Ο Άγγλος πρόσφυγας

Γράφει η Μερόπη Μωυσέως

Ο Πίτερ Μουρ, ο Άγγλος δάσκαλος που έζησε ως πρόσφυγας από την Αμμόχωστο στον προσφυγικό καταυλισμό του Κολοσσίου τα έτη 1974-75 έγραψε ένα βιβλίο για την καθημερινότητα στα λευκά αντίσκηνα

Στα σχεδόν σαράντα χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, η καθημερινότητα των ανθρώπων που έζησαν τον πόλεμο δεν καταγράφηκε παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις. Η τραγική και η πολιτική πλευρά των γεγονότων έβρισκαν πάντα πιο εύκολα το δρόμο τους στη δημοσιότητα.

Τα τελευταία χρόνια φωτίζονται σιγά σιγά γωνιές της ιστορίας που ειδικά για τους νεότερους, παραμένουν άγνωστες. Μια τέτοια γωνιά φωτίζουν η έκδοση και η έκθεση φωτογραφίας με τίτλο «Οι Μέρες που Ζήσαμε» στο νεοσύστατο Φωτογραφικό Κέντρο 6χ6, στη Λεμεσό.

Τόσο το βιβλίο όσο και το φωτογραφικό υλικό φέρνουν στο φως την άγνωστη ιστορία του Πίτερ Μουρ, που με τη σειρά του αποκαλύπτει τις ιστορίες άλλων ανθρώπων αλλά και ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου. Αυτής που γράφτηκε στον προσφυγικό καταυλισμό Κολοσσίου.

Μέσα από τα μάτια ενός Άγγλου, παρακολουθούμε τη ζωή των προσφύγων. Κι αυτός, όμως, πρόσφυγας είναι.

Ο Άγγλος ανάμεσά μας

Ο Πίτερ Μουρ ήταν 28 ετών το 1972, όταν αποφάσισε με τη σύζυγό του, Μέι, να εγκατασταθούν από τη Μεγάλη Βρετανία στην Κύπρο.

Ο Πίτερ δεν είχε δουλειά εδώ, η επιλογή της Κύπρου ωστόσο φαινόταν ιδανική για τους ίδιους και τον δίχρονο τότε γιο τους, Ζιμ. «Αναζητούσαμε ένα πιο ζεστό κλίμα και μια χώρα που θα μας επέτρεπε να βρισκόμαστε πιο κοντά στους γονείς της Μέι, που τότε ζούσαν στο Ισραήλ», γράφει ο Πίτερ στο βιβλίο του «Οι Μέρες που Ζήσαμε» (εκδόσεις Νόστος). Θέλοντας να είναι κοντά στη θάλασσα, βρήκαν ένα σπίτι στην Αμμόχωστο. Και μερικούς μήνες αργότερα, ο ίδιος εξασφάλισε μια θέση ως δάσκαλος τέχνης στο τότε Grammar School της Αμμοχώστου.

Ενώ όλα έβαιναν καλώς για την οικογένεια, η πολιτική κατάσταση στο νησί πήρε δραματική τροπή με την τουρκική εισβολή. Και έγιναν πρόσφυγες.

Στο βιβλίο του, το οποίο γράφτηκε και εκδόθηκε αρχικά στα αγγλικά αλλά σήμερα κυκλοφορεί μεταφρασμένο (από την Διαμάντω Στυλιανού) στην ελληνική γλώσσα, ο Πίτερ Μουρ καταγράφει την προσωπική του μαρτυρία από τα γεγονότα του ’74 και τη ζωή στον προσφυγικό καταυλισμό του Κολοσσίου τα έτη 1974-75.

Πολλά είναι τα αξιοπρόσεκτα σημεία στην ιστορία του Πίτερ και της οικογένειάς του. Ένα όμως, είναι και αξιοθαύμαστο: ενώ είχε την ευκαιρία να φύγει ως κάτοχος αγγλικού διαβατηρίου, επέμενε να μείνει εδώ εν μέσω πολέμου. Κι όταν αναγκάστηκε να φύγει για την Αγγλία, δεν άργησε να επιστρέψει και να ζήσει μαζί με τους υπόλοιπους πρόσφυγες: «Η Κύπρος μάς καλούσε με έναν τρόπο που μου ήταν δύσκολο να εξηγήσω στα απορημένα μέλη της οικογένειάς μου και στους φίλους μας. Αυτό το νησί είχε κάτι που με έκανε να αισθάνομαι ότι ανήκα εκεί».

Ερχόμενοι στην Κύπρο, ο Πίτερ και η Μέι ξεκίνησαν εθελοντικά να βοηθούν τους πρόσφυγες, η Μέι οργανώνοντας τμήματα αγγλικών και χειροτεχνίας και ο Πίτερ ως… κοινωνικός λειτουργός. Είχε, όμως, και την ιδέα για μια σειρά από εργαστήρια όπου οι άνθρωποι, λόγω έλλειψης δουλειάς, θα μπορούσαν να μάθουν απλές χειροτεχνίες και να τις πουλούν. Η ιδέα του εφαρμόστηκε στον προσφυγικό καταυλισμό. Εκεί έβγαζε και ο ίδιος φωτογραφίες με τους ανθρώπους που έπαιζαν τάβλι στα αυτοσχέδια καφενεία, τους περιπτεριούχους που πουλούσαν τα προϊόντα τους -τσιγάρα και εφημερίδες- πάνω σε ένα τραπέζι, τις κατσίκες πάνω στα χαρουπόδεντρα, τη νεανική λέσχη, την ποδοσφαιρική ομάδα.

Η έκθεση

Τα πολύτιμα αρνητικά αυτών των φωτογραφιών βρήκε πριν μερικά χρόνια η Μέι σε ένα παλιό κουτί στο σπίτι τους, στην Αγγλία. Οι φωτογραφίες ανατυπώθηκαν από τον φίλο -και εν τέλει εκδότη- του Πίτερ, φωτογράφο Βάσο Στυλιανού και παρουσιάζονται στην φωτογραφική έκθεση «Οι Μέρες που Ζήσαμε», στο Φωτογραφικό Κέντρο 6χ6.

Ανάμεσα στις φωτογραφίες, έξι ξύλινες εικόνες, αποτέλεσμα των μαθημάτων αγιογραφίας που παρέδιδε ο Πίτερ στον καταυλισμό. Και σε μια ψηλή καρέκλα, η φωτογραφική μηχανή του Πίτερ. Η ίδια με την οποία απαθανάτισε στιγμές από τον προσφυγικό καταυλισμό του Κολοσσιού. Σπάνιες στιγμές, πολύτιμες, με ανθρώπους που θυμάται ο Πίτερ στη λεπτομέρειά τους: με τη θλίψη αλλά και τις χαρές και την περηφάνεια τους.

Επιστροφή στην Κύπρο

Το 1980, ο Πίτερ και η Μέι εγκαταστάθηκαν στην Πλατανίστεια και το 1989 αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Αγγλία για ένα χρόνο, για ένα μεταπτυχιακό του Πίτερ στην Κεραμική. Ο ένας χρόνος έγινε είκοσι ολόκληρα χρόνια. Μετά τη συνταξιοδότηση του Πίτερ, το 2009, αποφάσισαν να ταξιδέψουν για ένα χρόνο: πήγαν στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία και στην Ταϋλάνδη, όπου σήμερα ζουν και εργάζονται οι δύο τους γιοι.

Και το 2010, σκέφτηκαν πως πρέπει πια να βρουν τη μόνιμη στέγη τους μέχρι τέλους. Έτσι, ταξίδεψα στη Γαλλία, την Ισπανία, την Ιταλία και την Πορτογαλία. Είδαν πανέμορφους τόπους αλλά «τίποτα δεν άγγιξε την καρδιά μας». Σήμερα ζουν στο Πολέμι, περιτριγυρισμένοι από φίλους των παλιών χρόνων αλλά και νέους.

Πώς νιώθετε που επιστρέψατε; Ρωτάω τον Πίτερ.  

«Είναι πολύ διαφορετικός ο τόπος. Υπάρχουν πολύ περισσότεροι ξένοι τώρα. Τη δεκαετία του ’70, αν ήσουν Άγγλος κι εργαζόσουν στο στρατό ή στην αεροπορία, θα ήταν παράξενο. Και εκείνοι που εμπίπταμε τότε σ’ αυτή την κατηγορία, ήμασταν κυρίως νέοι και επαγγελματίες. Τώρα υπάρχουν εκατοντάδες ξένοι εδώ, κυρίως Άγγλοι και οι περισσότεροι είναι συνταξιούχοι, όπως εγώ».

Και η Αμμόχωστος; «Πήγα στην παλιά πόλη γιατί είχα πολλούς Τ/Κύπριους φίλους πριν τον πόλεμο, οπότε τους επισκέφτηκα. Πήγα και στο σημείο της παραλίας απ’ όπου μπορεί να δει κανείς την περίκλειστη πόλη. Αλλά ήταν πολύ ενοχλητικό για μένα και δεν ξαναπήγα. Όχι μόνο η Αμμόχωστος, ολόκληρη η περιοχή των κατεχομένων μού θυμίζει την τραγική κατάσταση. Κυρίως όμως κοιτάζοντας τα Βαρώσια. Είναι τόσο κρίμα. Γι’ αυτό δεν πάω».

Πολίτης του κόσμου

«Η Αγγλία είναι η πατρίδα μου και την αγαπάω σαν μητέρα. Πάντοτε με στήριζε και την έχω κάπως δεδομένη. Η αγάπη μου, όμως, για την Κύπρο μοιάζει περισσότερο με την αγάπη που έχει κανείς για τη γυναίκα του. Θυμάσαι ότι υπήρχαν εποχές χωρίς αυτήν, αλλά όταν την βρεις και την ερωτευτείς, κυλάει στο αίμα σου μια για πάντα». Με αυτό τον τρόπο ‘κλείνει’ το βιβλίο του ο Πίτερ Μουρ.  

Τον ρωτάω αν νιώθει περισσότερο Βρετανός ή Κύπριος.

«Τίποτα απ’ τα δυο, για να σας πω την αλήθεια», απαντά.

«Διάβασα ξανά γι’ αυτό το φαινόμενο που λέγεται ‘πολιτιστικός νομάδας’. Νιώθω σαν στο σπίτι μου στην Κύπρο, νιώθω σαν στο σπίτι μου και στη Μεγάλη Βρετανία. Αλλά δεν νιώθω πως ανήκω είτε στη μια είτε στην άλλη χώρα. Θα έλεγα, λοιπόν, το εξής, που είναι και η προσωπική μου φιλοσοφία: η εθνικότητά μας δεν είναι τόσο σημαντική. Το ότι είμαστε άνθρωποι, αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να θυμόμαστε. Είμαι, λοιπόν, πρώτα απ’ όλα άνθρωπος. Έπειτα είμαι Βρετανός από καταγωγή. Αλλά, στ’ αλήθεια, είμαι πολίτης του κόσμου».

You May Also Like

ΝΕΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ | Οι Monsieur Doumani στην Πλατεία Ηρώων

Μετά την αναβολή της παρουσίας τους στο Rialto World Music Festival που ήταν προγραμματισμένη για ...

Connect: H ετήσια έκθεση του Art and Design Society

Στον ισόγειο χώρο εκδηλώσεων της εφημερίδας Πολίτης, στην παλιά Λευκωσία, θα φιλοξενηθεί η ετήσια ...

Κ.Ο.Τ…. revisited | η Κύπρος στη 13η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής

Στην επίδραση που έχει ο τουρισμός στην Κύπρο εστιάζει η πρόταση REVISIT των Χάρη ...

«Πρώτη» για τον street artist Pejac στη Νέα Υόρκη

Ο Pejac περιδιαβαίνει τον πλανήτη προχωρώντας σε αστικές παρεμβάσεις, στις οποίες συχνά ενσωματώνει στοιχεία ...

Διάλεξη στο Κέντρο Εικαστικών Τεχνών και Έρευνας

Mια πολύ ενδιαφέρουσα διάλεξη θα δώσουν στις 27 Μαρτίου στο Κέντρο Εικαστικών Τεχνών Και ...

Ο Βαγγέλης Μουρίκης στο Θέατρο Ριάλτο

Ο ηθοποιός Βαγγέλης Μουρίκης έκανε χθες την εμφάνισή του για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ ...

X