Αλτ τίς εί;

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου / ioannou.mari@gmail.com | εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή / marinayerali@gmail.com

Ο νεοσύλλεκτος σκαρφάλωσε την ανηφόρα με απίστευτη ταχύτητα.

Σαν να μην ήταν τα πόδια του πια πόδια ανθρώπου. Λαχάνιασε. Τα καινούργια άρβυλά του άφηναν βαθιές τρύπες στη λάσπη. Όταν είδε το Γουρούνι να κείτεται ολόγυμνο στο χώμα μούδιασε ολόκληρος. Κάποιοι γέλασαν. Άλλοι έτρεξαν να φύγουν. Εκείνος έμεινε εκεί. Αμίλητος. Κατούρησε. Όχι από φόβο. Τα γόνατα του Γουρουνιού μπηγμένα σαν παλούκια μέσα στην παχύρρευστη λάσπη. Η στολή του δίπλα ακριβώς. Παρατημένη η στολή, παρατημένο το Γουρούνι έκλαιγε αθόρυβα αφού το μισό του κεφάλι ήταν βουτηγμένο στον βούρκο. Το Γουρούνι συνέχισε να χώνει φύλλα και πέτρες στο στόμα του σάμπως και προσπαθούσε να σιγήσει τον μεγαλύτερό του φόβο. Μα ο φόβος ήταν παντού εκτός από την έκφρασή του. Στα δέντρα, στα κλαδιά, στον σκοτεινό ουρανό, στις διπλώσεις της στολής και στα παράσημά του. Το Γουρούνι άφριζε εκείνο το βράδυ και χτυπιόταν. Η γύμνια του αντί να το συνετίσει το έκανε επιθετικό. Αν τα δάκρυά του είχαν αλκοόλ θα τα έπινε κι αυτά.

Τις μέρες που ακολούθησαν ο νεοσύλλεκτος δεν μπορούσε με τίποτα να ξεχάσει τον άσπρο κώλο τού Γουρουνιού ανάμεσα στις φυλλωσιές. Του θύμιζε πτώμα. Μόνο που από κοντά έμοιαζε με κάτι πολύ χειρότερο. Φυσικά κανείς εκεί μέσα δεν τολμούσε να σχολιάσει το οτιδήποτε. Κι ένα πράγμα δεν μπορούσε να καταλάβει δύο μήνες τώρα στον στρατό. Το πόσο βασανιστικό γινόταν ένα κοινότοπο πρόβλημα υγείας π.χ. η συχνοουρία και το πώς οι άνθρωποι αποκτούσαν σταδιακά πρόσωπα ζώων. Ναι, πρόσωπα ζώων και μια μπόχα ανεπανάληπτη που κάποιες φορές αργά το βράδυ γινόταν λιπαντικό και πολύ πιο σπάνια υπνωτικό.

30 μέρες φυλακή! Απλά και μόνο επειδή βρέθηκε να κοιτάζει τον γυμνό του κώλο. Και επειδή κατούρησε λίγα μέτρα πιο κει για να τον χλευάσει. Επειδή τον χλεύασε! Ακριβώς! Ως φρέσκο τσοπανόσκυλο δεν έβγαλε λέξη. Μόνο μεγάλα μυτερά αφτιά. Και νύχια. Η ποινή άλλωστε θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερη. Μάσησε το “Άι σιχτίρ ψάρακα!” και το “Άι στο διάολο παλιομαλάκα!”, λες κι ήταν κόκαλο. Δε μπορούσε ποτέ να φανταστεί πόση νοστιμιά κρύβει μέσα του ένα μακρύ, μισοφαγωμένο κόκαλο.

Στη σκοπιά ο νεοσύλλεκτος μετρούσε τ’ άστρα. Ένα βράδυ χάραξε κάτι στο ξύλο με το κλειδί του. “Πριν πεθάνω θέλω να προλάβω να γράψω ένα βιβλίο”. Οι νέοι που θα έφθαναν του χρόνου θα το διάβαζαν και θα το θεωρούσαν πολύ βαθυστόχαστο. Θα έριχνε μέχρι και γκόμενα με τέτοια φράση. Πέρασε όλο το βράδυ διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντάς την. Κι ήταν λες και πράγματι έγραψε ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο για το κεφάλι ενός αποπροσανατολισμένου ζώου που προσπαθούσε να δει τη μύτη του. Κι όταν στο τέλος της ιστορίας το ζώο κατάφερνε να δει τη μύτη του, επέστρεφε στα λογικά του κι έφερνε το στρατόπεδο στα ίσα του.

Όμως το δικό τους στρατόπεδο ήταν καταραμένο, δεν είχε καμία σωτηρία.

Τον τελευταίο καιρό, το Γουρούνι έμενε στο γραφείο του μέχρι αργά. Έβαζε εμβατήρια, κατέληγε σε κλασική μουσική, έκλεινε τις σκούρες κουρτίνες, χαμήλωνε τα φώτα. Μέσα στο σκοτάδι το γραφείο του έμοιαζε με χαριτωμένο εξοχικό ή μπουρδέλο, ανάλογα με τα όρια της φαντασίας του καθενός. Κάποια στιγμή το παραμυθένιο σπιτάκι στην εξοχή μούγκρισε. Ξύπνησαν όλα τα τσομπανόσκυλα στους θαλάμους. Άρχισαν να γαβγίζουν με ένταση. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Την σκούντηξαν συγχρονισμένα με τα βαριά άρβυλά τους. Βρήκαν το Γουρούνι κατάχλωμο. Με το περίστροφο στο χέρι. Λίγο πιο πέρα μπουκάλια ούζο. Η μυρωδιά του γλυκάνισου μπλεκόταν αρμονικά με την μπόχα της αρβύλας. Η σφαίρα εξοστρακίστηκε και άνοιξε μια τρύπα στη φωτογραφία του Αποστόλου Ανδρέα που κρεμόταν (ήδη ετοιμοθάνατη) στον τοίχο. Η τρύπα ήταν ακριβώς στη θέση του καμπαναριού.

Κάποιοι μόνιμοι συγκινήθηκαν εκείνο το βράδυ μα ο νεοσύλλεκτος δεν μπορούσε με τίποτα να ταυτιστεί μαζί τους. Εκεί, μπροστά από το τρυπημένο καμπαναριό, άρχισε να νιώθει το σάλιο του να αυξάνεται και την ουρά του να μεγαλώνει. Αντί γάβγισμα του ήρθε εμετός. Τον κατάπιε. Κι εξαφανίστηκε για πάντα απ’ αυτήν την ιστορία.

Το Γουρούνι δεν πρόσεξε την απουσία του. Ρουθούνισε άγρια. Τους έστειλε όλους στο διάολο. Έπεσε για ύπνο. Ο γλυκάνισος που ράντισε το μαξιλάρι του τον έκανε να ονειρευτεί μια τεράστια γαλανόλευκη σημαία. Τον έκανε να ονειρευτεί και τη γυναίκα του. Με μαλλιά.

Το άλλο πρωί, ένα τυχαίο τσομπανόσκυλο ξεκρέμασε το τρυπημένο κάδρο, έκλεισε με στόκο την τρύπα στον τοίχο και πήρε 3 μέρες τιμητική άδεια.

Αμέσως μετά το Γουρούνι κοίταξε το ημερολόγιό του. Έτρεξε με ενθουσιασμό να δει αν έφθασε η εγκύκλιος από τα Κεντρικά. Έτσι στα ξαφνικά η καρδιά του πετάρισε, λες κι ήταν ζωντανός. 28η Οκτωβρίου! Εθνική επέτειος! Η μέρα που θα εκφωνούσε λόγο, το μήνυμα του αρχηγού.

You May Also Like

Χάρηκ π σε είδ

«Μια καρφίτσα να είχα! Μια τόσο δα μικροσκοπική καρφίτσα!» σκέφτηκε βλέποντας το στομάχι της ...

Πάρτι

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου, ioannou.mari@gmail.com / εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή, marinayerali@gmail.com Ξεφλουδισμένα κτήρια ...

Κιθάρα δίχως ήχο

Τ’ αστέρια συρρικνώθηκαν. Η μοτοσυκλέτα μούγκρισε. Κι αυτή χάθηκε βολίδα στην παράνοια της πόλης. ...

Σ’ όσους είναι στα κελιά

ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΙΞΗΣ | ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ #1 Οι σελίδες του ημερολογίου είναι λευκές. Η απουσία γραμμών ...

Φοινικιές

Ως η μόνη ένοικος εδώ και μήνες είχε όλο το υπερσύγχρονο κτήριο μόνο για ...

3 bonsai

1. Πρώτη φορά θα έπαιρνα συγκοινωνία στην Αθήνα. Ήταν την επομένη της άφιξής μου ...

X