ADEL HAKIM : Αντίθετα με την οικονομία, δεν είμαστε σε εμπόλεμη ζώνη στον χώρο του πολιτισμού

Συνέντευξη στην Μερόπη Μωυσέως / Φωτογραφία: Ελένη Παπαδοπούλου

Ο Αντέλ Χακίμ είναι ο διευθυντής του Theatre des Quartiers d’ Ivry, ενός από τα 40 εθνικά θεατρικά κέντρα στη Γαλλία και τα πέντε με έδρα το Παρίσι. Με τη σκηνοθετική του δουλειά πάνω στην τραγωδία του Σοφοκλή “Αντιγόνη” σηκώνει αυλαία το φετινό φιλόδοξο Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού Δράματος, στις 2 και 3 Ιουλίου.

Πρόκειται για μια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου της Παλαιστίνης, για την οποία ο Χακίμ τιμήθηκε στη Γαλλία, όπου ζει και εργάζεται τα τελευταία 41 χρόνια, με το πρώτο βραβείο ξενόγλωσσης παραγωγής για το 2012.

Εκτός από την ευκαιρία να ακούσουμε την τραγωδία του Σοφοκλή στην αραβική γλώσσα, ο Αντέλ Χακίμ παρέχει στο θεατρόφιλο -και όχι μόνο- κοινό τη δυνατότητα μιας άλλης “Αντιγόνης”, προερχόμενης από την Παλαιστίνη, απ’ όπου και οι ηθοποιοί που θα δούμε επί σκηνής.

“Αυτό που καθιστά την ‘Αντιγόνη’ μια παλαιστινιακή μορφή είναι η πρόκληση που θέτει ενώπιον της καταπιεστικής εξουσίας, συνυφασμένη με την απόφασή της να πεθάνει υπερασπιζόμενη τα πιστεύω της. Αντιπροσωπεύει τους νέους που συναντάς καθημερινά στους δρόμους της Ιερουσαλήμ, της Ναμπλούς, της Ραμάλα”, γράφει ο Χακίμ στο σκηνοθετικό του σημείωμα, πληροφορώντας μας και για την αποδοχή της σοφόκλειας τραγωδίας από τους ίδιους τους ηθοποιούς:

“Καταλαβαίνουμε τον Σοφοκλή, γιατί η παλαιστινιακή τραγωδία είναι πολύ αρχαιότερη από την ελληνική τραγωδία”, είχε δηλώσει ο Χουσάμ Αμπού Εϊσέχ, ο ηθοποιός που κρατά τον ρόλο του Κρέοντα στην παράσταση.

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο “Π”, ο Αντέλ Χακίμ μιλά για τη δική του Αντιγόνη, απέναντι στην οποία ο κάθε σκεπτόμενος θεατής μάλλον θα κληθεί να τοποθετηθεί: ιδεαλίστρια ή τρομοκράτης;

[Εν ολίγοις, αν η απόφαση των διοργανωτών του φετινού Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου να φιλοξενήσουν την “Παλαιστίνια Αντιγόνη” δεν είναι πολιτική απόφαση, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να είναι]

Από το Παρίσι στην περιφέρεια

“Μια από τις αποστολές μας είναι η συνεργασία με άλλα θεατρικά σχήματα χωρών που βρίσκονται στην περιφέρεια. Όχι ευρωπαϊκών χωρών, ούτε των ΗΠΑ. Γι’ αυτό συνεργαζόμαστε σε μεγάλο βαθμό με τη Νότια Αμερική, την Κεντρική Ασία, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή”, εξηγεί ο Αντέλ Χακίμ, για να καταλήξει στη συνεργασία του με το Εθνικό Θέατρο της Παλαιστίνης.

“Είχαμε προσκαλέσει το Εθνικό της Παλαιστίνης πριν από πέντε χρόνια στη Γαλλία για το ανέβασμα μιας παραγωγής του, την οποία δέχθηκε θερμά το κοινό μας. Αποφασίσαμε, λοιπόν, να πάρουμε τη συνεργασία ένα βήμα παραπέρα και να σκηνοθετήσω ένα έργο με τους ηθοποιούς του Εθνικού της Παλαιστίνης. Επιλέξαμε την ‘Αντιγόνη’, για διάφορους λόγους. Ήταν μια δύσκολη επιλογή, γιατί όταν δουλεύεις με Παλαιστίνιους ηθοποιούς, θέλεις να υπάρχει μια σχέση με το πολιτικό ζήτημά τους αλλά, από την άλλη, δεν ήθελα να είναι πολεμικό το έργο. Δεν ήθελα, δηλαδή, το κοινό να πει ‘αυτοί είναι οι Παλαιστίνιοι κι οι άλλοι οι Ισραηλινοί’. Δεν ήθελα να μιλήσω άμεσα για τη διαμάχη. Ωστόσο, δεν μπορούσα και να την αγνοήσω. Έτσι, αποφάσισα να ανεβάσουμε την ‘Αντιγόνη’, μια μορφή αντίστασης, η οποία θα είχε κάποιο νόημα για τους Παλαιστίνιους ηθοποιούς. Και πράγματι, πολύ σύντομα μετά τις πρόβες, μπορούσαν να καταλάβουν όλα όσα έλεγε ο Σοφοκλής. Είχαν και ως ‘πρότυπο’ για τον Κρέοντα τους δικτάτορες της περιοχής. Όταν ξέσπασε η Αραβική Άνοιξη το 2012, πήραν πολλά παραδείγματα απ’ αυτήν, με αποτέλεσμα πολύ σύντομα να κατανοήσουν τους χαρακτήρες του έργου. Έφτασαν σε συμπεράσματα για το ποιος ήταν ο Κρέων, ποια η Αντιγόνη, ο Αίμονας, η Ισμήνη”.

Η δική σας ερμηνεία του έργου ποια είναι;

“Η Αντιγόνη είναι ένας περίπλοκος χαρακτήρας, γιατί την ίδια στιγμή αντιστέκεται, αλλά είναι τόσο ακραία, που στοιχίζει τον θάνατο σε πολλούς άλλους, στο τέλος του έργου. Γι’ αυτό και, ενώ πολλοί Γάλλοι κριτικοί θεάτρου ήταν υπέρ της ‘Αντιγόνης’, ένας απ’ αυτούς τη χαρακτήρισε ως τρομοκράτη, γιατί υπεραμύνεται του νόμου των θεών και της θρησκείας και είναι ακραία. Οι Παλαιστίνιοι ηθοποιοί, αντιδρώντας σε αυτή την κριτική, είπαν πως υπάρχουν πολλές ‘Αντιγόνες’ στην Παλαιστίνη και πως όσοι άνθρωποι πεθαίνουν για τα ιδανικά τους, για την αξιοπρέπειά τους και τα ανθρώπινα δικαιώματα, πεθαίνουν για ένα καλύτερο μέλλον, για τις ζωές των νέων γενιών. Είναι πολύ ενδιαφέρον να καταλαβαίνει κανείς από πόσες πολλές οπτικές γωνίες μπορεί κανείς να δει το συγκεκριμένο έργο. Ένα, ακόμη, ενδιαφέρον στοιχείο για μένα σ’ αυτό το έργο είναι η ποίηση, ο λυρισμός του Σοφοκλή. Και βεβαίως η σχέση με την ποίηση του Μαχμούντ Νταρβίς [Mahmoud Darwich], αυτού του σπουδαίου Παλαιστίνιου ποιητή που πέθανε το 2008. Γεννήθηκε στη Γαλιλαία και τάφηκε στη Ραμάλα γιατί οι ισραηλινές αρχές δεν ήθελαν να ταφεί στη Γαλιλαία. Είναι, λοιπόν, μια περίπτωση όμοια μ’ αυτήν του Πολυνείκη. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο έγραφε ο Νταρβίς, είχε πάντα σχέση με την αραβοϊσραηλινή διένεξη, αλλά μιλούσε για την αγάπη, τη ζωή, τον θάνατο. Και κάτι που είναι πολύ ελκυστικό στον Σοφοκλή είναι το ότι μιλά για την αγάπη συχνά στο έργο του.”

Ο Παλαιστίνιος ποιητής αναγνώριζε πάντα το πόσο κοντά ήταν στις ιστορίες της ελληνικής τραγωδίας:

“Επέλεξα να είμαι ένας Τρωικός ποιητής. Σίγουρα ανήκω στη μεριά των ηττημένων. Των ηττημένων που στερήθηκαν το δικαίωμα να αφήσουν ακόμη και το παραμικρό ίχνος της ήττας τους και το δικαίωμα να τη διακηρύξουν. Έχω τη διάθεση να μιλήσω γι’ αυτή την ήττα? αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να παραδοθώ”, είχε πει ο ίδιος.

Και ο Αχμέτ Χακίμ αντικαθιστά το τελευταίο χορικό του Σοφοκλή με το ποίημα “Στη γη αυτή υπάρχει ό,τι αξίζει να ζει”, του Νταρβίς.

Όπως εξηγεί ο σκηνοθέτης, “πριν από την είσοδο της Αντιγόνης για την πορεία προς τον τάφο, ακούγεται το ποίημα αυτό του Νταρβίς για την αγάπη. Είναι ο έρως και ο θάνατος. Είδα μεγάλο συσχετισμό στον τρόπο γραφής του Νταρβίς και του Σοφοκλή. Ο τρόπος με τον οποίο μιλούν για τη ζωή και τον αγώνα των ανθρώπων για ελευθερία, είναι ο ίδιος κατ’ εμένα. Ολόκληρο το κείμενο, λοιπόν, είναι του Σοφοκλή εκτός από την τελευταία στροφή, την οποία αντικατέστησα με το ποίημα του Νταρβίς και ακούμε τον ίδιο να το απαγγέλλει, στα αραβικά.”

Γι’ αυτό επιλέξατε να εισάγετε το ποίημα στην τραγωδία;

“Ναι, εξαιτίας της σχέσης, τόσο της φόρμας της γραφής αλλά και του περιεχομένου.”

Ωστόσο θεωρείτε ότι θα είναι πρόβλημα για τους θεατές που δεν θα ξέρουν ποιος ήταν και ποια η κατάληξη του Μαχμούντ Νταρβίς;

“Όχι. Είναι το ίδιο με τη Γαλλία. Ξέρετε, ανεβάσαμε 12 παραστάσεις στην Παλαιστίνη και δώσαμε άλλες 100 στη Γαλλία, ενώ την επόμενη χρονιά θα παρουσιάσουμε το ίδιο έργο στο Βέλγιο. Στην πλειοψηφία τους, οι θεατές δεν γνωρίζουν τον Μαχμούντ Νταρβίς. Ακούνε, όμως, ένα ποίημα, το διαβάζουν γιατί υπάρχει -φυσικά- η μετάφραση και το καταλαβαίνουν. Βλέπουν τη σύνδεση και δεν έχει πια σημασία ποιος ήταν ο Μαχμούντ Νταρβίς. Όσο για τη μουσική, ήθελα να χρησιμοποιήσω συνθέσεις του Μάνου Χατζιδάκι γιατί μ’ αρέσει πολύ. Όταν άκουσα τη μουσική του Τρίο Ζουμπράν [Trio Joubran], τριών Παλαιστίνιων αδελφών μουσικών, έμοιαζε πολύ με τη μουσική του Χατζιδάκι και κατάλαβα ότι θα είναι πολύ χρήσιμη για την εν λόγω παραγωγή. Χρησιμοποιήσαμε, λοιπόν, τη μουσική τους. Επιπλέον, οι Τρίο Ζουμπράν συνόδευαν τον Μαχμούντ Νταρβίς σε παρουσιάσεις όπου διάβαζε τα ποιήματά του, που ήταν κι αυτή μια ωραία σύμπτωση. Νομίζω πως όλα αυτά καταλήγουν σε μια κοινή μεσογειακή κουλτούρα, έτσι δεν είναι; Δύο χιλιάδες πεντακόσια χρόνια μετά, η τραγωδία παραμένει ίδια, όπως και ο τρόπος για να μιλήσουμε γι’ αυτήν, στη μεσογειακή περιοχή. Κι αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. “

Και το γαλλικό κοινό; Πώς ανταποκρίθηκε σε αυτή την παραγωγή;

“Δεν θέλω να κάνω διαφήμιση του έργου, αλλά ήταν επιτυχημένο όπου κι αν το ανεβάζαμε. Ήταν παράξενο γιατί πάντα είχαμε θεατές που ήθελαν να μείνουν μετά την παράσταση, να μιλήσουν με τους ηθοποιούς, να μιλήσουν για το έργο και για την κατάσταση στην Παλαιστίνη. Στη Γαλλία, το κοινό, όπως στην Κύπρο και την Ελλάδα, ξέρει καλά το θέμα της ‘Αντιγόνης’. Γι’ αυτό και έκανε αμέσως τη σύνδεση με το τι συμβαίνει στην Παλαιστίνη, όπου εξελίσσεται μια σύγχρονη τραγωδία. Κι αυτό συγκινεί. Και η Κύπρος, όμως, βρίσκεται υπό κατοχή. Ξέρετε, λοιπόν, τι συμβαίνει.”

Θα ανεβάζατε το έργο στο Ισραήλ;

“Πάμε όπου μας προσκαλούν. Όταν το ανεβάσαμε στην ανατολική Ιερουσαλήμ, δεν ήρθε κανείς από το Ισραήλ. Κανείς. Το διαφημίσαμε αλλά δεν ήρθε κανείς. Μπορώ να το καταλάβω γιατί η κατάσταση είναι περίπλοκη. Δεν θέλουν να εμπλακούν με οποιονδήποτε τρόπο, παρόλο που θεωρώ ότι ο πολιτισμός σε τέτοιες περιπτώσεις έχει σημασία. Οι Παλαιστίνιοι ηθοποιοί μιλούν συχνά γι’ αυτό. Σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο, είναι πάντα οι ηττημένοι. Ωστόσο λένε πως μπορούν να πολεμήσουν διά μέσου της κουλτούρας τους. Λένε πως θέλουν να ζήσουν όπως όλος ο κόσμος, ότι χρειάζονται την ελευθερία τους. Και ότι ενώ είναι υπό κατοχή, θα συνεχίσουν να γράφουν μουσική, να παίζουν θέατρο, να τραγουδούν. Γι’ αυτό θεωρούν σημαντικό η νέα γενιά να είναι καλλιεργημένη πολιτιστικά. Είναι ο δικός τους τρόπος να δηλώσουν παρόντες. Ότι δεν έχουν εξαφανιστεί, ότι εξακολουθούν να υπάρχουν και, κυρίως, ότι είναι παρόντες μέσω της κουλτούρας τους. Κι αυτό είναι κάτι πολύ όμορφο. Όλοι θα έπρεπε να υπερασπιζόμαστε την κουλτούρα μας, όχι ενάντια σε κάποιον άλλο, δεν μιλάμε για κάποιο πολιτισμικό σοκ. Ο πολιτισμός και η κουλτούρα δεν ανταγωνίζονται, μάλλον αλληλοσυμπληρώνονται. Είτε πρόκειται για τον αραβικό, τον ελληνικό ή τον λατινοαμερικανικό πολιτισμό. Όλοι συνεισφέρουν στην ολοκλήρωση του κόσμου όπου ζούμε. Δεν είμαστε σε εμπόλεμη ζώνη στον χώρο του πολιτισμού, αντίθετα με τον χώρο της οικονομίας και τον στρατό.”

Πολλοί Ισραηλινοί καλλιτέχνες κατακρίνουν τη χώρα τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το παλαιστινιακό ζήτημα. Έχετε συνεργαστεί με κάποιους απ’ αυτούς;

“Στο Ισραήλ, όχι. Στη Γαλλία όμως, στο θέατρό μας, δεν ρωτούμε την προέλευση των ανθρώπων. Άραβες και Εβραίοι συνεργάζονται χωρίς πρόβλημα. Ένας από τους σημαντικότερους θεατρικούς συγγραφείς της εποχής μας είναι ο Χανόχ Λεβίν, κατ’ εμένα. Τον θεωρώ τον σύγχρονο Μολιέρο κι έχουμε ανεβάσει πολλά έργα του. Σε κάθε περίπτωση, οι καλλιτέχνες, απ’ όπου κι αν προέρχονται, μάχονται ενάντια στο σύστημα. Κι αυτό που μ’ αρέσει με τον Μαχμούντ Νταρβίς, για παράδειγμα, είναι πως στο τέλος της ζωής του, είχε πει πως μπούχτισε με τον αγώνα και πως ήθελε να ζήσει ‘κανονικά’. Ο Χανόχ Λεβίν ήταν πάντα κριτικός απέναντι στο σύστημα, όπως ο Μολιέρος, ο Σαίξπηρ, ο Σωκράτης. Όλοι αυτοί δεν νοιάζονταν για την πολιτική κατάσταση, ήταν πάντα κριτικοί απέναντι στο σύστημα που καταπιέζει τους πολίτες. Αυτό είναι πολύ σημαντικό στον πολιτισμό. Γιατί το κάνουν για τη ζωή και για την αγάπη και για την τρυφερότητα που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους.”

 

Το “λανθάνον” Εθνικό Θέατρο της Παλαιστίνης

Η φράση “Εθνικό Θέατρο Παλαιστίνης” εξυπακούει ότι πρόκειται για ένα θέατρο επιχορηγημένο από τη χώρα του. Ωστόσο το θέατρο της Παλαιστίνης “δεν είναι στην πραγματικότητα Εθνικό”, σημειώνει ο Αχμέτ Χακίμ. “Το πρόβλημα είναι ότι οι παλαιστινιακές αρχές δεν επιδοτούν το θέατρο και το ίδιο το θεατρικό σχήμα δεν θέλει να ζητήσει επιχορήγηση από την ισραηλινή κυβέρνηση. Είναι σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση. Ο μόνος τρόπος να συνεχίσουν να υπάρχουν είναι μέσα από συνεργασίες με διεθνείς ομάδες όπως η δική μας. “

Και γιατί δεν το επιδοτούν οι παλαιστινιακές αρχές; “Επειδή η έδρα τους είναι στην Ιερουσαλήμ, η ισραηλινή κυβέρνηση απαγορεύει στις παλαιστινιακές αρχές να επιδοτήσει οτιδήποτε στην Ιερουσαλήμ. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πως και οι παλαιστινιακές αρχές δεν νοιάζονται για τον πολιτισμό. Δεν είναι, λοιπόν, μόνο θέμα του Ισραήλ αλλά και των Παλαιστινίων που δεν ενδιαφέρονται. Κι αυτό είναι πρόβλημα. Είναι κρίμα. Ίσως οι πλούσιες αραβικές χώρες να μπορούσαν να βοηθήσουν τους Παλαιστίνιους καλλιτέχνες αλλά δεν το κάνουν. Δεν υπάρχει αλληλεγγύη στις αραβικές χώρες, ούτε όραμα πολιτισμού από τις παλαιστινιακές αρχές. Αυτή είναι η πραγματικότητα”.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το Εθνικό Θέατρο της Παλαιστίνης να εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη βοήθεια από τον διεθνή χώρο και σε συνεργασίες με το εξωτερικό, στην προσπάθειά του να διατηρήσει τις δραστηριότητές του ως το μοναδικό παλαιστινιακό θέατρο στην πόλη της Ιερουσαλήμ.

Για να ξεπεράσει τον συνεχή αποκλεισμό της Ιερουσαλήμ και για να διατηρήσει σταθερούς δεσμούς με την παλαιστινιακή κοινότητα, το Εθνικό Θέατρο της Παλαιστίνης διοργανώνει περιοδείες και προγράμματα με θέατρα στη Δυτική Όχθη. Αυτά τα “πέρα από τα τείχη” προγράμματα αποτελούν έναν τρόπο να έρθει κοντά το θέατρο σε θεατές που δεν έχουν οι ίδιοι τη δυνατότητα να ταξιδέψουν, αλλά και να εμπλακούν τα μέλη της παλαιστινιακής κοινότητας με διάφορες μορφές τέχνης.

 

«Για τι μιλά η τέχνη, αν όχι για έναν άλλο τρόπο ζωής; Αν όχι για να προτείνει μια άλλη ματιά στη ζωή;»

Πόσα χρόνια ζείτε στη Γαλλία;

Από το 1972, περισσότερα από 40 χρόνια. Γεννήθηκα στην Αίγυπτο και όταν ήμουν δέκα ετών πήγαμε στον Λίβανο. Στα δεκαοκτώ μου, πήγα στη Γαλλία. Δεν έχω προσωπική σχέση με την Παλαιστίνη, αλλά πάντα με ενδιέφερε, έζησα στην περιοχή και ξέρω την πολιτική κατάσταση περισσότερο από τον μέσο Γάλλο πολίτη, οι οποίοι ενημερώνονται μόνο μέσα από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία συχνά ψεύδονται. Λένε πως η κατάσταση στην περιοχή είναι ισορροπημένη. Δεν είναι καθόλου. Υπάρχει μια απόλυτη εξουσία και ο απλός κόσμος που υποφέρει από την κατοχή. Γνώριζα, λοιπόν, την άλλη πλευρά και θεώρησα σωστό να τη λέω. Όταν μιλάς με τους Γάλλους, καταλαβαίνουν απόλυτα. Αλλά αν δεν τους μιλήσει κάποιος, δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν και να αντιλαμβάνονται την κατάσταση. Ακούνε μόνο όσα λέγονται στην τηλεόραση. Που είναι ψέματα. Ξέρετε, στην πολιτική λέγονται πάντα ψέματα.

Είδα πως η κατάσταση ήταν απαίσια για τους Αιγύπτιους, ζουν στον δρόμο, δεν έχουν δουλειά, είναι απαίσια και το έβλεπα ολοένα να χειροτερεύει και είπα πώς είναι δυνατό να μην εξεγείρονται; Ο θρησκευτικός εξτρεμισμός ολοένα αυξανόταν, εμφανίζονταν ολοένα και περισσότερες γυναίκες με μπούρκα. Το σύστημα του Χόσνι Μουμπάρακ ήταν τόσο διεφθαρμένο, ώστε εξυπηρετούσε μόνο τα συμφέροντα των Αμερικανών και ποτέ των Αιγυπτίων. Δεν ήταν, λοιπόν, έκπληξη η εξέγερση. Ήταν φυσιολογικό επακόλουθο. Το λυπηρό είναι η επικράτηση του θρησκευτικού εξτρεμισμού.

Θεωρείτε πως άφησε τα χνάρια της η Αραβική Άνοιξη στην Παλαιστίνη;

Στην Παλαιστίνη υπάρχει αγώνας για ελευθερία εδώ και 70 χρόνια. Στη Γαλλία έχουμε την εμπειρία της Γαλλικής Επανάστασης, στο τέλος του 18ου αιώνα. Χρειάστηκαν 150 χρόνια για να υπάρξει πραγματική δημοκρατία. Και τώρα, αντιλαμβανόμαστε στη Γαλλία πως υπάρχει οικονομική δικτατορία, ένας άλλος τρόπος για τον υποσκελισμό της δημοκρατίας. Είναι, λοιπόν, περίπλοκη η κατάσταση. Θα χρειαστεί χρόνος μέχρι να φτάσουμε σε κάτι σαφές και συνεκτικό στις αραβικές χώρες. Κι εκείνο που πρέπει να ελπίζουμε είναι να μην επικρατήσει στην εξουσία ο ισλαμικός εξτρεμισμός, γιατί αυτό θα ήταν πολύ επικίνδυνο για τις γυναίκες, για παράδειγμα, και για τους πολίτες, γιατί θα σήμαινε μεγάλη καταπίεση. Υπήρχε, όμως, δικτατορία στην Τυνησία, στη Λιβύη, ο κόσμος είχε το δικαίωμα να εξεγερθεί, να επαναστατήσει, αλλά αυτό δεν λύνει το πρόβλημα.

Η τέχνη πρέπει να έχει λόγο στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα;

Η τέχνη είναι πολιτική, πάντα. Για τι μιλά η τέχνη, αν όχι για έναν άλλο τρόπο ζωής; Αν όχι για να προτείνει μια άλλη ματιά στη ζωή, διαφορετική από την πολιτική, την οικονομική, την στρατιωτική οπτική; Είναι, λοιπόν, αναγκαία η τέχνη. Αυτή τη στιγμή στη Γαλλία δίνουμε αγώνα γιατί η τέχνη δεν λαμβάνεται αρκετά υπόψη. Η παιδεία και οι τέχνες θα έπρεπε να είναι στην έγνοια των πολιτικών, γιατί είναι πυλώνες της κοινωνίας. Και οι πολιτικοί δεν μιλούν ποτέ για αυτά τα θέματα. Όμως είναι εξαιρετικά σημαντικό να το κάνουν, γιατί ο πολιτισμός είναι ο μόνος τρόπος να δει κανείς τις διαφορετικές απόψεις και ειδικά το θέατρο γνωστοποιεί στο κοινό ένα θέμα και το προβληματίζει. Είτε αυτό είναι η αγάπη, η ιστορία ενός ζευγαριού, η θρησκεία, η πολιτική, η βία, η εξουσία, ο πόλεμος. Το θέατρο μιλά για όλα αυτά τα ζητήματα και το κοινό σκέφτεται, αναπτύσσει άποψη. Το θέατρο, λοιπόν, είναι χώρος δημοκρατίας, πολύ περισσότερο από την Βουλή. Μάλλον γι’ αυτό οι πολιτικοί μισούν τις τέχνες. Γιατί είναι χώρος δημοκρατίας.

Μπορεί να επιβιώσει με την οικονομική κρίση;

Νομίζω πως οι καλλιτέχνες πάντα εκφράζονται, ακόμη κι όταν δεν έχουν λεφτά. Μπορούν να παρουσιάζουν την τέχνη τους σε σπίτια, σε καλύβες, σε δημόσιους χώρους. Αυτό δεν έκανε και ο Μολιέρος; Οπότε θεωρώ ότι η τέχνη πάντα θα επιβιώνει. Αυτό, άλλωστε, που απομένει από έναν πολιτισμό, είναι η τέχνη. Γνωρίζουμε τον πολιτισμό μιας χώρας από την τέχνη της, όχι από τους πολιτικούς της.

 

+ Αντιγόνη: Οι παραστάσεις

Τρίτη 2 Ιουλίου στο Αρχαίο Ωδείο Πάφου
Τετάρτη 3 Ιουλίου στο Αμφιθέατρο Μακαρίου Γ’, Λευκωσία

Εισιτήρια διαδικτυακά στο www.soldoutticketbox.com και στα περίπτερα SOEASY παγκύπρια. Πληροφορίες τηλ. 22674920, 99388160 και στην ιστοσελίδα www.greekdramafest.com όπου βρίσκεται και το πλήρες πρόγραμμα του φεστιβάλ.

You May Also Like

Ρόι Σερ:Καναρίνι μου γλυκό

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Ο Ισραηλινός σκηνοθέτης Ρόι Σερ μιλά στον “Π” για το ...

Πολιτική και συγκίνηση

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο [ΕΚ] είχε κάθε δίκιο να αναδείξει την ταινία Sami Blood νικήτρια του φετινού κινηματογραφικού ...

Πίτσα Γαλάζη: «Είμαι άνθρωπος της συλλογικής μνήμης»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως/Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Βραβευμένη από την Κυπριακή Δημοκρατία με τη σημαντικότερη ...

Mάρκος Μάρκου: Ανακαλύπτοντας, ξανά, την ευτυχία

Γράφει η Μερόπη Μωυσέως Ο ελληνοκυπριακής καταγωγής σκηνοθέτης Μάρκος Μάρκου έχει ολοκληρώσει την πρώτη ...

Γιόσι Μαντμόνι : Στο Ισραήλ, η τέχνη συμβαδίζει με τα μεγάλα ακροατήρια

Γράφει η Μερόπη Μωυσέως, Ο Ισραηλινός σκηνοθέτης παρουσίασε την ταινία του Restoration στο φεστιβάλ ...

Μικαέλλα Κάσινου: «Η Γαρυφαλλιά είναι μία γυναίκα του σήμερα»  

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μιχάηλου Μετά το stand-up tragedy Panωλεθρία, η θεατρική ομάδα Αντίσκηνο επέστρεψε ...

X