Νίκος Κουρούσιης: «Η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια, η τέχνη είναι ουσία»

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου

Ο Νίκος Κουρούσιης παραχώρησε μια συνέντευξη στο «Παράθυρο» με αφορμή τα εγκαίνια του μουσείου του, στο δάσος του Μιτσερού.

«Ήμουν κυνηγός μέσα στο δάσος. Ζούσα σε αυτό το δάσος, εξαφανιζόμουν από το χωριό, έφευγα το πρωί και δεν επέστρεφα μέχρι αργά το βράδυ. Μεγάλωσα εδώ μέχρι τα δώδεκά μου. Τα βιώματά μου είναι όλα εδώ. Όταν αποφάσισα να ιδρύσω το μουσείο, μου φάνηκε φυσικό να επιστρέψω στις ρίζες μου, εκεί που ένιωθα ότι ανήκω».

Ο Νίκος Κουρούσιης, από τους πιο σημαντικούς και σεβαστούς καλλιτέχνες της γενιάς του, μιλά στο «Π».

Θα ήθελα να αρχίσουμε από την πιο πρόσφατή σας κίνηση: το Μουσείο και το Ίδρυμα Νίκος Κουρούσιης. Ποια ανάγκη σας έσπρωξε προς αυτή την κατεύθυνση;

Προσπάθειά μου ήταν να διασώσω το έργο μου ολοκληρωμένο και να το εκθέσω σε έναν χώρο που να μπορεί ο κόσμος να δει την πορεία μου μέσα από τα χρόνια. Είναι σημαντικό να μη χάνεται το έργο ενός καλλιτέχνη.

Πήρα αυτή την απόφαση επειδή το κράτος δεν έχει μέχρι τώρα πάρει πολιτική απόφαση ότι ο πολιτισμός είναι σημαντικός, επειδή δεν υπάρχει ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, όπου να  μπορούσαν τα έργα των καλλιτεχνών να αναδεικνύονται και επειδή έζησα καταστάσεις με έργα καλλιτεχνών να εξαφανίζονται – έχω υπόψη μου τον Χριστόφορο Σάββα για παράδειγμα.

Έτσι, πριν από πέντε χρόνια, αποφάσισα να συγκεντρώσω σ’ έναν χώρο το έργο μου, να το προστατεύσω, να το συντηρώ και να δώσω στον κόσμο την ευκαιρία να δει την πορεία μου. Και ήταν σημαντικό για μένα να κάνω το Ίδρυμα εν ζωή και να τα παρουσιάσω [τα έργα] όπως θέλω εγώ σύμφωνα με το δικό μου το πνεύμα.

Το μουσείο όπως παρουσιάστηκε στο κοινό αποτελεί το πρώτο βήμα ενός προγράμματος αρκετά φιλόδοξου.

Αυτή είναι η πρώτη φάση των εργασιών. Επειδή ο χώρος είναι μεγάλος, είναι δέκα σκάλες, το όραμά μου είναι να δημιουργήσω κι άλλους χώρους που να φιλοξενούν κι άλλες δραστηριότητες. Σε δεύτερο στάδιο θα προσθέσω άλλον ένα [τρίτο] εκθεσιακό χώρο, ένα ερευνητικό κέντρο / βιβλιοθήκη, ένα εξωτερικό θεατρικό χώρο, το πάρκο γλυπτικής που αρχίζει σταδιακά -έχω στήσει το πρώτο έργο- και σε ένα κατοπινό στάδιο αν μπορέσω οικονομικά να το υλοποιήσω θα προστεθεί ένας χώρος φιλοξενίας καλλιτεχνών όπου να μένουν για ένα χρονικό διάστημα και να δημιουργούν έργα εμπνευσμένα από τον χώρο γύρω. Θέλω να δημιουργηθεί ένας πολιτιστικός πυρήνας όπου η βάση να είναι το έργο μου, αλλά παράλληλα να δίνεται και η ευκαιρία και σε άλλους δημιουργούς να βιώνουν τον χώρο και την περιοχή ευρύτερα.
Είναι ένα όραμα ζωής που εξελίσσεται παράλληλα με το έργο που συνεχίζω να παράγω.

Στην ομιλία του ο υπουργός Παιδείας Κυριάκος Κενεβέζος χαρακτήρισε την ίδρυση του μουσείου «ανάσα αισιοδοξίας». Πώς αντιλαμβάνεστε αυτή την αισιοδοξία;

Η αισιοδοξία είναι εσωτερική για μένα και δεν με απασχολούν οι δυσκολίες που υπάρχουν γύρω μου, οι οικονομικές ή άλλες. Εξάλλου έζησα την κατάσταση το ’74 όπου είχα αποφασίσει ότι η τέχνη είναι πολυτέλεια και ήθελα να γίνω ψαράς – αν και δεν με πήρε κανένας στα σοβαρά και επανήλθα…

Επομένως, μέσα σε αυτές τις δύσκολες καταστάσεις που ζούμε στην Κύπρο πιστεύω ότι η αισιοδοξία είναι σημαντική. Ξέρουμε για τον πολιτισμό μέσα από την τέχνη. Την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη λογοτεχνία, την ποίηση – είναι μέσα από τη δημιουργία που ξέρουμε για τη ζωή του παρελθόντος. Επομένως, η δημιουργία είναι ένα σημαντικό στοιχείο για να καθορίζει ένας τον χώρο του.

Σαν άτομο είμαι αισιόδοξος και δημιουργικός. Είμαι λιτός και στον τρόπο ζωής μου και στις ανάγκες μου, επομένως δεν έχω ανασφάλειες.

Βέβαια, για να δημιουργήσεις χρειάζονται τα λεφτά, αλλά υπάρχει και η «φτωχή τέχνη» όπως έλεγαν οι Ιταλοί. Μπορείς με ελάχιστα υλικά να δημιουργήσεις. Υπάρχουν τρόποι.

Σας στήριξε το κράτος στην ίδρυση του μουσείου;

Το κράτος δεν έχει στηρίξει καθόλου το μουσείο, παρόλο που το αιτήθηκα. Το πράγμα σκόνταψε στην πολιτική των Πολιτιστικών υπηρεσιών να χρηματοδοτούν εκδηλώσεις και όχι έργα υποδομής.

Είχα κάνει αιτήσεις σε διάφορους οργανισμούς και στη Cyta και στον ΟΠΑΠ για ενίσχυση, αλλά φαίνεται ότι ο πολιτισμός για αυτούς είναι ο τελευταίος τροχός της άμαξας. Ο ΟΠΑΠ διαφημίζει για τον αθλητισμό και τον πολιτισμό, αλλά ο πολιτισμός της Κύπρου είναι ο αθλητισμός – όχι ο κλασικός αλλά το ποδόσφαιρο.

Τι σας οδήγησε στην απόφαση να γίνετε καλλιτέχνης;

Ήρθε από μόνο του το πράγμα. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια καλλιτεχνική. Ο πατέρας μου ήταν ξυλογλύπτης, τον παρακολουθούσα από πέντε χρονών να εργάζεται. Έφτιαχνε επίσης μουσικά όργανα υπέροχα, ανάγλυφα στις εκκλησίες…. Ο παππούς μου επίσης πολύ καλλιτεχνικός, έφτιαχνε αγαλματάκια για τις σουβάντζες… γύρω μου υπήρχε συνεχώς η δημιουργία και η έκφραση.

«Για πρώτη φορά ανακάλυψα τη γεωμετρία, όταν ήμουν μικρός και κοιμόμουνα έξω. Δημιουργούσα σχήματα παρατηρώντας τα άστρα, και ενώνοντάς τα με νοητές γραμμές. Τα σχήματα αυτά ήταν πάντα γεωμετρικά: κύβοι, τρίγωνα, ορθογώνια. Ήταν μια σχέση μου είχα με τη γεωμετρία μέσα από αυτές τις νυκτερινές μου περιπέτειες στον ουρανό»

 

Συχνά αναφέρεστε στη Γεωμετρία, τον Αριστοτέλη και τον Ηράκλειτο. Πόσο σημαντική «πηγή» είναι για σας ο ελληνικός πολιτισμός και πώς μπορούμε να τον καταλάβουμε στην Κύπρο σήμερα;

Είναι πολύ βασική πηγή σε όλες της τις εκφάνσεις. Και στους μύθους, στη γεωμετρία, στην τριγωνομετρία. Για πρώτη φορά ανακάλυψα τη γεωμετρία, όταν ήμουν μικρός και κοιμόμουνα έξω.

Δημιουργούσα σχήματα παρατηρώντας τα άστρα, και ενώνοντάς τα με νοητές γραμμές. Τα σχήματα αυτά ήταν πάντα γεωμετρικά: κύβοι, τρίγωνα, ορθογώνια. Ήταν μια σχέση που είχα με τη γεωμετρία μέσα από αυτές τις νυκτερινές μου περιπέτειες στον ουρανό.

Για μένα προσωπικά, ο ελληνικός πολιτισμός είναι οι ρίζες μέσα στις οποίες γαλουχήθηκα, πέρα από τη γλώσσα, είναι οι μύθοι, οι παραδόσεις, όλα αυτά τα βιώματα που κουβαλούσα μέσα μου σαν Έλληνας – Κύπριος. Ασχολήθηκα πολύ, μέσα από τις έρευνες και τις μελέτες μου και μέσα από τα έργα μου, με την αρχαία φιλοσοφία. Το τελευταίο μου έργο όπου ασχολήθηκα με αυτό το θέμα ήταν το Συμπόσιο, όπου εστίασα σε δώδεκα δημιουργούς, φιλόσοφους, θεατρικούς συγγραφείς, μαθηματικούς. Για μένα είναι πηγές έμπνευσης αλλά και την ίδια στιγμή οι ρίζες μου.

«Τα παιδικά έργα ήταν για μένα μαγευτικά. Έδινα απόλυτα τον εαυτό μου γιατί είχα να κάνω με δύσκολους θεατές. Τα παιδιά είναι πολύ απαιτητικά. Κι αν δεν τους δώσεις ένα παραμύθι δυνατό, θα τα χάσεις. Αυτό για μένα ήταν μια πρόκληση»

Η δουλειά σας στο θέατρο υπήρξε καθοριστική και για τη δική σας πορεία αλλά και για το θέατρο στην Κύπρο. Η δουλειά σας στην Παιδική Σκηνή για παράδειγμα, είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του Κυπριακού Θεάτρου. Τι σας απομάκρυνε;

Θέλω πρώτα να πω ότι τα παιδικά έργα ήταν για μένα μαγευτικά. Έδινα απόλυτα τον εαυτό μου στα παιδικά γιατί είχα να κάνω με δύσκολους θεατές. Τα παιδιά είναι πολύ απαιτητικά. Κι αν δεν τους δώσεις ένα παραμύθι δυνατό, θα τα χάσεις. Αυτό για μένα ήταν μια πρόκληση.

Επιπλέον, η ελευθερία που έχουν τα παιδιά είναι πέρα από τα παραδοσιακά όρια. Έτσι, τα παιδικά έργα μού έδιναν μια φοβερή ελευθερία έκφρασης.

Η σχέση μου με το θέατρο ήταν μια σχέση πολύ δυνατή. Έφευγα από το εργαστήρι μου όπου εργαζόμουν μοναχικός και πήγαινα σε έναν χώρο όπου υπήρχε πολλαπλή δράση, συνεργασία, κίνηση, φως, χρώμα…

Ήταν μια άλλη μορφή έκφρασης πολύ ενδιαφέρουσα για μένα. Παρόλο που δεν σπούδασα σκηνογραφία, μπήκα στον χώρο γιατί τον αγαπούσα, αγαπούσα το θέατρο. Ο χώρος αυτός με κέρδισε λόγω αγάπης και όχι λόγω επαγγέλματος. Κέρδισα από τη σχέση μου με το θέατρο, αλλά και έδωσα στο θέατρο, ήταν μια αμφίδρομη σχέση.

Πολλές από αυτές τις παραστάσεις είναι σημεία αναφοράς για μια γενιά – τουλάχιστον. Θυμούμαι έντονα για παράδειγμα τη σκηνή του Σχολείου για Κλόουν, με τα τεράστια έπιπλα που έκαναν του ηθοποιούς να μοιάζουν μικροσκοπικοί πάνω στη σκηνή.

Το διασκεδάζαμε πολύ εμείς που δημιουργούσαμε την παράσταση. Οι ηθοποιοί, ήταν οι ηθοποιοί που έπαιζαν και στην Κεντρική Σκηνή, δεν το θεωρούσαν υποτιμητικό να παίξουν στην Παιδική. Κάναμε λοιπόν πράγματα εκεί ομαδικά που ήταν φοβερά. Το απολαμβάναμε και όλοι ήταν μια ομάδα δυνατή.

Όταν οι ηθοποιοί της Κεντρικής δεν ήθελαν πια να παίζουν στα παιδικά διότι ίσως να ένιωθαν ότι μειώνονται, άρχισε να χάνεται και η ποιότητα. Και σε αυτό φταίει και ο Οργανισμός πιστεύω που δεν έδωσε την ανάλογη σημασία στο Παιδικό.

Διότι εκεί κτίζεις τους επόμενους «πελάτες» του θεάτρου.

Τι ήταν αυτό που σας απομάκρυνε από το θέατρο;

Κάποια στιγμή ένιωσα ότι έκλεισε αυτός ο κύκλος, λόγω του ότι ο Θεατρικός Οργανισμός άρχισε να αποτελείται από δημόσιους υπαλλήλους.

Άρχισαν να μπαίνουν οι συντεχνίες και να δημιουργούνται καταστάσεις αντικαλλιτεχνικές που ένιωσα ότι δεν μου ταίριαζαν.

Και δεν ήθελα να συγκρούομαι με τους φίλους μου τους ηθοποιούς, διότι οι συντεχνίες τούς έλεγαν για παράδειγμα, να μην φορούν τα κοστούμια τους παρά στις δύο τελευταίες πρόβες, και άλλα τέτοια. Για μένα αυτά ήταν αρνητικά στοιχεία.

Μόνο πρόσφατα έκανα ξανά ένα έργο στην ΕΘΑΛ [Το Σφαγείο] με ένα έργο που μου άρεσε πάρα πολύ και είχα μια πολύ καλή συνεργασία με τον Μηνά Τίγκιλη. Διάβασα το έργο, μου άρεσε πάρα πολύ και αποφάσισα να το κάνω.

Θα επιστρέψω ξανά στο θέατρο αν νιώσω ξανά αυτό τον ενθουσιασμό για το έργο, αν με τον σκηνοθέτη μιλούμε την ίδια γλώσσα κλπ. Είναι πολλές οι παράμετροι…

Θα ήθελα να μου μιλήσετε για μια ενότητα στην οποία εργαστήκατε χρόνια και η οποία έκλεισε πρόσφατα: τους «Πρωταγωνιστές».

Ξεκίνησα να σκέφτομαι αυτό το έργο πριν από τέσσερα χρόνια περίπου. Η έμπνευση ήρθε πηγαίνοντας σε διάφορα σπίτια και βλέποντας τις οικογενειακές φωτογραφίες. Σε κάποια δεδομένη στιγμή αποφάσισα ότι έτσι θα εκφράσω αυτή την οικογένεια των ανθρώπων που ασχολήθηκαν με το Κυπριακό από το ’60 μέχρι σήμερα.

Κι έτσι άρχισα να κάνω έρευνα στο PIO [Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών] για φωτογραφίες, σε βιβλία και αρχεία ψάχνοντας τους ανθρώπους που είχαν εμπλακεί ενεργά στις συνομιλίες για το Κυπριακό: Τουρκία, Ελλάδα, Κύπρος, Αγγλία, Ηνωμένα Έθνη, Αμερική. Ψάχνοντας βρήκα τους «Πρωταγωνιστές».

Όπως μια οικογενειακή φωτογραφία μέσα στα σπίτια των ανθρώπων, έτσι ήταν και για μένα η «οικογένεια» αυτή.

Για την πρώτη πράξη αποφάσισα να χρησιμοποιήσω το αρνητικό της αναλογικής φωτογραφίας. Η πρώτη παρουσίαση έγινε στην Αθήνα, στο Σπίτι της Κύπρου, όπου έστησα τις φωτογραφίες πάνω σ’ ένα μεγάλο τραπέζι μ’ ένα χαλί από κάτω. Μια εικόνα πολύ κοντά σ’ αυτά που έβλεπα στα σπίτια.

Όταν ήρθε η έκθεση στην Κύπρο παρουσιάστηκε στην Καστελιώτισσα, εκεί προσέθεσα πολύ περισσότερες φωτογραφίες. Τότε είχαν έρθει πάρα πολλοί πολιτικοί κι έψαχναν για τον εαυτό τους ανάμεσα στους «Πρωταγωνιστές».

Στη συνέχεια είχα χρησιμοποιήσει την ιδέα του χαλιού, που πήγαινε πίσω στον χρόνο, στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους που είχαν τα έργα σε ψηφιδωτά στο πάτωμα και περπατούσαν πάνω.

Περπατώντας πάνω στο έργο ανακαλύπτεις και αυτή τη διαγώνια διάσταση της τέχνης. Το χαλί πρωτοπαρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη, μετά στο Λονδίνο στην κυπριακή πρεσβεία [εκεί είχαμε ένα επεισόδιο με έναν Άγγλο που συνειδητοποίησε ότι ενώ μιλούσαμε πατούσε πάνω στη Βασίλισσα της Αγγλίας και αντέδρασε έντονα.Έπρεπε να του μιλήσω για τους αρχαίους Έλληνες, τους θεούς τους που τους πατούσαν κι όλα αυτά για να τον καθησυχάσω].

Μετά ταξίδεψε στην Ελλάδα, στην Κύπρο. Αυτό το χαλί ταξίδεψε σε όλες τις χώρες που είχαν εμπλακεί στο Κυπριακό. Πήγε επίσης στο Παρίσι και πρόσφατα στις Βρυξέλλες. Στις Βρυξέλλες σήκωσαν το έργο όταν πήγε ο Χριστόφιας να κάνει τα εγκαίνια – ακόμα η επιμελήτρια δεν έχει δώσει μια πειστική εξήγηση [για το θέμα εδώ: http://parathiro.wpengine.com/?p=14830].

Όταν εκείνο το έργο επέστρεψε από τις Βρυξέλλες, αποφάσισα ότι θα κάνω μια δράση, μια πράξη κάθαρσης.

Αποφάσισα ότι ως εκεί ήταν. Αποφάσισα λοιπόν να το κάψω.

Η δράση υπάρχει σε βίντεο [εκτίθεται στο Μουσείο Κουρούσιη]. Έκλεισε έτσι ο κύκλος της οικογένειας του Κυπριακού. Η στάχτη είναι μέσα σε ένα κουτί στη βάση του βίντεο.

Ήταν σημαντικό για μένα να κάνω αυτή την πράξη, διότι νιώθω ότι γενικότερα οι καλλιτέχνες εδώ δεν έχουμε «ψήφο» σημαντική για να αλλάξουμε τα πράγματα. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα. Τα κόμματα κρατούν τόσο σφιχτά τις καταστάσεις και ελέγχουν τόσο πολύ τον κόσμο / πρόβατα, που η φωνή μας, οι αντιδράσεις μας, έρχονται μέσα από τη δημιουργία.

Και υπάρχουν διάφορα τέτοια παραδείγματα αντίδρασης, όπως για παράδειγμα αυτή η πράξη που είχα διοργανώσει στην οδό Λήδρας με το λευκό πανί σε διαμαρτυρία για τον πόλεμο στο Ιράκ ή το βιβλίο που είχα εκδώσει για την εγκατάλειψη της παλιάς πόλης [της Λευκωσίας].

Σαν καλλιτέχνης είναι το μόνο όπλο που έχω, είναι η φωνή μου μέσα από τη δημιουργία.

Πάνω σε αυτό θα ήθελα να μιλήσετε επίσης για ένα από τα έργα σας που δεν υπάρχουν πια παρά μόνο μέσα από φωτογραφίες και αναμνήσεις: Το Ουράνιο Τόξο

Η ιδέα για το Ουράνιο Τόξο άρχισε το ’74 μετά την εισβολή. Όπως είπα πριν, είχα αποφασίσει να αλλάξω επάγγελμα, να γίνω ψαράς. Έζησα επί τρεις μήνες στην Πάφο, στον Άη Γιώρκη της Πέγειας – κατασκήνωση. Ζούσα από το ψάρεμα και διάβαζα…

Έλεγα, η τέχνη είναι πολυτέλεια. Κάποια στιγμή μού πέρασε όλο αυτό και επέστρεψα στη Λευκωσία. Ένα βροχερό απόγευμα που καθόμουν στο εργαστήρι μου είδα ξαφνικά ένα ουράνιο τόξο να βγαίνει κι έμοιαζε να βγαίνει μέσα από το νεκροταφείο. Εκείνη η στιγμή ήταν η στιγμή της ανάτασης. Τίποτε δεν έχει τελειώσει, τα πάντα ρει. Ξανάρχισα πάλι να νιώθω ότι η δημιουργία είναι ουσιαστική.

Μέχρι τότε η δουλειά μου ήταν καθαρά ζωγραφική, στον καμβά. Δούλευα τότε και στο θέατρο με εγκαταστάσεις και κατασκευές. Το Ουράνιο Τόξο ήταν το πρώτο μου γλυπτό, το οποίο με μεγάλη δυσκολία κατάφερα να στήσω. Πήρα άδειες μετά μεγάλης δυσκολίας για να το εγκαταστήσω με χορηγία της εταιρείας Γκαράνη που έκανε τσιγάρα και με τη συμμετοχή πάρα πολλών φίλων με τους οποίους στήσαμε το έργο ομαδικά.

Αφότου έκανα μια μακέτα, εξασφάλισα τα υλικά και οι Φιλίππου οι αρχιτέκτονες μού έκαναν τα σχέδια τα κατασκευαστικά κλπ. Πήγα λοιπόν ένα πρωί εκεί [στον κυκλικό κόμβο του Παλιού Αεροδρομίου] κι άρχισα να σκάβω για τη βάση. Φορούσα μπότες, στρατιωτικά, του εργάτη ρούχα και έσκαβα.

Οι Τούρκοι απέναντι, με έβλεπαν με τα κιάλια, δίπλα από τα φυλάκια. Ξαφνικά ήρθε κάποιος από τα Ηνωμένα Έθνη. Ένας αξιωματικός, Αυστριακός, πολύ συμπαθητικός, πολύ ευγενικός, στάθηκε εκεί διακρατικά και με ρώτησε τι κάνω. Και του είπα «σκάβω μια τρύπα. Ένα μέτρο επί ένα μέτρο». Και συνέχισα να σκάβω.

Έφυγε κι επέστρεψε μετά από μια, μιάμιση ώρα, και μου λέει: «Γιατί την σκάβεις την τρύπα;».

Λέω, «μου αρέσει να σκάβω τρύπες. Πού είναι το πρόβλημα; Αυτοί που σ’ έστειλαν δεν έχουν κανένα δικαίωμα εδώ. Εδώ είναι χώρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κι εγώ σκάβω μια τρύπα».

Επειδή τον ένιωσα άβολα, κι επειδή ήταν ευγενικός, του εξήγησα την ιδέα του Ουράνιου Τόξου, για το πώς εμπνεύστηκα το έργο κι όλα αυτά…

Μου λέει: «Μα είσαι καλλιτέχνης; Νόμισα πως είσαι εργάτης!».

«Είμαι εργάτης της τέχνης», του είπα. Ήρθε μετά στα εγκαίνια του έργου.

kouroushis001

Mια εξαιρετική φωτογραφία που περιλαμβάνεται στην έκδοση «Νίκος Κουρούσιης, Ουράνιο Τόξο». Μπροστά από το γλυπτό «Ουράνιο Τόξο», στον κυκλικό κόμβο Κολοκασίδη, το 1975.

Το έργο υπήρχε μέχρι πρόσφατα, όταν «κατέβηκε» παρά τις διαμαρτυρίες.

Ήρθε η Πολεοδομία και αποφάσισε να φύγει το έργο από ‘κει για να κάνουν τις διακοσμήσεις τους. Εγώ στο μεταξύ είχα κάνει μια αίτηση στις Πολιτιστικές υπηρεσίες –η οποία εγκρίθηκε- για την ανακατασκευή των εξωτερικών ράβδων του έργου οι οποίες είχαν αφαιρεθεί από στρατιώτες για να φτιάξουν τις παράγκες τους.

Ξαφνικά, όταν πήγα εγώ κι άρχισα με τεχνικούς να εργαζόμαστε εκεί, ήρθε κάποιος υπεύθυνος του δήμου και μας είπε να σταματήσουμε γιατί εδώ θα γίνει διαμόρφωση του χώρου από την Πολεοδομία. Υπήρξε μια αλληλογραφία μεταξύ Πολιτιστικών υπηρεσιών και Πολεοδομίας, τελικά κέρδισε η Πολεοδομία και οι δύο δήμοι κι έτσι σηκώθηκε εκείνο το έργο.

Το ’75, εγώ είχα κάνει ένα έργο που ήταν ειρηνικό, ενώ οι Τούρκοι απέναντι έβαλαν τη σημαία τους. Όχι μόνο δεν το κατάλαβαν, όχι μόνο δεν το αξιοποίησαν, αλλά το σήκωσαν για να βάλουν τους διακοσμητικούς τους κύκλους.

Έτσι αυτό ήταν το άδοξο τέλος του Ουράνιου Τόξου. Μετά απ’ αυτό αποφάσισα να κάνω μιαν έκδοση για να καταγράψω την ιστορία του για να σωθεί η ιστορία αυτού του έργου.

kouroushis_ouraniotoxoΗ Πολεοδομία αποφάσισε και έδωσε τέλος στο έργο του Νίκου Κουρούσιη «Ουράνιο Τόξο».

Το 2007 σημειώνετε τις σκέψεις σας γύρω από το «Ουράνιο Τόξο» και αναρωτιέστε αν «Είναι τελικά μια πολυτέλεια η τέχνη;». Θα ήθελα να κλείσουμε με αυτό.

Ενώ μετά το ’74 ένιωσα ότι η τέχνη δεν έχει χρησιμότητα, αναίρεσα σχεδόν αμέσως την άποψή μου. Η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια, η τέχνη είναι ουσία. Και είναι μεγάλη ουσία στη διαδρομή μιας χώρας, μιας πολιτείας, ενός πολιτισμού. Και το έχει αποδείξει η ιστορία.

ΑΡΧΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ©ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΑΡΑΘΥΡΟ |  ΠΟΛΙΤΗΣ

You May Also Like

Δημοκρατία στην τέχνη, τέχνη στη δημοκρατία

Το «Respublika!», μια σειρά εκδηλώσεων της οποίας το όνομα παίζει με τη λατινική ετυμολογία ...

ΣΤΑΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ : Οι Σταματίες είναι θύματα της Ιστορίας

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως/φωτογραφία : Νίκος Καρανικόλας Η Ελένη Ουζουνίδου ερμηνεύει τον ρόλο της ...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ: Μόνο οι σαλεμένοι δεν μπορούν να καταλάβουν από τέχνη

Συνέντευξη στον Μανώλη Καλατζή Απορρίπτει τη στρατευμένη και επιχορηγούμενη καλλιτεχνική δημιουργία θεωρώντας πως υπηρετείται ...

Σταύρος Αντωνόπουλος : Δέκα επιτυχίες δεν θα μετρήσουν μπροστά στη μία μικρή αποτυχία

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως/Φωτογραφία: Ελένη Παπαδοπούλου Σταύρος Αντωνόπουλος υπογράφει δύο σκηνογραφικές δουλειές -στο Θέατρο ...

Γιώργος Σταθόπουλος: «Όσο περνάνε τα χρόνια η τέχνη χλoμιάζει…»

Συνέντευξη στο Χρίστο Λαζανιά/Φωτογραφία Παύλος Βρυωνίδης Τα έργα του υμνούν την ομορφιά και τη ...

Πόπη Αβραάμ: «Κάναμε την οικογένεια του έργου δική μας»

«Είναι τα πράγματα, τ’ αληθινά του καθενός μας, η οικογένειά μας, οι δικοί μας ...

X