιωτικός, απευθύνει μια επιστολή σ’ έναν άγνωστο για μας παραλήπτη.
Η επιστολή αυτή σχεδόν μετά από τετρακόσια πενήντα χρόνια εξακολουθεί να φυλάσσεται σε βιβλιοθήκη της τεναγίτιδας πόλης και το πολύτιμο περιεχόμενό της μάς μεταφέρει στο κλίμα της εποχής, στα γεγονότα που επισυνέβησαν τότε και στους ανθρώπους που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο για τον επικείμενο πόλεμο, είτε αυτοί ανήκαν στους Βενετούς αξιωματούχους, είτε στους Κύπριους φεουδάρχες ή άρχοντες.

Η επιστολή φέρει ημερομηνία 30 Απριλίου 1570 και φαίνεται ο αποστολέας να ενημερώνει κάποιο πρόσωπο στη Βενετία, παραθέτοντας τα γεγονότα που είχαν λάβει χώρα έως τότε. Είναι τόσο καλά πληροφορημένος ο αποστολέας και καταγράφει τέτοιες λεπτομέρειες, που πρέπει οπωσδήποτε να κατείχε κάποια υψηλή θέση, είτε στρατιωτική είτε διοικητική.

Σημειώνει αρχικά ποιοι έλαβαν μέρος στη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στην Άσσια, στο νεόδμητο μέγαρο του φεουδάρχη του χωριού Ιακώβου Δενόρες, με σκοπό να αποφασίσουν τα μέτρα αντιμετώπισης των Οθωμανών, σε περίπτωση που θα αποβιβάζονταν στη μεγαλόνησο και τι έπρεπε να πράξουν σε περίπτωση μακρόχρονης πολιορκίας.
Κατονομάζει μόνο τους Βενετούς αξιωματούχους που έλαβαν μέρος, ενώ για τους Κύπριους απλώς αναφέρει ότι παρακάθισαν στην εν λόγω σύσκεψη οι πιο σημαντικοί ιππότες (principali cavalieri) του βασιλείου.
Κύριο μέλημά τους, σύμφωνα με όσα είχαν αποφασισθεί, ήταν οπωσδήποτε η παρακολούθηση των ακτών της Πάφου και κυρίως της περιοχής της Fontana Amorosa, που αποτελούσε τουλάχιστον κατά τη Βενετοκρατία μια περιοχή στην οποία σύχναζαν πειρατικά ή και εχθρικά πλοία. Επίσης, έπρεπε να γίνει αναγνώριση στα βόρεια, στ’ ανοικτά της Κερύνειας, γιατί πάντοτε υπήρχαν υπόνοιες, όπως διαφαίνεται στην αλληλογραφία των Βενετών αξιωματούχων, ότι οι Οθωμανοί εάν ποτέ έπλητταν την Κύπρο, ανέμεναν ότι θα έπλητταν πρώτα την περιοχή αυτή. Η πολιτοφυλακή (cernide), δηλαδή οι επίλεκτοι Κύπριοι χωρικοί που είχαν οργανωθεί σε στρατιωτικό σώμα, κατά την τελευταία δεκαετία της βενετικής κυριαρχίας στην Κύπρο, ανέρχονταν στους πέντε χιλιάδες και κρίθηκε αναγκαίο οι τρεις χιλιάδες πεντακόσιοι να μεταβούν στην άμυνα της Λευκωσίας και οι χίλιοι πεντακόσιοι στην άμυνα της Αμμοχώστου. Τα αποτελέσματα της σύσκεψης απέδειξαν ότι υπήρχε διάσταση μεταξύ των Βενετών αξιωματούχων και των Κυπρίων ευγενών, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης του εχθρού σε περίπτωση απόβασης.

Αποστολή Ιωάννη Σωζόμενου

Ο άγνωστος συντάκτης της επιστολής της 30ής Απριλίου 1570 αναφέρεται και στην αποστολή, την οποία είχε αναλάβει να φέρει σε πέρας ο στρατιωτικός μηχανικός, φεουδάρχης και εφευρέτης Ιωάννης Σωζόμενος. Όπως έχει αναφερθεί και σε άλλα άρθρα μας, ο Ιωάννης Σωζόμενος, γιος του φεουδάρχη Γουΐδου, Guito ή Vito, όπως απαντά στις πηγές, κατείχε ως κληρονομικό φέουδο το χωριό Κρήτου Μαρόττου, και είχε συνεργαστεί στενά με τον Ιούλιο Savorgnano, όταν οχύρωνε εκ νέου τη Λευκωσία. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι κατά τη διάρκεια της οικοδόμησης του νέου περιβόλου της Λευκωσίας, είχε ανατεθεί στον Ιωάννη Σωζόμενο και είχε φέρει εις πέρας την οικοδόμηση της πύλης του Αγίου Δομινίκου, δηλαδή της Πύλης Πάφου και της πύλης Bemba, δηλαδή της πύλης του προνοητή ή της Κερύνειας.
Δόθηκε εντολή στον Ιωάννη Σωζόμενο για ανάληψη αποστολής από τους ρέκτορες, δηλαδή, τον τοποτηρητή Νικόλαο Dandolo και τους δύο συμβούλους Μαρκαντώνιο Priuli και Πέτρο Pisani, να μεταβεί στα βουνά του Τροόδους συνοδευόμενος από τους εξής τέσσερις παλαιούς λοχαγούς: Ιάκωβο Ζαχαρία, Φοίβο Πατριάρχη, Μαρκαντώνιο Pasqualigo και Ιάκωβο Κορέμη. Έργο τους με υπεύθυνο τον Σωζόμενο ήταν η διερεύνηση των οχυρωμένων τόπων, για τους οποίους όφειλαν να καταρτίσουν μια κατάσταση, να επιθεωρήσουν τα σώματα πολιτοφυλακής, να καταμετρήσουν τις σοδειές και τα κοπάδια.
Ο Σωζόμενος με τους τέσσερις βοηθούς του, όπως διαβάζουμε στην επιστολή αυτή, είχαν εκτελέσει την αποστολή τους και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, τα αποθέματα και γενικά οι σοδειές, που είχαν συγκεντρωθεί και καταμετρηθεί, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τον ανεφοδιασμό εκατό χιλιάδων ατόμων, αλλά καταμέτρησαν μόνο εξακόσια άτομα που έφεραν αρκεβούζια (όπλο της εποχής).

O Astorre Baglioni στην άμυνα της Αμμοχώστου Στα μέσα Απριλίου 1570, όπως πληροφορούμαστε από την ίδια πηγή, ο στρατιωτικός διοικητής, από την Perugia, Astorre Baglioni, εγκατέλειψε τη Λευκωσία για να μεταβεί στην Αμμόχωστο και να εποπτεύσει την άμυνα της πόλης. Την ίδια εποχή ένα γαλλικό καράβι είχε φθάσει στην Πάφο μεταφέροντας ειδήσεις ότι οι Οθωμανοί προπαρασκευάζονταν πυρετωδώς, για να επιτεθούν στην Κύπρο.

Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Απριλίου είχαν υπερχειλίσει, λόγω των καταρρακτωδών βροχών, τα έλη της λίμνης Κωνσταντίας (λίμνη του Αγίου Λουκά) που ταλάνιζαν συχνά τους κατοίκους της Αμμοχώστου και των γύρω χωριών. Οι αναθυμιάσεις των ελών προκαλούσαν ελονοσία στα στρατιωτικά σώματα, που υπηρετούσαν στην Αμμόχωστο. Τότε, πέθανε μεταξύ άλλων από ελονοσία και ο υπεύθυνος του φρουρίου (castellano) της Αμμοχώστου Ανδρέας Malipiero και στην κενή θέση διορίστηκε ως υποφρούραρχος (vice-castellano) Αμμοχώστου ο ευγενής Ανδρέα Bragadin, που υπηρετούσε προηγουμένως στη γαλέρα Trona. Ακολούθως, στη θέση του Ανδρέα Bragadin, στη γαλέρα Trona, τοποθετήθηκε ο Μαρίνος Pisani, γιος του Βενετού συμβούλου Κύπρου, Πέτρου Pisani.

Στην ίδια επιστολή γίνεται αναφορά για ταραχές στα στρατιωτικά σώματα, στην Αμμόχωστο, και καταγράφεται ότι προκλήθηκε δυσαρέσκεια και στα σώματα πολιτοφυλακής, γιατί ήθελαν να βρίσκονται στις οχυρωμένες πόλεις μαζί με τις οικογένειές τους. Αυτό όμως δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί, γιατί κατ’ εντολήν των αρχών ήταν αναγκαίο να βρίσκονται έξω, για τις εργασίες του θερισμού και για μεταφορά των σιτηρών και άλλων προϊόντων στη Λευκωσία και την Αμμόχωστο. Στη συνέχεια, ο επιστολογράφος μάς επιτρέπει με τα γραφόμενά του να αποκρυπτογραφήσουμε μερικώς την ταυτότητά του. Κι εγώ, σημειώνει, θα μπορούσα να διεκδικήσω το αξίωμα του φρούραρχου της πόλης, εάν δεν αισθανόμουν ότι ήταν αχαριστία να εγκαταλείψω τον εκλαμπρότατο άρχοντα της Πάφου, που τρέφω τέτοια εκτίμηση στο πρόσωπό του και ο ίδιος με αγαπά σαν παιδί του. Αναμφίβολα, ο ανώνυμος επιστολογράφος ήταν Βενετός και θα υπηρετούσε στην Κύπρο μάλλον ως στρατιωτικός, γιατί το αξίωμα του φρουράρχου μπορούσε να παραχωρηθεί μόνο σε Βενετούς πολίτες. Ο εκλαμπρότατος άρχοντας της Πάφου, ο monsignor Illustrissimo di Baffo, δεν είναι κανείς άλλος παρά ο Βενετός καπιτάνος Πάφου Lorenzo Tiepolo, που είχε κληθεί στην άμυνα της Αμμοχώστου. Όπως τεκμηριώνεται με τα πιο πάνω, ο ανώνυμος επιστολογράφος θα υπηρετούσε οπωσδήποτε σε κάποιο στρατιωτικό λόχο, που είχε ο Tiepolo υπ’ ευθύνη του.

Διακήρυξη του διοικητή Αμμοχώστου

Στην Αμμόχωστο, ο στρατιωτικός διοικητής Μαρκαντώνιος Bragadin δημοσίευσε μια διακήρυξη, με την οποία καλούσε αυτούς που είχαν εκτοπιστεί από την πόλη (banditi) γιατί είχαν διαπράξει κάποιο αδίκημα, να επιστρέψουν πίσω με την υποχρέωση να ενταχθούν στα βενετικά στρατιωτικά σώματα και να τους καταβάλλεται μισθός. Η διακήρυξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα μετά από λίγες μέρες τριακόσια άτομα, που είχαν εκτοπισθεί έξω από τα όρια της πόλης, να επιστρέψουν και να ενταχθούν στα στρατιωτικά σώματα της Αμμοχώστου.

Από τη Λευκωσία είχε σταλεί στην Αμμόχωστο ο κόμης της Τρίπολης Ιάκωβος Δενόρες, για να βοηθήσει στη σωστή κατανομή της εσοδείας της Μεσαορίας ανάμεσα στις δύο μεγάλες πόλεις και, επιπρόσθετα, να διευθετήσει πόσοι από την ίδια περιοχή έπρεπε να μεταβούν στην άμυνα της Λευκωσίας και πόσοι στην άμυνα της Αμμοχώστου. Επιπλέον, ο ανώνυμος επιστολογράφος, όπως σημειώνει, τρεις χιλιάδες τριακόσιοι επίλεκτοι Κύπριοι στρατιώτες είχαν ανά τριακόσιοι τεθεί υπ’ ευθύνη ένδεκα φεουδαρχών στη Λευκωσία, για εκτέλεση οχυρωματικών εργασιών και για επάνδρωση των ένδεκα προμαχώνων. Οι ένδεκα αυτοί ευγενείς ήταν οι ακόλουθοι: Ευγένιος Συγκλητικός, Ιάκωβος Δενόρες, Ούγος Φλάτρος, Τutio Κωνστάντζος, Πέτρος Παύλος Συγκλητικός, Λίβιος Ποδοκάθαρος, Σκιπίωνας Καράφας, Ιάσων Δενόρες, Έκτωρ Ποδοκάθαρος, Πέτρος Συγκλητικός και Giofredo Κορνάρος. Επίσης, στην άμυνα της μεγάλης πλατείας της Λευκωσίας είχαν τεθεί επικεφαλής τριακόσιων στρατιωτών άλλοι δύο ευγενείς, ο Θωμάς Συγκλητικός και ο Ιωάννης Φλάτρος. Από την Αμμόχωστο είχαν σταλεί γαλέρες προς το Ajazzo, για διερεύνηση και συγκέντρωση πληροφοριών για τον οθωμανικό στόλο, που ετοιμαζόταν να επιτεθεί κατά της Κύπρου. Για περισσότερη ασφάλεια σ’ αυτό το εγχείρημα είχε μεταβεί μαζί με πενήντα επίλεκτους αρκεβουζιοφόρους και ο καπιτάνος Αντώνιος dal Berettino, που ήταν έμπειρος σχετικά με τις οθωμανικές υποθέσεις.

Αυτά που αναλύσαμε πιο πάνω, καθώς άλλα πολλά περιέχονται στην επιστολή του ανωνύμου συντάκτη και καλύπτουν τα γεγονότα, που είχαν λάβει χώρα κατά τον μήνα Απρίλιο του 1570. Άραγε, ποια ήταν η τύχη του ιδίου, όταν τον Ιούλιο του 1570 αποβιβάστηκαν τα οθωμανικά στρατεύματα στην Κύπρο; Ο επιστολογράφος αυτός θα ακολούθησε, μάλλον, τον καπιτάνο της Πάφου Lorenzo Tiepolo στην άμυνα της Αμμοχώστου, αφού υπηρετούσε κοντά του. Το τέλος του γηραιού καπιτάνου της Πάφου μετά την παράδοση της Αμμοχώστου, τον Αύγουστο του 1571, είναι γνωστό από πολλές πηγές και αυτόπτες μάρτυρες. Αναφέρεται μάλιστα ότι είχε παλαιά γνωριστεί με τον Λαλά Μουσταφά, όταν υπηρετούσε ως πρόξενος της Γαληνοτάτης στην Ανατολή. Το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε βέβαια τον Οθωμανό κατακτητή της Κύπρου, μετά την κατάληψη της Αμμοχώστου, να σύρει τον Βενετό αξιωματούχο Lorenzo Tiepolo στο επιπρομαχώνιο (cavalier) της Πύλης της Λεμεσού και να τον απαγχονίσει μαζί με τον Ιωάννη Συγκλητικό, γιο του Μάρκου Συγκλητικού, φεουδάρχη της Λάρνακας. Κατά τη διήγηση του τελευταίου επί Βενετοκρατίας βισκούντη της Αμμοχώστου και πάλαι ποτέ βαΐλου Καρπασίας, Πέτρου Βαλτέριου, ο Tiepolo, επειδή ήταν υπέργηρος, ενώ τον οδηγούσαν στο ικρίωμα εξέπνευσε.

Φρικτό τέλος είχε και ο φρούραρχος της Αμμοχώστου Ανδρέας Bragadin, του οποίου τον διορισμό μνημονεύει ο ανώνυμος επιστολογράφος. Είχε αποκεφαλιστεί στη σκηνή του Λαλά Μουσταφά, όταν είχε μεταβεί εκεί μαζί με τους άλλους Βενετούς αξιωματούχους της Αμμοχώστου, για να του παραδώσουν τα κλειδιά της πόλης. Για την τύχη του ανώνυμου επιστολογράφου, που προτίμησε να μείνει στην υπηρεσία του καπιτάνου της Πάφου παρά να διοριστεί φρούραρχος Αμμοχώστου, δεν θα μάθουμε μάλλον ποτέ, στη δίνη αυτού του φοβερού πολέμου, τι αλήθεια απέγινε. Μας κληροδότησε όμως την εν λόγω επιστολή, μια πραγματική μαρτυρία, καταγράφοντας τα γεγονότα του μηνός Απριλίου του έτους 1570, λίγο πριν η κεκαυμένη Κύπρος περάσει στην εξουσία της οθωμανικής αυτοκρατορίας…

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Ναοί της   Παναγίας  της Ελεούσας στη Λευκωσία και στην Αμμόχωστο    

Γεννήθηκε στην Ακραία Καρπασία  την ώρα που ανάτελλε ο ήλιος και ο πατέρας του ...

Τραπέζα Αμμοχώστου: Η ιστορία ενός χωριού που έσβησε

Γράφει η Νάσα Παταπίου Οικοδομημένο κοντά στην πόλη της Αμμοχώστου, το χωριό Τραπέζα καταγράφεται ...

Άγνωστα στοιχεία για χωριά της Κύπρου

Γράφει η Νάσα Παταπίου Για το χωριό Αβδελλερό Είναι βέβαιο ότι το Αβδελλερό συγκαταλέγεται ...

Η οικογένεια Μαρτινέγκο της Κύπρου

Η μεγάλη και ένδοξη ιταλική οικογένεια Μαρτινέγκο από την Brescia σχετίζεται άμεσα με την ...

Ειδήσεις για τη μουσική στην Κύπρο [15ος – 16ος αι.]

Γράφει η Νάσα Παταπίου Πολλές πηγές μάς παρέχουν στοιχεία για το φιλόμουσο των Κυπρίων, ...

Τέσσερα χωριά της Καρπασίας και οι φεουδάρχες Negron

Γράφει η Νάσα Παταπίου Ο Άγιος Θεόδωρος, το Πατρίκι, η Μέλια και η Έλισση, ...

X