Το βλέμμα

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου – ioannou.mari@gmail.com | εικονογράφηση Μαρίνα Γεραλή

«Μ’ αρέσει κι εμένα πολύ εκείνος ο άγιος!», άκουσε τη μια να λέει, αγγίζοντας απαλά τα χείλια της για να χαλιναγωγήσει το υπερβολικό κραγιόν. «Θεσπέσιος!», συμπλήρωσε η άλλη, κάνοντας τον σταυρό της και ταυτόχρονα κινδυνεύοντας να κοπεί από ένα μακρύ, πλαστικό νύχι. Κάθονταν κι οι δύο ώρα πολλή έξω απ’ το μαγαζί, αφήνοντας αποτυπώματα ενυδατικής και αρώματος πάνω στο τζάμι. Δεν την άφηναν με τίποτα να συγκεντρωθεί. «Η Αγιογραφία είναι τόσο in! Θες να δοκιμάσουμε;», ρώτησε η μία την άλλη, διαβάζοντας δυνατά την πινακίδα που αναφερόταν στα μαθήματα. Τις άκουσε να κακαρίζουν. Πλησίασε το τζάμι. Τις αγριοκοίταξε. Κατέβασε την πινακίδα. Μόλις απομακρύνθηκαν, την τοποθέτησε και πάλι στη θέση της. Ακούμπησε το χέρι της κάπου κοντά στην καρδιά. Μετά ανάμεσα στα μαλλιά. Δυνάμωσε την ένταση του CD player κι άφησε τους αιχμηρούς ήχους από τα μεγάφωνα να σπάνε βίαια τα μούτρα τους πάνω στους τοίχους. Ένιωσε το σώμα της να τρέμει απ’ την ένταση. Η μέταλ, εισχωρώντας αγχολυτικά στ’ αφτιά της, την έκανε ν’ ανατριχιάζει. Τόσο, που αν δεν επέστρεφαν οι δυο καρακάξες έξω από το μαγαζί, θα δάκρυζε από συγκίνηση. «Μπορείτε επιτέλους να πάτε στο διάολο;», φώναξε απελπισμένα μέσα από το γυαλί. Τελικά αυτό που τις έδιωξε δεν ήταν η δική της φωνή αλλά μάλλον η φωνή της μέταλ.

Γιατί όμως την κοίταζε έτσι εκείνος ο άγιος στο καβαλέτο; Μήπως έφταιγε η πυκνότητα του αβγού στην μπογιά; Το σκονισμένο φύλλο χρυσού στο φόντο; Γιατί δεν κατάφερνε να αποτυπώσει το ήρεμο εκείνο βλέμμα; Τόσους αγίους ζωγράφισε στη ζωή της, δεκάδες σπίτια κι εκκλησίες γέμισε, δεν ήταν καμιά πρωτάρα! Άκουσε κι όλα της τα CD, από Black Sabbath μέχρι Iron Maiden, ακόμη και κάτι άλλους λιγότερο γνωστούς, με περίεργα ονόματα. Κανένα αποτέλεσμα. Το βλέμμα του παρέμενε άδειο, σχεδόν αλλήθωρο, δεν σ’ άφηνε να νιώσεις το παραμικρό.

«Φταίνε οι σατανικές σου μουσικές!», της υπέδειξε μια φίλη. «Τι περίμενες δηλαδή; Οι αμαρτίες κάποια στιγμή πληρώνονται!», συμπλήρωσε η φίλη-φίδι. Ποια αμαρτία; Αμαρτία το να χαλαρώνει κανείς με μέταλ; Οι στριγγλιές των μεταλάδων καθησύχαζαν λίγο τη σκέψη της και κάποιες φορές μετουσιώνονταν σε ένα τεράστιο μπαλόνι έτοιμο να εκραγεί, σπρώχνοντας τζάμια και πόρτες σαν βόμβα πυρηνική. Ένα ακόμη τσιγάρο ν’ άναβε και το πάτωμα θα γέμιζε αποκεφαλισμένα κεφάλια αγίων. «Έκρηξη σε εργαστήρι Αγιογραφίας!» ή «Αγιογράφος βρέθηκε νεκρή μετά από μια μυστηριώδη έκρηξη!» ή «Εμπρηστές έκαψαν αγιογραφίες ανεκτίμητης αξίας και σπάνια CD σκληρής μέταλ» ή «Βρέθηκε μισοκαμένη εικόνα με το πιο αποτυχημένο βλέμμα στην ιστορία της Αγιογραφίας!».

Άρπαξε ξανά το πινέλο της αποφασισμένη να το πολεμήσει. Το έσφιξε στην παλάμη της τόσο δυνατά, που αν αυτό ήταν φτιαγμένο από σάρκα θα το πολτοποιούσε. Το κράτησε για λίγη ώρα εγκλωβισμένο σαν ξύλινο σπουργίτι. Η παρατεταμένη αυτή παύση, σε αντίθεση με την επίσης παρατεταμένη επιθετικότητα της μέταλ, φλέρταρε με την τελειότητα. Μια ατμοσφαιρική τελειότητα που θα οδηγούσε επιτέλους στο τέλειο βλέμμα. Σκατά! Ο άγιος αυτή τη φορά κοίταζε σαν μεθυσμένος ή κάποιος με απαίσιο πονόδοντο.

Άλλος στη θέση της θα τον πέταγε και θα ξεκινούσε απ’ την αρχή. Όμως, δεν μπορούσε με τίποτα να κάνει κάτι τέτοιο. Κάτι που ξεκινούσε έπρεπε να το τελειώνει, αλλιώς ένιωθε λες και σκότωνε άνθρωπο ή ακόμη χειρότερα, τον ίδιό της τον εαυτό. «Αύριο πάλι…», του είπε χαμηλόφωνα, καλύπτοντάς τον με ένα άσπρο σεντόνι. Τον σκέπασε αργά, εκτελώντας κάτι σαν ιεροτελεστία. Μετά έσβησε το τσιγάρο της στο πάτωμα. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε φορά που κάπνιζε εκτελούσε καταναγκαστικά έργα. Πίεζε τον εαυτό της να το κάνει, ποτέ δεν κατάλαβε γιατί. Ακόμη και τώρα συνέχιζε να καπνίζει, κι ας της έλεγαν όλοι πως αυτό θα επιβάρυνε την κατάστασή της.

«Στην κατάστασή σου δε θα ‘πρεπε να…»

«Πρέπει να προσέχεις στην κατάστασή σου…»

«Σε τέτοια κατάσταση θα ήταν προτιμότερο να μην…»

Κα-τά-στα-ση. Συλλαβίζοντας τη λέξη ένιωθε πως την έκανε να ακούγεται λιγότερο τρομακτική. Συνέχισε να συλλαβίζει κι άλλες λέξεις. Ξαλάφρωσε, προσωρινά. Ύστερα δυνάμωσε κι άλλο την ένταση της μέταλ, επιτρέποντάς της να τρυπήσει το σώμα της σε αναρίθμητα σημεία. Και γιατί όχι, να τη θεραπεύσει. Θα ήταν η πρώτη που θα έβγαινε νικήτρια από αυτή την ιστορία ακούγοντας μέταλ από το πρωί ώς το βράδυ; «Μα στην ηλικία σου ν’ ακούς μέταλ;», της είπε ξανά το φίδι. Σιγά την ηλικία! Αν η μουσική είχε όριο ηλικίας θα την είχε κάνει για τον άλλο κόσμο προ πολλού. Μόνο να κατάφερνε επιτέλους εκείνο το βλέμμα κι όλα θα πήγαιναν καλά. Έτσι δε, γίνεται συνήθως; Όλα θα πάνε καλά! Αυτό δεν εύχονται οι άνθρωποι σε τέτοιες πε-ρι-πτώ-σεις;

Για λίγα δευτερόλεπτα η σκέψη της έγινε ελάχιστα πιο εκκωφαντική από τη μέταλ. Γύρισε προς τη σκεπασμένη εικόνα, προσπαθώντας να γαντζωθεί. Δεν γαντζώθηκε. Το άσπρο σεντόνι απλά μάτωνε διακριτικά απ’ την μπογιά που δεν πρόλαβε να στεγνώσει. Η εικόνα, μυστήρια και κατανυκτικά, αιμορραγούσε.

Δεν ένιωσε την ανάγκη να φωτογραφίσει το θαύμα, ούτε να το κοινοποιήσει σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης.

Έβαλε τον ήχο στη διαπασών.

 Έκλεισε τα φώτα.

 Βγάζοντας την μπλούζα, άφησε τη μέταλ να μαστιγώνει, ασύστολα και αποφασιστικά, τον όγκο στο δεξί της στήθος.

You May Also Like

Το βλέμμα

«Μ’ αρέσει κι εμένα πολύ εκείνος ο άγιος!», άκουσε τη μια να λέει, αγγίζοντας ...

Η τέλεια τούρτα

Αφήνει τη γυναίκα του να παρακολουθεί με αρρωστημένη ευχαρίστηση τους αστυνομικούς μέσα στο περιπολικό ...

τρύπες

“Να μη με θάψεις!”, της λέει, αφήνοντας το κρεβάτι να τον καταπιεί. Ο ήλιος ...

Αλτ τίς εί;

Ο νεοσύλλεκτος σκαρφάλωσε την ανηφόρα με απίστευτη ταχύτητα. Σαν να μην ήταν τα πόδια ...

Πάρτι

Ξεφλουδισμένα κτήρια ξανάδες; Τους σοβάδες να εγκαταλείπουν, πέφτοντας προς τα κάτω. Το μέσα να ...

Τα σαλιγκάρια

Ο ήχος στα μάρμαρα της βεράντας τον αναγκάζει να τυλίξει την κουβέρτα στους ώμους ...

X