Φοινικιές

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου – ioannou.mari@gmail.com / Εικονογράφηση Μαρίνα Γεραλή

Ως η μόνη ένοικος εδώ και μήνες είχε όλο το υπερσύγχρονο κτήριο μόνο για τον εαυτό της. Εγκλωβισμένη στον παράδεισο. Ένα φωτισμένο κουτάκι ανάμεσα σε δεκάδες άδεια παράθυρα. Εγώ από την άλλη ζούσα σε μια τρώγλη. Είχαμε όμως την ίδια θέα. Η θέα δεν κάνει διακρίσεις. Τις βλέπαμε να στέκονται στη σειρά, η μία δίπλα στην άλλη, αντικρίζοντας τη θάλασσα. Οι κορμοί και οι φυλλωσιές τους χαστουκίζονταν απ’ την αλμύρα. Οι αποστάσεις που τις διαχώριζαν ήταν μετρημένες με ακρίβεια. Συχνά μου θύμιζαν εκτελεστικό απόσπασμα. Ή μουσουλμάνες έτοιμες να λιθοβοληθούν για τη μοιχεία τους. Ήταν τελικά τόσο μεγάλο έγκλημα η ερωτοτροπία τους με το κύμα; Ή μήπως έφταιγε η απάθειά τους μπροστά στα σημεία και τις εξελίξεις των καιρών;
Δεν διαμαρτύρονταν όταν τις έκαιγαν με τις καύτρες των τσιγάρων τους οι λιγοστοί πια τουρίστες, ούτε όταν κολλούσαν στους κορμούς τους τις τσίχλες τους τα πιτσιρίκια. Όταν χάραζαν τ’ αρχικά τους οι ερωτευμένοι δεν πονούσαν μα ξαναγεννιούνταν. Κι ήταν φορές που η όψη τους γιάτρευε την απελπισία, λίγο το ψηλόλιγνό τους σώμα, λίγο η αντίσταση που έδειχναν στον επίμονο άνεμο, λίγο η τροπική τους υπόσταση.
Δεν ήταν όμως σίγουρο τι έβλεπαν τελικά έτσι όπως στέκονταν αγέρωχες στη σειρά. Αν κοίταζαν τη θάλασσα ή τις πολυτελείς πολυκατοικίες στην αντίθετη κατεύθυνση. Δεν είχαν πρόσωπο για να μαρτυρήσουν πού έστρεφαν το βλέμμα ή την πλάτη. Κάποια απογεύματα όμως, εκείνα τα μελαγχολικά απογεύματα του καλοκαιριού, μου έδιναν την εντύπωση πως γύριζαν την πλάτη τους στο νερό, λες και τις έχει απογοητεύσει. Και στρέφονταν πια προς το μπετόν, όχι γιατί το προτιμούσαν, μα για να τιμωρήσουν τους εαυτούς τους. Που σώπαιναν τόσα χρόνια. Που το έπαιζαν οπτασίες, παρέα με ξέφρενες μουσικές και πολύχρωμα κοκτέιλ.

Χθες το βράδυ ονειρεύτηκα ξανά πως τις πυροβολούσα. Πως τους άνοιγα τρύπες και πως έπεφταν με κρότο, η μία μετά την άλλη, πτώματα. Ένιωθα πως έτσι καθάριζα το τοπίο, κερδίζοντας την απρόσκοπτη θέα του απέραντου γαλάζιου. Ξύπνησα. Έβαλα στο ποτήρι λίγο νερό και κάθισα στο μπαλκόνι. Ήταν ακόμη εκεί. Οι φυλλωσιές τους αγγίζονταν φευγάτα, σαν αμαρτωλές.
Και τότε το φωτισμένο κουτάκι στο διπλανό τουριστικό κόμπλεξ μού τράβηξε και πάλι την προσοχή. Ένα κουτί μικροσκοπικό σε σχέση με την ογκώδη τσιμεντένια ταυτότητα του κτηρίου. Σίγουρα πλήρωσε μια περιουσία για να φύγει από τη χώρα της και να έρθει να μείνει δίπλα στο κύμα. Συμφώνησαν μαζί μου κι οι τροπικές υπάρξεις. Ναι, έγνεψαν με τα φυλλώματά τους, το κύμα είναι ακόμη Κύμα με κεφαλαίο μου είπαν, και το προσκύνησαν ελαφρώς.

Ο τρόπος που την έκοβε το κάδρο του παραθύρου από τη μέση και πάνω την έκανε απίστευτα κομψή. Τα ξανθά μαλλιά της έρχονταν σε ζωηρή αντίθεση με τον πράσινο τοίχο της κουζίνας. Το λουλουδάτο της φόρεμα -παλιομοδίτικο μεν μα χαριτωμένο- συμπλήρωνε την εικόνα. Απορούσα φυσικά γιατί έπλενε πιάτα όλη μέρα. Τέτοια διαμερίσματα σίγουρα είχαν πλυντήρια κι όλες τις ανέσεις. Κάπου εκεί υπέθεσα πως αν η μοναξιά μετριόταν σε πιάτα θα είχε φτάσει το εκατομμύριο. Βλέποντάς την να πάλλεται πάνω κάτω μπροστά από τον νεροχύτη άρχισα και πάλι να φαντασιώνομαι. Η σκέψη πως θα μπορούσε να ήταν μάνα μου δεν με πτοούσε. Ήθελα πολύ να την τραβήξω απ’ τα μαλλιά, να την απλώσω πάνω στο μινιμάλ τραπέζι που δεν έβλεπα, να κάνω να τρέμουν τα γουστόζικα φλιτζανάκια που υπέθεσα πως είχε, να…να…να… έμεινα στο να. Χάθηκε απότομα απ’ το πλάνο. Μαράθηκε. Γλίστρησε σαν χέλι. Το μόνο που έβλεπα πια ήταν ένας γκρίζος λεκές πάνω στον τοίχο της κουζίνας που έμοιαζε με πληγή ή απόστημα. Κακοτεχνία. Δεν έκλεισα μάτι. Έμεινα να τον κοιτάζω. Τι δουλειά είχε ένας λεκές σ’ ένα ολοκαίνουργιο κτήριο σαν κι αυτό σε μια ολοκαίνουργια, ίσως, ζωή σαν τη δική της;
Το επόμενο βράδυ πάλι δεν κατάφερα να κοιμηθώ. Για διάφορους λόγους που τώρα δεν είναι η ώρα να αναλύσω. Μετρούσα πρόβατα αλλά αυτά δεν ήθελαν να μετρηθούν. Έπινα βότκα στο μπαλκόνι. Κι έτρωγα πνιγμένους στην υγρασία ξηρούς καρπούς. Δεν είδα στιγμή φως στο κουτάκι. Όλο το κτήριο χωμένο στη σκοτεινιά. Τα ετοιμοθάνατα μπαράκια είχαν κλείσει. Τα ήδη εγκαταλελειμμένα θρηνούσαν περασμένα μεγαλεία κι η θάλασσα, όπως πάντα, μουρμούριζε. Κάποια στιγμή πρόσεξα μια σκούρα μάζα να κινείται κοντά στην παραλία. Μια καχεκτική ανθρώπινη σφαίρα. Ήταν αυτή. Την αναγνώρισα γιατί φορούσε ένα από τα λουλουδάτα της φορέματα. Μόνο που τώρα καταλάβαινα πως ήταν απλά ένα μακρύ νυχτικό. Δεν ήταν ερωτεύσιμη έξω απ’ το κάδρο της. Σωσίβια στη μέση, χοντρά πόδια, καθόλου του γούστου μου. Μεγάλη απογοήτευση. Δεν είχα καμία όρεξη να αναστατωθώ παρά την αλκοόλη στο αίμα μου.
Και καθώς περιφερόταν σαν στοιχειό ανάμεσά τους, χέρια και φυλλωσιές γίνονταν ένα. Την είδα να σταματά, να τις κοιτάζει από τη μία άκρη στην άλλη, μετά να ξεχωρίζει μία από αυτές κάπου στη μέση της διαδρομής, να απλώνει το χέρι και να χαϊδεύει τον φλοιό της. Μετά να την σφίγγει στην αγκαλιά της. Από μακριά έμοιαζε να χορεύει ταγκό με έναν κορμό. Και χόρευε αρκετή ώρα, μια λιπαρή μάζα κολλημένη στη φύση. Παρατηρούσα την κάθε της κίνηση, την κάθε της παύση. Το καπέλο που φορούσε -άγνωστο γιατί βραδιάτικα- παρασύρθηκε με λύσσα από τα 7 μποφόρ.
Κι έφτασε τελικά η στιγμή που το σκοτάδι δεν μ’ άφηνε να ξεχωρίσω τι ήταν δέντρο και τι άνθρωπος. Ούτε αν αυτό που βούιζε στ’ αυτιά μου ήταν κουνούπι ή σειρήνα. Το άσπρο της καπέλο αυτοκτόνησε πέφτοντας στη θάλασσα. Αυτές, παραταγμένες στη σειρά, προσπαθούσαν να εμποδίσουν ένα αναπόφευκτο τσουνάμι.
Εκείνη ακόμη γαντζωμένη στον κορμό, ακίνητη.

Ο τρόπος που ανέμιζε το νυχτικό της μου θύμισε κραυγή.

You May Also Like

Ποδηλάτης

Γράφει η Μαρία Ιωάννου / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή “Πρόσεχε πού πατάς!” του είπε ...

Η τέλεια τούρτα

Γράφει η Μαρία Ιωάννου |εικονογράφηση Μαρίνα Γεραλή Αφήνει τη γυναίκα του να παρακολουθεί με ...

Bang Bang με σκότωσες!

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου / ioannou.mari@gmail.com ΚΙ ΕΤΡΕΞΑΝ όλοι. Μηδενός εξαιρουμένου. Με χείλη ...

Ο Λάκης ο Τσιάκκος

Την πρώτη φορά που τον γνώρισα είχε χαλάσει το πλυντήριό μου. Μου τον είχε ...

νύχτα

Τον εγκατέλειψε αιμόφυρτο στο πάτωμα κι άφησε την εξώπορτα να την καταπιεί. Άρχισε να ...

Αεροβάτες

Γράφει η Μαρία Ιωάννου / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή “Δεν είσαι πουλί, γι’ αυτό ...

X