Αεροβάτες

Γράφει η Μαρία Ιωάννου / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή

“Δεν είσαι πουλί, γι’ αυτό φοβάσαι”, γράφει με μεγάλα, κεφαλαία γράμματα το τραπεζάκι του μπροστινού καθίσματος. Τρίβω τα μάτια. “Παρακαλούμε να έχετε τις ζώνες δεμένες όταν κάθεστε. Σωσίβιο κάτω από το κάθισμά σας”, είναι το μόνο πράγμα που έχει να μου πει το πλαστικό μπροστά μου. Σε λίγο θα φιλοξενήσει τον ορθογώνιο δίσκο με το ψωμάκι, το κολοκυθάκι, το καροτάκι, την πατατούλα, την μπριζολίτσα και, τέλος, το γλυκάκι. Όλα σε σμίκρυνση.

Tο είδωλό μου στο παραθυράκι μού μιλά. Μάλλον το χαπάκι για τη ναυτία ήταν ληγμένο. “Τις αναμνήσεις δεν τις κουβαλάμε μαζί μας μόνο στα ταξίδια, τις κρατάμε σφιχτά. Δεν έχεις λόγο να φοβάσαι πως θα τις χάσεις”, μου λέει. Ποιες αναμνήσεις; Εγώ δεν έχω αναμνήσεις. Ξεμπέρδεψα με τις αναμνήσεις εδώ και καιρό!

Ζητώ καφέ. Ντεκαφεϊνέ γιατί οι παλάμες μου στάζουν νευρικότητα εδώ και ώρα. Προσπαθώ να αναπνεύσω απορροφώντας αέρα απ’ τη χαραμάδα, τις συμπληγάδες των δυο μπροστινών καθισμάτων. Τώρα στο οπτικό μου πεδίο ο μακρύς λαιμός μιας νεαρής γυναίκας, ελάχιστες πινελιές χρώματος απ’ την μπλούζα της κι ένα σκουλαρίκι να πηγαίνει πέρα δώθε. “Δεν είναι η πρώην γυναίκα σου. Σταμάτα. Μην αναπνέεις τόσο βαριά!”, μου λέει και πάλι το είδωλό μου στο παραθυράκι. Προς τι αυτή η παραίσθηση; Σκατοληγμένο χάπι!

Τράνταγμα. Κενό αέρος

Ο διπλανός μου σχεδόν με ακούμπησε με το αριστερό του πόδι. Κρατήθηκε ο καθωσπρέπει κύριος με το ακριβό ρολόι και το έντονο μαύρισμα, όπως κρατιέμαι κι εγώ να μην πάω τουαλέτα πριν από την προσγείωση. Δεν αντέχω όμως αυτήν τη φορά. Βήχω και προχωρώ στον διάδρομο. Βλέπω τα κεφάλια των άλλων να στρέφονται προς εμένα με απίστευτο συγχρονισμό, ένα κεφάλι με αθλητικό καπέλο, ένα κεφάλι φαλακρό, μετά ένα κεφάλι με γυαλιά ηλίου, ένα κεφάλι απλά κεφάλι και ούτω καθεξής – ένα απόλυτα συγχρονισμένο ντόμινο με κάνει να αναρωτιέμαι τι βλέπουν τελικά σ’ εμένα που εγώ δεν βλέπω πια.

Σφραγίζω καλά την πορτούλα και βυθίζομαι μέσα στο καθρεφτάκι. Όλες οι στιγμές της ζωής μου εμφανίζονται σαν παζλ. Δεν έχω καμία διάθεση να ενώσω τα κομμάτια. Δεν ξέρω καν αν ενώνονται πια. Από πάνω τους ένας μουντός ουρανός, σε λίγο θα βρέξει και θα ξεβάψουν όλα σαν πίνακας κακής ποιότητος. Τραβώ το καζανάκι. Κι αυτό σε σμίκρυνση.

Το τρόλεϊ με τα αφορολόγητα μου κόβει τον δρόμο. Νιώθω πως κάτι ξέχασα. Εντοπίζω τον εαυτό μου στην άκρη του διαδρόμου να ψάχνει ξανά τις αποσκευές. Κάτω απ’ το αγαπημένο μου πουκάμισο εγώ, συμπιεσμένος στον πάτο. Μια διάφανη χαλκομανία να ψηλαφά αυτό που δεν υπάρχει πια. Να ψάχνω τη λέξη αξιοπρέπεια. “Μην ανησυχείς, κανείς σε αυτό το ταξίδι δεν θα σε ρωτήσει για την επιλογή σου να εγκαταλείψεις τα πάντα. Εδώ είσαι σε μια κατάσταση ενδιάμεση, μια μικρή δόση αιωνιότητας, όπου οι ανθρώπινες αδυναμίες συρρικνώνονται προσωρινά, όπως και τα μαξιλαράκια κι οι κουβερτούλες”, επαναλαμβάνει το είδωλό μου στο γυαλί.

Διψώ για μούδιασμα. Ζητώ κόκκινο κρασί και ξαναδένω τη ζώνη. Ο διπλανός μου έχει ήδη αποκοιμηθεί. Ο έξτρα φωτισμός ανάγνωσης ακόμη αναμμένος. Με τυφλώνει. Τεντώνω το χέρι να πατήσω το κουμπί χωρίς να τον ενοχλήσω. Κλείνω απότομα το παραθυράκι, λιώνοντας ταυτόχρονα και το είδωλό μου.

“Δεν έχουμε φτερά, γι’ αυτό πονάμε!”, γράφει με μπεζ καλλιτεχνικά γράμματα η ετικέτα του κρασιού. Τρίβω τα μάτια. “Τοπικός Οίνος, vin de pays 2008”, είναι το μόνο που έχει το αλκοόλ να μου ψιθυρίσει.

Αναταράξεις

Ανοίγω και πάλι το παραθυράκι. Ο μαύρος ουρανός ξεχύνεται με βία, ώρα πολλή τον κρατούσα απομονωμένο, με πνίγει, πέφτω σε λήθαργο.

Ο διάδρομος τώρα σκοτεινός, καμιά κίνηση, κανένα ίχνος θορύβου. Όλα μοιάζουν μικρότερα, αιωρούνται σαν μικροσκοπικές φυσαλίδες. Η ανασηκωμένη άκρη ενός χρυσού μενταγιόν. Το μεταξωτό φουλάρι της ντελικάτης αεροσυνοδού. Το βουτυράκι μίας χρήσης να επιπλέει παρέα με ένα αποπροσανατολισμένο παιχνίδι μινιατούρα. Οι πατούσες μου ανασηκώνονται κι αυτές, ελαφραίνουν. Κοιτάζω πίσω. Όλοι αιωρούνται. Μόνο η ζώνη ασφαλείας τούς κρατά, κι αυτή με δυσκολία. Κάποιοι ξεφεύγουν. Τους βλέπω να διασχίζουν αργά τον διάδρομο. Είναι η ώρα που η νύχτα γίνεται μέρα. Το λαμπερό περίγραμμα του ουρανού χωρίζει τον κόσμο στα δύο.

Ξέρεις, θα μπορούσα να αρπάξω το εκτυφλωτικό εκείνο σχοινί φωτός και να το δέσω σαν θηλιά γύρω απ’ τον λαιμό μου.

Όμως, το τυλίγω γύρω απ’ τον καρπό μου. Το σφίγγω, όπως μια ανεμοδαρμένη βάρκα την άγκυρά της.

Παραδόξως, τα δάχτυλα δεν ματώνουν απ’ την τριβή.

You May Also Like

Αεροβάτες

“Δεν είσαι πουλί, γι’ αυτό φοβάσαι”, γράφει με μεγάλα, κεφαλαία γράμματα το τραπεζάκι του ...

Κιθάρα δίχως ήχο

Τ’ αστέρια συρρικνώθηκαν. Η μοτοσυκλέτα μούγκρισε. Κι αυτή χάθηκε βολίδα στην παράνοια της πόλης. ...

3 bonsai

1. Πρώτη φορά θα έπαιρνα συγκοινωνία στην Αθήνα. Ήταν την επομένη της άφιξής μου ...

εκείνη

Γράφει η Έρινα Χαραλάμπους | Εικονογραφεί η Ιωάννα Κανάρη Παπαδοπούλου Εκείνο το βράδυ ξύπνησε ...

Ηφαίστειο

Γράφει η Μαρία Ιωάννου / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή Το ότι έχει εδώ και ...

Όλα ξεκίνησαν από ένα κουτάλι

Ώστε μου δίνεις αυτό το κουτάλι! Γιατί με προκαλείς με αυτό το κουτάλι;, της ...

X