Η Αφρούλα σε πέλαγος βαθύ

ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΙΞΗΣ | ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ #2

Γράφει ο Αντώνης Γεωργίου/Εικονογραφεί ο Λοΐζος Ολύμπιος

Είχε σηκωθεί πρωί-πρωί, τάισε τα παιδιά, τα έδωσε στη μάνα της, έχω κάτι να κάνω, της είπε, θα γυρίσω σε μια-δύο ώρες, δεν γύρισε πίσω ούτε το μεσημέρι, ούτε το βράδυ.

 Η μάνα της ανησύχησε, πήγε στο σπίτι, το βρήκε καθαρό και συγυρισμένο, είχε μάλιστα μαγειρέψει, κολοκάσι με το κρέας, «μόνο πα’ στο τραπέζιν της κουζίνας ήβρα ένα φετζ’ανούι του καφέ», συνήθιζε μετά να λέει κάθε φορά που εξιστορούσε στη γειτονιά τα βάσανά της, «γυρισμένο μες το πιατούιν, ήπκιε το πριν να φύει τζ’αι εγύρισεν το να το δκιαβάσει, έπιασα να το δω, ήταν μαύρο κατάμαυρο, την κατάρα μου να ‘σει, μαύρο σαν την καρκιά μας που την εμαύρισεν, σαν τη ζωήν μας που έγινεν μαύρη με τούτα ούλλα που μας ανακάτωσε, την κατάρα μου να ‘σει, την κατάρα μου τζ’αι στο ανάθεμαν», με κατάρες και βρισιές τέλειωνε πάντα την κουβέντα της.

Τη βρήκαν οι συγγενείς της μετά από καμιά εβδομάδα στη Λεμεσό όπου είχε καταφύγει με έναν γείτονα, τον κύριο Αλέκο, έναν αρκετά μεγαλύτερο της Κύπριο της Αγγλίας που είχε πρόσφατα έρθει στο χωριό τους – πριν καταλάβει τι έγινε, μπούκαραν στο μικρό διαμέρισμα που ενοικίαζαν, την κτύπησαν σχεδόν μέχρι νοσοκομείου, για τα ρεζιλίκια όπως της φώναζαν που τους είχε κάνει, και τη φέρανε πίσω με το ζόρι, εκείνη δεν τους είπε τίποτε, απλά σιωπούσε, περίμενε για λίγο, κλείσανε τα τραύματά της και ξαναέφυγε, τη βρήκανε, ξαναέφυγε, πάλι τη βρήκανε, πάλι ξαναέφυγε και κάθε φορά έπαιρνε και κάποια από τα τέσσερα παιδιά της, όποιο μπορούσε και κρύβονταν συνέχεια εδώ και εκεί μέχρι που την ανακάλυπταν και ξανά τα ίδια.

Ύστερα επενέβηκε το Γραφείο Ευημερίας. Δεν είχε, λέει, μόνιμη δουλειά, πώς να έχει αφού ήταν συνέχεια στο τρέξιμο, δεν είχε, λέει, σταθερό σπιτικό και ούτε υπήρχε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον για τα παιδιά, είπανε ακόμα πως ο κύριος Αλέκος ήταν έμπορος ναρκωτικών, αν και το μόνο που ανακαλύψανε ήταν πως κάπνιζε κάποτε χόρτο, πέσανε και κάποια «μέσα», της πήρανε τα παιδιά, τα ανάλαβε ο πατέρας τους πια, με τη βοήθεια της μάνας της, αυτή τα μεγάλωσε, μέχρι να πεθάνει μαζί τους ήταν, σαν δικά της τα είχε ή μάλλον δυο φορές καλύτερα από τα δικά της, τα μεγάλωσε με φροντίδα και αγάπη και τις τύψεις για την κόρη που έκανε και τους έβαζε ευχές και κατάρες να μην τη συγχωρέσουν ποτέ, να μην της μιλήσουν ποτέ, να μην γυρίσουν να τη δουν «την πουτάνα τη μάνα σας, την ξιμαρισμένη», την έβριζε την Αφρούλα μέρα νύχτα και μέχρι να πεθάνει την τίμαζε και σε δικούς και σε ξένους, αλλά κυρίως στα παιδιά.

Εκείνη πάλεψε για λίγο να τα πάρει πίσω, μα πού δύναμη, κουράγιο και κυρίως λεφτά, ο δικηγόρος της όλο υποσχέσεις και τιμολόγια της έδινε, κουράστηκε και ο κύριος Αλέκος, τον ένιωσε να σωπαίνει και να σκύβει, φοβήθηκε μην τον χάσει, να απομείνει εντελώς μόνη, κουράστηκε και η ίδια, αυτό είναι η αλήθεια, πώς είναι να ‘σαι σε πέλαγος βαθύ και να πνίγεσαι; έτσι ένιωθε – πνιγόταν και πνιγόταν και όσο πάλευε τόσο και βυθιζόταν, φώναζε βοήθεια, βοήθεια και δεν άκουγε ούτε καν την φωνή της την ίδια, ένιωθε μόνο να πνίγεται και γύρω της άνθρωποι και ψάρια την κοίταζαν παραξενεμένα και βουβά, με τα μάτια μεγάλα και επιτιμητικά, αποφάσισε πριν να πνιγεί να σταματήσει και σταμάτησε και σιώπησε και αυτή, προσπάθησε μόνο να βλέπει τα παιδιά της, ούτε αυτό της το επέτρεπαν, κάθε φορά που πήγαινε στο χωριό έβγαιναν όλες οι γειτόνισσες και την έβριζαν, η μάνα της πρώτη, δοκίμασε να τα βλέπει στα γραφεία του Τμήματος Ευημερίας κάτω από τα επικριτικά βλέμματα των διαφόρων υπαλλήλων, «είναι αυτή που άφησε τα παιδιά της» μουρμουρούσαν, αλλά και τα παιδιά της τα ίδια δεν την ήθελαν, έρχονταν δασκαλεμένα και δεν της μιλούσαν, την έβριζαν, την έφτυναν, τρόμαξε σαν αντίκρισε τόσο μίσος στα μάτια τους, τα παράτησε όλα, έσπρωξε μέσα της, βαθιά μέσα της όλο τον πόνο και τις τύψεις και δεν ασχολήθηκε ξανά – σχεδόν πίστεψε και η ίδια πως τα κατάφερε και ξέχασε και κάποτε μάλιστα μπορούσε και να χαμογελά με πράγματα καθημερινά και χαζά.

Μόνο κάποια βράδια, δεν το έλεγε σε κανέναν αυτό, έβγαινε από το κορμί της έτσι όπως αυτό κατάκοπο κοιμότανε, γινόταν σύννεφο, φυσούσε το αεράκι και την πέταγε μέχρι τα παιδιά της, τα σκέπαζε αν ήταν ξέσκεπα, τα χάιδευε στα μαλλιά, τα τσίμπαγε στο μάγουλο, έπαιζε μαζί τους, αφουγκραζόταν την αναπνοή τους και προσπαθούσε να συντονιστεί να αναπνέει στον ρυθμό τους, δεν ήταν καθόλου εύκολο πια, προσπαθούσε όμως, κάποτε ξεχνιόταν με τις ώρες έτσι, ήταν φορές που τους τραγουδούσε, από μέσα της βέβαια να μην ξυπνήσουν, τους έλεγε και παραμύθια, πάλι στα βωβά, για την Κοκκινοσκουφίτσα και τον κακό τον λύκο, να προσέχετε, να προσέχετε τους μουρμουρούσε, πόσο γρήγορα μεγάλωναν τα άτιμα, σε λίγο θα έχει εγγόνια και ύστερα γρήγορα-γρήγορα γύριζε πίσω πριν το ρολόι κτυπήσει μέρα – πέθανε από καρκίνο στα σαράντα εφτά της, πριν πεθάνει πρόλαβε και είπε στον γιο της πόσο τον αγαπούσε, έστω και μέσω μιας «γραπτής δήλωσης», στον μεγάλο γιο, τον Μάριο της – είχε εμφανιστεί απροειδοποίητα μια μέρα με τον πρώην άντρα της στο μικρό περίπτερο που δούλευε και πριν προλάβει να τους πει οτιδήποτε άρχισαν να τη βρίζουν και μετά της επιτέθηκαν και τη χτύπαγαν παντού, στο πρόσωπο, στο σώμα, την έριξαν κάτω, την κλότσαγαν, πουτάνα της φώναζαν, πουτάνα, πουτάνα, έκλαιγε εκείνη, έκλαιγε για τον Μάριο, έκλαιγε που του μαύρισε την ψυχή και τον γέμισε τόσο θυμό, την έσωσαν κάποιοι γείτονες που έτρεξαν, για μια στιγμή φάνηκε πως έφυγαν αλλά όχι, μπήκαν στο ημιφορτηγό τους και το οδήγησαν πάνω στο περίπτερο, θαύμα πώς σώθηκε, τα πάντα γίνανε γης μαδιάμ, εκείνη έμεινε σχεδόν μήνα στο νοσοκομείο – στο δικαστήριο ο δικηγόρος του Μάριου μίλησε για τα τραύματα που βίωσε ο πελάτης του από την παντελή εγκατάλειψή του από τη μάνα σε τρυφερή ηλικία, ζήτησε την επιείκεια του δικαστηρίου και προσκόμισε δήλωση του θύματος ότι συγχώρεσε τον γιο της και ότι τον αγαπά, το τόνισε αυτό δυο φορές, «εντιμότατε διαβάζω από την δήλωση της κατά λέξη ‘τον συγχωρώ και να ξέρει πως τον αγαπώ’».

You May Also Like

εκείνη

Γράφει η Έρινα Χαραλάμπους | Εικονογραφεί η Ιωάννα Κανάρη Παπαδοπούλου Εκείνο το βράδυ ξύπνησε ...

Σύννεφα

Το μωρό ξύπνησε μέσα στη νύχτα. Είχε τα μάτια ανοικτά κι έκλαιγε ασταμάτητα. Της ...

Κιθάρα δίχως ήχο

Τ’ αστέρια συρρικνώθηκαν. Η μοτοσυκλέτα μούγκρισε. Κι αυτή χάθηκε βολίδα στην παράνοια της πόλης. ...

Όλα ξεκίνησαν από ένα κουτάλι

Ώστε μου δίνεις αυτό το κουτάλι! Γιατί με προκαλείς με αυτό το κουτάλι;, της ...

Το κορίτσι που κλαίει πολύ

*Φιλοξενία 4 /Γράφει ο Λάκης Φουρουκλάς / Εικονογραφεί ο Κωνσταντίνος Χατζηδημήτρη Κάθεται στην αυλή ...

Η Αφρούλα σε πέλαγος βαθύ

Είχε σηκωθεί πρωί-πρωί, τάισε τα παιδιά, τα έδωσε στη μάνα της, έχω κάτι να ...

X