Το Χαλί κι ο Συνθέτης

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου – ioannou.mari@gmail.com / Εικονογράφηση Μαρίνα Γεραλή

Eίχαν μπλοκάρει ενοχλητικά την είσοδο της πολυκατοικίας. Ο ένας είχε απλώσει μια σημαία στο πεζοδρόμιο -πιθανό λάφυρο από κάποια ποδοσφαιρική φιέστα-, κάθισε πάνω της και παραμιλούσε. Έμοιαζε με χαλί -αυτός, όχι η σημαία- κι ήταν και σε μαύρο χάλι. Θύμιζε χαλκομανία, τόσο αδύνατος ήταν. Σχεδόν διέκρινες τα κόκαλά του. Ο άλλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να κόψει μια κούτα που κάποτε φιλοξενούσε έναν ανεμιστήρα. Ο τρόπος που έσκιζε το χαρτόνι, σε συνδυασμό με τις κόρνες και τις φωνές του δρόμου, δημιουργούσε ήχους σχεδόν μελωδικούς. Έμοιαζε με συνθέτη. Κι η κούτα ένα ανακυκλώσιμο, μουσικό όργανο. Κράτησε την εικόνα του ανεμιστήρα στο χαρτόνι ανέπαφη κι ακούμπησε εκείνο το κομμάτι της κούτας κοντά τους για να τους δροσίζει. Τα άδεια ντενεκεδάκια μπίρας που βρίσκονταν στοιβαγμένα δίπλα τους θύμιζαν πανάκριβο γλυπτό, υπογραμμένο από έναν μυστήριο καλλιτέχνη, τον ΚΕΟ. Δε με πείραξε που έβλεπα το στόμα τους να έχει μασήσει τα μάγουλά τους. Ούτε τα μάτια τους να στριφογυρνούν σα φρουτάκια σε καζίνο. Πρώτη φορά όμως έβλεπα ένα κοκαλιάρικο χαλί να συνομιλεί μ’ έναν δαιμονισμένο συνθέτη. Ο ένας, το χαλί, έβγαλε κάτι σαν λεπίδα από την τσέπη κι άρχισε να κόβει τις μπλε και άσπρες λωρίδες. Ήθελα να του φωνάξω “Τι κάνεις εκεί ρε ρεμάλι;” ή κάτι παρόμοιο αλλά όταν τον είδα να ενθουσιάζεται βλέποντάς τες να παιχνιδίζουν με τον άνεμο δεν έβγαλα λέξη.
Ο συνθέτης από την άλλη μού έκλεινε συνεχώς το μάτι. Στην αρχή τον παρεξήγησα μα μετά κατάλαβα πως τον ταλαιπωρούσε ένα χρόνιο τικ. Με κάθε κλείσιμο του ματιού σήκωνε και τον ώμο. Τα κομμάτια της κούτας στα χέρια του πάλλονταν ρυθμικά. Τα ντενεκεδάκια μπίρας συγκρούονταν μεταξύ τους ενισχύοντας την ηχητική αυτή σύνθεση. Και το ανθρώπινο χαλί, μεθυσμένο και πιθανότατα πεινασμένο, ταξίδευε παραλυμένο σε κάποια άλλη διάσταση. Χωρίς τον Αλαντίν.

Όπως και να ‘χει, εκείνη την άβολη στιγμή ο δυνατός άνεμος είχε παρασύρει μια κίτρινη μαργαρίτα από κάποιο μπαλκόνι κι αφού την ζάλισε και την ξεμάλλιασε την άφησε να προσγειωθεί σα ναυαγό στο πεζοδρόμιο, ακριβώς μπροστά μας. Καρφώθηκαν κι οι δύο πάνω της. Στα πέταλά της. Στη γύρη. Στα φύλλα. Στο κοτσάνι. Ο φόβος στο βλέμμα τους με τρύπησε βαθιά, κάπου κοντά στο στήθος. Δεν πίστευα ποτέ πως μια μαργαρίτα θα μπορούσε να φοβίσει τον οποιοδήποτε. Ακόμη και τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν μπορώ να αποκωδικοποιήσω ένα τέτοιο συναίσθημα. Το περιγράφω μεν μα δεν μπορώ να το κατανοήσω. Εστίασα κι εγώ το βλέμμα πάνω της. Προσπάθησα να τη δω ως κάτι επικίνδυνο. Φαντάστηκα τα πέταλα αιχμηρά, το κοτσάνι και τα φύλλα δηλητηριώδη, τη γύρη σαν σκόνη θανατερή. Τη σκιαγράφησα μέσα στο μυαλό μου να έχει μιλιά και να μου βρίζει τη μάνα, τη γενιά, όλους και όλα. Δεν ένιωσα κάτι. Αυτοί όμως εκεί, ακίνητοι, λες κι η μαργαρίτα μεταμορφώθηκε σε Μέδουσα και τους πέτρωσε. Τότε συνειδητοποίησα πως δεν είχα πονέσει στη ζωή μου αρκετά ώστε να με τρομάζει τόσο η ομορφιά. Και παραδόξως, δεν ευχαρίστησα τον Θεό για αυτό.

Τους έσπρωξα. Μπήκα βιαστικά στο ασανσέρ. Πάλι εκτός λειτουργίας. Ανέβηκα τις σκάλες. Άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματος. Τα πιάτα με τα αποφάγια της προηγούμενης μέρας με περίμεναν σκορπισμένα στο τραπέζι. Μικροσκοπικά ζωύφια περιφέρονταν αποπροσανατολισμένα στο σαλόνι. Το φωτάκι του τηλεφωνητή να αναβοσβήνει σαν ασθενοφόρο. Αδιαφόρησα για όλα εκεί μέσα. Δεν έδωσα καν σημασία στην αποσύνθεση της μακαρονάδας στην κατσαρόλα ή στις στρατιές μυρμηγκιών που μετακινούσαν ένα τεράστιο ψίχουλο. Κάτι με μαγνήτιζε και πάλι προς το παράθυρο. Είδα ξανά τον συνθέτη και το χαλί του. Τώρα έφτιαχναν αυτοσχέδια καπέλα από εφημερίδες. Μου θύμισαν γελωτοποιούς. Ο ένας, ο συνθέτης, τίναζε ακόμη τα χέρια πάνω κάτω. Μαζί και το κεφάλι. Σχεδόν άκουγα το ρυθμικό του παμ παμ. Το τικ και το σήκωμα του ώμου του έμοιαζαν με την κίνηση του Καραγκιόζη. Ο άλλος δίπλα του παρέμενε ξαπλωμένος. Σχεδόν ανύπαρκτος. Σε προσκαλούσε να τον πατήσεις. Είδα και τα κομμάτια τους σκορπισμένα στο πεζοδρόμιο. Μου διηγούνταν μια πιθανή ιστορία ζωής για τον καθένα. Πραγματικά δεν ξέρω αν έτρεμαν ή χασκογελούσαν κοιτάζοντας τα θρύψαλά τους. Ήθελα όμως να τα μαζέψω και να τους τα δώσω και πάλι πίσω. Ήμουν όμως πολύ ψηλά. Δεν έφτανα.

Κι εκεί που ετοιμαζόμουν να κλείσω το παράθυρο, είδα τη γειτόνισσα στο διπλανό μπαλκόνι να τηλεφωνεί στην αστυνομία. Τους έλεγε διάφορα, δείχνοντας το χαλί και τον συνθέτη αυστηρά με το δάχτυλο. Πάνω κάτω το δάχτυλο. Σαν τραμπολίνο. Και τσίριζε. Τσίριζε λες και δεν υπήρχε αύριο. Η έκσταση στο πρόσωπό της έκανε αυτό που δεν κατάφερε η μαργαρίτα. Με τρόμαξε. Είδα και το περιπολικό να φτάνει με απίστευτη ταχύτητα. Με τρόμαξε κι αυτό. Έτρεξα στο συρτάρι. Πήρα αμέσως ένα στυλό. Άπλωσα με ακρίβεια το χέρι. Ζωγράφισα πάνω στη γειτόνισσα ένα μεγάλο, στριφτό μουστάκι. Και στα χέρια των δύο αστυνομικών μια απόχη. Μια απόχη με τρύπα.
Ρώτησα την τρύπα γιατί βασανίζει τους ανθρώπους. Μετά ζωγράφισα πάνω στην απόχη μια άλλη τρύπα, μεγαλύτερη.
Για ν’ αποδράσουν.

You May Also Like

Ένα παπούτσι γλυκύ παρακαλώ!

“Δεν είναι δυνατόν να χαραμίζουν έτσι εκείνα τα άγρια τριαντάφυλλα του κήπου!”, σκέφτηκα. Θέλω ...

Κιθάρα δίχως ήχο

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου / ioannou.mari@gmail.com εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή / marinayerali@gmail.com Τ’ ...

Αλτ τίς εί;

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου / ioannou.mari@gmail.com | εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή / marinayerali@gmail.com ...

Οι πετσέτες ανεμίζουν*

Γράφει ο Ανδρέας Μαλόρης / Εικονογραφεί ο Νεοκλής Κυριάκου Η κυρία Δώρα μόλις έχει ...

αγαπώ σε

Γράφει η Μαρία Ιωάννου / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή “Να λυπάσαι σωστά!”, μου είπε ...

Εξομολογήσεις ενός αστικού καναρινιού

Γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου [ioannou.mari@gmail.com] | Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή [marinayerali@gmail.com] «Δεν ήταν ...

X