NIKH ΛΟΥΙΖΙΔΗ: Για τον «αφανή πρωτοπόρο» Κώστα Στάθη

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου

Η περίπτωση του Κώστα Στάθη είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, τόσο για την ποιότητα και τη μοναδικότητα της ζωγραφικής γραφής του, όσο και για την επάνοδό του στο προσκήνιο ως «ο αφανής πρωτοπόρος της σύγχρονης κυπριακής τέχνης».

Αυτός είναι ο τίτλος του κειμένου που υπογράφει η δρ Νίκη Λουιζίδη, η οποία μιλά στο «Π» λίγο πριν παρουσιάσει ομιλία για τον Στάθη, στα εγκαίνια της έκθεσης που διοργανώνει το ΕΚΑΤΕ, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του ζωγράφου.

«Η αλήθεια είναι πως ο Κώστας Στάθης δεν προσέχτηκε σχεδόν καθόλου. Δεν βρήκε μια γερή υποστήριξη. Και μάλιστα, εγκαταλείποντας το γυμνάσιο βρέθηκε στην ανάγκη να παλέψει σκληρά, πολύ σκληρά με τη ζωή. Ως τόσο, η καλλιτεχνική ορμή που κρύβει μέσα του κάθε αληθινό ταλέντο, τον έσπρωχνε προς τη δημιουργία, προς στην εξέλιξη. Δεν του ψαλίδισε τα όνειρα η ζωή. Δεν τον απέλπισε η αστοργία του περιβάλλοντός του»

Η σημείωση του Τεύκρου Ανθία, από το 1936, λίγο πριν ο Στάθης φύγει για σπουδές στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, στην Αθήνα, προαναγγέλλει τον αγώνα του Κώστα Στάθη και στη συνέχεια της ζωής του.

Ο Κώστας Στάθης συνέχισε να ζωγραφίζει με τρομερή συνέπεια και πάθος για όλη τη ζωή του. Συνέχισε να ζωγραφίζει παρά την αναγκαστική διακοπή των σπουδών το με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν επέστρεψε στην Κύπρο όπου εργάστηκε στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών και αργότερα ως καθηγητής τέχνης στη Σχολή Μελκονιάν.

Από το 1943 μέχρι το 1947 ίδρυσε ένα πρωτοποριακό υφαντουργείο στους Αγίους Ομολογητές, εκπαιδεύοντας και εργοδοτώντας εικοσιπέντε υφάντριες, οι οποίες θυμούνται ακόμα την ευγένεια και τη γενναιοδωρία του. Στα 35, ενώ ήταν δραστήριος ως επιχειρηματίας και ως ζωγράφος, όπως αναφέρεται στην έκδοση που κυκλοφόρησε το 2010 από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού [συγγραφείς: Νικηφόρος Ορφανός, Ευρυδίκη Περικλέους – Παπαδοπούλου, Στάθης Ορφανίδης, Ελένη Νικήτα], και ενώ «όλα στη ζωή του πήγαιναν εξαιρετικά καλά, ο ίδιος άρχισε να μελαγχολεί, να κλείνεται στον εαυτό του, να χάνεται στην κατάθλιψη και την απομόνωση».

Τον Ιούλιο του 1949 ταξιδεύει με τη συνοδεία του πατέρα του στην Αθήνα για θεραπεία, και τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς επιστρέφει στο πατρικό του στον Ασκά. Στην απομόνωση του χωριού, περιτριγυρισμένος από τη στοργή της οικογένειάς του καπνίζει πολύ, περιπλανιέται, ζωγραφίζει ασταμάτητα και εκθέτει το ’60 και το ’65. Σταδιακά, από το ’80 και μετά, η ζωγραφική του «γίνεται πιο χειρονομιακή, πιο άμεση, ως αυθόρμητη» σημειώνει η δρ Ε. Νικήτα στην ίδια έκδοση, μέχρι το θάνατό του το 1987.

Παρά τη σημερινή του «αφάνεια», και παρά την εν ζωή απομόνωσή του, ο Στάθης κατείχε μια σημαντική θέση στην καλλιτεχνική ζωή της εποχής του. Όσο ζούσε στη Λευκωσία εξέθετε συχνά και πουλούσε τα έργα του. Οι σχέσεις του με τη μικρή καλλιτεχνική κοινότητα της εποχής ήταν στενές, ενώ υπάρχουν αρκετές αναφορές και κριτικά σημειώματα για τις εκθέσεις του.

Η «αφάνειά» του λοιπόν, ελκύει αν μη τι άλλο μια σειρά από ερωτήσεις.

«Τι ρόλο θα μπορούσε να παίξει σήμερα η ανακάλυψη του Κώστα Στάθη από τον καλλιτεχνικό κόσμο της χώρας αλλά και από το ευρύ κοινό; Πού άραγε οφείλεται η τόσο καθυστερημένη προβολή του έργου του; […] Να πούμε ότι ο Κώστας Στάθης ‘ανακαλύφθηκε’ τη χρονική στιγμή που ο ορίζοντας υποδοχής του έργου του στον ίδιο του τον τόπο μπορεί πλέον να είναι περισσότερο ευαισθητοποιημένος και δεκτικός;». Με αυτές τις ερωτήσεις κλείνει το κείμενο της δρ Λουιζίδη, η οποία στη συνέντευξη που ακολουθεί απαντά στις δικές μας ερωτήσεις για αυτό που η ίδια αποκαλεί «φαινόμενο Κώστας Στάθης».

Ποια είναι η θέση του Κώστα Στάθη στην αντίληψη που έχουμε για την ιστορία της τέχνης στην Κύπρο;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν πιστεύω ότι υπάρχει μια επαρκώς διαμορφωμένη αντίληψη της ιστορίας της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης στην Κύπρο. Σε αντίθεση με τους προϊστορικούς, αρχαίους και βυζαντινούς χρόνους, η μοντέρνα περίοδος δεν αποτέλεσε έως τώρα αντικείμενο συστηματικής και ακαδημαϊκά θεσμοθετημένης έρευνας από Πανεπιστήμια ή άλλα ιδρύματα. Φυσικά, υπάρχουν μερικές επιμέρους σοβαρές μονογραφίες και συλλογικές εκδόσεις για Κύπριους καλλιτέχνες, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Πιστεύω, λοιπόν, ότι το φαινόμενο Στάθης δεν είναι όσο θα χρειαζόταν γνωστό για να μπορούμε να μιλήσουμε για τη θέση του στην ιστορία της τέχνης της Κύπρου. Αν θέλετε, όμως, την προσωπική μου γνώμη, ο Κώστας Στάθης είναι μια καλλιτεχνική προσωπικότητα μοναδικής ποιότητας.

Ποιοι είναι κατά την γνώμη σας οι καθοριστικοί παράγοντες στην εξέλιξη της πορείας ενός καλλιτέχνη ενόσω αυτός είναι εν ζωή αλλά και στην πρόσληψη του έργου του μετά θάνατον;

Οι παράγοντες είναι πάρα πολλοί και διαφορετικοί σε κάθε εποχή. Άλλοι παράγοντες ενίσχυαν ή ενεργούσαν ανασταλτικά στην εν ζωή πορεία ενός αναγεννησιακού καλλιτέχνη, άλλοι στον 19ο αιώνα ή στις αρχές του 20ου και άλλοι στη σύγχρονη εποχή. Πρόκειται για παράγοντες ατομικούς όπως π.χ. η προσωπικότητα και οι ικανότητες του ίδιου του καλλιτέχνη, αλλά και ιστορικο-κοινωνικούς όπως το θεσμικό πλαίσιο [πελατειακές σχέσεις με κλήρο, βασιλικές αυλές, αστική τάξη, παγκοσμιοποιημένη αγορά] μέσα στο οποίο ζει. Στην σύγχρονη εποχή, λόγω του συχνά εφήμερου χαρακτήρα της τέχνης και των [φθαρτών ή και άυλων υλικών] τα οποία συχνά ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί, δεν υπάρχει μεγάλη χρονική διαφορά ανάμεσα στην εν ζωή και μετά θάνατον καταξίωση. Το φαινόμενο της μετά θάνατον καταξίωσης είναι ένα σύμπτωμα της πρώιμης κυρίως περιόδου του μοντερνισμού η οποία χαρακτηρίστηκε από την αισθητική διαμάχη μεταξύ συντηρητικού αστού και πρωτοπόρου καλλιτέχνη. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Πικασό αναγνωρίστηκε στη Γαλλία πολύ αργά, μετά το 1944.

Θεωρείτε ότι το τοπικό πλαίσιο λειτούργησε ως ανασταλτικός παράγοντας στην εξέλιξη του Στάθη;

Ας μην ξεχνάμε ότι η Κύπρος λόγω της ιστορίας της -οι Άγγλοι δεν έδειξαν μεγαλύτερη φροντίδα για τον πολιτισμό του νησιού από τους Οθωμανούς- μπήκε όψιμα και με αργούς ρυθμούς στον μοντερνισμό. Είναι φυσικό λοιπόν ένας τόπος που επικοινωνεί με τα νεωτερικά βιώματα μόλις τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες του 20ου αιώνα, να λειτουργεί ανασταλτικά στη δουλειά ενός καλλιτέχνη για τον απλό λόγο ότι ο τόπος αυτός δεν είναι σε θέση να αφομοιώσει τους λόγους που δημιούργησαν την μοντερνιστική επανάσταση. Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι το τοπικό πλαίσιο, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, άφησε από κάθε άποψη αβοήθητο τον Κώστα Στάθη.

Ωστόσο, εδώ θα ήθελα να σημειώσω δυο παράδοξα: το πρώτο παράδοξο είναι ότι ο Στάθης σιγά-σιγά αναγνωρίζεται ως πρωτοπόρος του μοντερνισμού σε μια εποχή [τη σημερινή] όπου οι σύγχρονοι Κύπριοι καλλιτέχνες που ως επί το πλείστον ζουν στο εξωτερικό, όχι μόνο συμβαδίζουν με την εποχή τους αλλά σε γενικές γραμμές δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από τους διεθνείς συναδέλφους τους.

Το δεύτερο που θέλω να επισημάνω είναι ότι στο παρελθόν, όση αδιαφορία και άγνοια χαρακτήριζε την οικονομικά ανώτερη τάξη, άλλη τόση αγάπη έτρεφε ο αγροτικός κόσμος της Κύπρου για τη χειροτεχνία και την [λαϊκή λεγόμενη] ζωγραφική.

Ομολογώ ότι εδώ και χρόνια, σε κανέναν άλλο τόπο δεν είδα τόσο πολλούς αγρότες αλλά και απλούς λαϊκούς ανθρώπους να ζωγραφίζουν! Από την άλλη, δεν είδα επίσης σε κανένα άλλο τόπο τόση έλλειψη κρατικού ενδιαφέροντος για τις τέχνες και γενικότερα για τον πολιτισμό. Δεν αναφέρομαι βέβαια σε έργα βιτρίνας ή σε κιτς κατασκευάσματα τα οποία δυστυχώς αφθονούν, αλλά σε έργα ποιότητας.

Πιστεύετε ότι είναι η εν ζωή απομόνωση του Στάθη που οδήγησε το έργο του στην αφάνεια;

Έπαιξε ρόλο η απομόνωσή του αλλά προπάντων οι λόγοι της απομόνωσής του οι οποίοι, από την έρευνα που έχει διεξαχθεί μέχρι τώρα, δεν είναι και πολύ σαφείς.

Έχετε κάποια θεωρία όσον αφορά το τι οδήγησε τον Στάθη στην απομόνωση;

Στο σημείο αυτό υπάρχουν περιθώρια για υποθέσεις -κι αυτές αν ειπωθούν θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικές- αλλά όχι για θεωρίες. Αυτό θα ήταν πολύ επικίνδυνο. Οι καλλιτέχνες όλων των εποχών έχουν μερικά κοινά χαρακτηριστικά αλλά ταυτόχρονα ο καθένας είναι και μια ξεχωριστή ιστορία. Αν, ωστόσο, η ερώτησή σας υπονοεί με τρόπο πλάγιο την ιδιαιτερότητα του ψυχισμού του Κώστα Στάθη, το κλείσιμο π.χ. στον εαυτό του, την κοινωνική του περιθωριοποίηση, τη μελαγχολία και την εσωστρέφεια από τις οποίες έπασχε, τότε θα σας απαντούσα ότι ο ρόλος του ιστορικού της τέχνης δεν είναι να κάνει διαγνώσεις γύρω από την ψυχική ή κοινωνική συμπεριφορά ενός καλλιτέχνη, αλλά να εκτιμά κατά πόσο το έργο του ακολουθεί με συνέπεια την εξελικτική του πορεία. Είναι εμφανές ότι σε όλη την πορεία του έργου του, ο Κώστας Στάθης αγωνίζεται συνειδητά να ξεπεράσει τις αδυναμίες του και να φτάσει στο αποτέλεσμα στο οποίο στοχεύει.

Με ποια κριτήρια θα χαρακτηρίζατε τον Στάθη μοντερνιστή;

Κριτήριο ή κριτήρια, είναι το ίδιο το έργο του. Ο ιστορικός της τέχνης που δεν αρκείται να επικεντρώνει την έρευνά του στην δικαίωση και μόνο μιας οποιασδήποτε μεθόδου, αντιλαμβάνεται χωρίς δυσκολία ότι ο Κώστας Στάθης, αν και -εκτός από την Ελλάδα- δεν επισκέφθηκε ποτέ το εξωτερικό, γνώριζε σε βάθος την ουσία των κατακτήσεων του εμπρεσιονισμού και των μετα-εμπρεσιονιστικών ρευμάτων. Πολύ περισσότερο φαίνεται να είχε κατανοήσει την γραμματική και το συντακτικό της μοντέρνας γραφής: την ενοποίηση των ζωγραφικών επιπέδων σε ένα χώρο χωρίς προοπτικό βάθος με την εναλλασσόμενη χρήση θερμών και ψυχρών χρωμάτων.

Η πολυεστιακή προοπτική του Σεζάν, τα φλεγόμενα κίτρινα του Βαν Γκογκ, η φωβιστική περίοδος του Ματίς, η περίοδος των Αυτοσχεδιασμών του Βασίλι Καντίνσκι, ακόμη και οι προοπτικές και φυσιογνωμικές παραμορφώσεις των Γερμανών εξπρεσσιονιστών αποτελούν σημεία αναφοράς των ακούραστων πειραμάτων του.

Απόδειξη του ότι ο Στάθης ξέρει τι κάνει και τι επιδιώκει, είναι ότι σιγά-σιγά απαλλάσσεται από τις μνήμες του εργαστηρίου του Σπύρου Βικάτου της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας και προχωρεί μόνος, στο χωριό του, τον Ασκά, σε μια επαναξιολόγηση των γνώσεων που κατέκτησε στην Αθήνα, παίρνοντας τότε μέρος σε ομαδικές εκθέσεις νέων, διαβάζοντας τα πρώτα πρωτοπόρα περιοδικά της εποχής και συζητώντας με καλλιτέχνες που είχαν μόλις επιστρέψει από το Παρίσι. Πέραν αυτού, το ήθος και το ύφος της γραφής του έχουν συμβολικό χαρακτήρα και θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι πολλές από τις ώριμες συνθέσεις της δεκαετίας του ’50 και του ’60 αναπτύσσουν ένα ποιητικό εκφραστικό ιδίωμα που αγγίζει τα όρια του ονειρικού στοχασμού, της «μασκαρεμένης» σάτιρας και του ποιητικού γκροτέσκου.

Πως μπορούμε να αντιληφθούμε τον μοντερνισμό του σε σχέση με το ότι ο Στάθης δημιούργησε τα έργα του μακριά από τα ευρωπαϊκά κέντρα, σε ένα μικρό χωριό της Κύπρου;

Η ερώτησή σας είναι λογική και πολύ δικαιολογημένη. Ένας λαϊκός καλλιτέχνης -κάτι που δεν είναι σε καμία περίπτωση ο Κώστας Στάθης- δεν έχει ανάγκη να επισκεφθεί καλλιτεχνικά κέντρα του εξωτερικού για να βελτιώσει την τέχνη του. Θα έλεγα μάλιστα ότι κάτι τέτοιο θα τον μπέρδευε με συνέπεια μάλλον αρνητικά αποτελέσματα. Ο δημιουργός όμως που ασκείται στην έντεχνη δημιουργία είναι αναγκαίο να θητεύσει σε καλλιτεχνικά κέντρα προκειμένου να εμπλουτίσει τις γνώσεις του και την τεχνική ή τις τεχνικές που χρησιμοποιεί. Και δεν φτάνει μόνο αυτό.

Έχουμε πολλά παραδείγματα σημαντικών, Ελλαδιτών κυρίως αλλά και Κυπρίων, καλλιτεχνών που έζησαν για ένα διάστημα στο εξωτερικό και δούλεψαν με πολύ θετικά αποτελέσματα, έγιναν μάλιστα και διεθνώς γνωστοί -όπως π.χ. ο Χατζηκυριάκος – Γκίκας- αλλά επιστρέφοντας στον τόπο τους αντιμετώπισαν την πολιτισμική αδράνεια.

Το αποτέλεσμα ήταν η εκκένωση της ζωγραφικής τους φόρμας από την ουσία και το νόημά της, κάτι δηλαδή που την καθιστούσε σχεδόν διακοσμητική. Η τέχνη χρειάζεται ζωντανό πολιτισμικό παρόν για να εκπέμπει ουσιαστικά μηνύματα. Αυτά όλα βέβαια δεν σημαίνουν ότι όποιος πάει στο εξωτερικό θα επιστρέψει σπουδαίος. Αυτό εξαρτάται από το ταμπεραμέντο του ίδιου του καλλιτέχνη. Ο Κώστας Στάθης, έστω μέσα από τη θητεία του στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, αποκόμισε και απορρόφησε τόσα πράγματα, όσα δεν μπόρεσαν να αφομοιώσουν πολλοί άλλοι ζώντας για δεκαετίες στο Λονδίνο ή στο Παρίσι. Πρόκειται για μια περίπτωση που θα χαρακτήριζα πολύ ιδιαίτερη, από τις μοναδικές. Το μεγάλο κατόρθωμα του Στάθη είναι ότι αν και ζούσε απομονωμένος στον Ασκά, δεν περιέγραψε τα ήθη του χωριού του αλλά τα αφηγήθηκε χρησιμοποιώντας μια οικουμενική γλώσσα.

Αναφέρεστε στην αδιαφορία της Πολιτείας. Τι εννοείτε;

Εννοώ το αυταπόδεικτο. Από την τραγωδία του ’74 και μετά, το βαθύ πολιτισμικό τραύμα της Κύπρου αντιμετωπίστηκε με την ανεξέλεγκτη κίνηση τραπεζικών κεφαλαίων και την εξίσου ανεξέλεγκτη δράση διαφόρων επιχειρήσεων με στόχο το υπερκέρδος και -όπως αποδείχτηκε- την αμφισβητούμενης σταθερότητας και αντοχής ευημερία. Οι πολιτικοί και η τάξη των νεόπλουτων, μόνο για την προαγωγή των τεχνών και του πολιτισμού δεν ενδιαφέρθηκαν.

Κυρίως οι πολιτικοί, ήταν έτοιμοι να δώσουν τεράστια ποσά για έργα αγοραίου γούστου που θα εξασφάλιζαν την επόμενη κυβερνητική θητεία τους αλλά εξοργίζονταν όταν τους μιλούσες για την ανάγκη διαμόρφωσης θεσμικού πλαισίου για την Κρατική Πινακοθήκη, για την ανάγκη ίδρυσης Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, για την επείγουσα ανάγκη ίδρυσης μιας Σχολής Καλών Τεχνών για τις Εικαστικές Τέχνες, για τη Μουσική, για τις Παραστατικές Τέχνες, ακόμη για τον βιομηχανικό και μεταβιομηχανικό σχεδιασμό. Η παιδεία γενικότερα, έχει δραματικά υποβαθμιστεί σε βαθμό μάλιστα που η ελληνική γλώσσα να κακοποιείται θλιβερά, αρχής γενομένης από την ίδια τη Βουλή. Σε τελευταία ανάλυση, το ανοιχτό τραύμα της Κύπρου είναι η ίδια η αδιαφορία της Πολιτείας για τον πολιτισμό του τόπου μας.

Λέτε ότι χρέος μας είναι να μην επαναληφθεί η ιστορία του Κώστα Στάθη. Τι προτείνετε;

Προτείνω ένα μακρόπνοο και προπάντων ισορροπημένο στρατηγικό σχεδιασμό για τον πολιτισμό και την παιδεία ώστε Σχολές και Ερευνητικά Κέντρα να μην ιδρύονται με τη λογική του “όποιος προλάβει”. Σε λίγο η Κύπρος θα γεμίσει Ιατρικές Σχολές όπως οι γειτονιές γεμίζουν με μαγαζιά που πωλούν ακριβώς το ίδιο προϊόν- γιατί δεν έχουν μελετηθεί με σωστό τρόπο οι ελλείψεις και οι ανάγκες- ενώ άλλες υπό διαμόρφωση Σχολές, όπως η Σχολή Καλών του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου, μοναδικές ως προς την ακαδημαϊκή τους οντότητα, δίνουν αγώνα για να λύσουν στοιχειώδη προβλήματα λειτουργίας. Η οικονομική κρίση δεν επιτρέπει σε πολλούς νέους να φύγουν για καλλιτεχνικές σπουδές στο εξωτερικό, ενώ Κύπριοι καλλιτέχνες που ζουν με διακρίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό αδημονούν να επιστρέψουν για να δουλέψουν σε μια Κύπρο που δεν θα είναι όπως ακριβώς την άφησαν.

+ Η έκθεση αντιπροσωπευτικών έργων του Κώστα Στάθη [1913 – 1987] διοργανώνεται με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 χρόνων από τη γέννησή του. Τα εγκαίνια θα τελέσει ο υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων Τάσος Μητσόπουλος, την Πέμπτη 21 Νοεμβρίου στις 19:30. Θα ακολουθήσει ομιλία για το έργο του από την δρ Νίκη Λουιζίδου. Η έκθεση διοργανώνεται από το Επιμελητήριο Καλών Τεχνών Κύπρου και θα παρουσιάζεται στο οίκημά του [Παίονος 11, παλιά Λευκωσία], μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου 2013. Πληροφορίες τηλ. 22466426.

psathis_1ΠΑΡΑΘΥΡΟ | ΠΟΛΙΤΗΣ

You May Also Like

Χρίστος Γεωργίου: Στόχος μας η ουτοπία

Συνέντευξη στον Ανδρέα Ριρή | Φωτογραφία ©Παύλος Βρυωνίδης | Δημοσίευση 3 Σεπτεμβρίου 2012 “Ο ...

ΚΥΡΟΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ | Εντυπώσεις ενός πνιγμένου

Συνέντευξη στον Δημήτρη Μελέτη Ο Δημήτρης Μελέτης συνάντησε τον σκηνοθέτη Κύρο Παπαβασιλείου στο Φεστιβάλ ...

Γιάννης Κουνέλλης: «Είναι μια ιδέα η Ιθάκη, μα ήθελα πάντοτε να γυρίσω»

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου | Φωτογραφίες Ελένη Παπαδοπούλου Ο Γιάννης Κουνέλλης πιστώνεται με ένα ...

ΜΑΚΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ : Η τέχνη βρίσκει θέση στην αλλοιωμένη πραγματικότητα

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως “Η κωμωδία είναι είδος εν ανεπαρκεία. Γι’ αυτό χαιρόμαστε ιδιαίτερα ...

Πάφος 2017 με 8 εκατ. ευρώ

Γράφει η Μιράντα Λυσάνδρου  Μια υπόθεση καταδικασμένη που σώθηκε στην πορεία με σκληρή δουλειά ...

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΘΟΚ – ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ : Κάλλιο αργά παρά ποτέ

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων του Εθνικού Θεάτρου και του ...

X