Περί λεξικογραφίας

Του αρχιμανδρίτη Αθηναγόρα Κωνσταντίνου

“Θηρεύοντας πράγματα αιώνια, θ’ αφήσω να φύγουν τα χρόνια”, Κώστας Καρυωτάκης

Ο λεξικογράφος της ελληνικής γλώσσας και ο ανθολόγος της νεοελληνικής ποίησης κρατούν στα χέρια τους ανεπεξέργαστο τον πιο ακριβό μας θησαυρό. Αυτή είναι η κοινή αφετηρία τους. Από εκεί και πέρα, ωστόσο, το έργο τους είναι άκρως διαφορετικό: ο ανθολόγος μιας ποιητικής συλλογής έχει το προνόμιο να περικόπτει κλώνους και κλωνιά, να διαρρυθμίζει, να επιλέγει, να κρατεί ή να εξοστρακίζει τα άνθη της αρεσκείας του, φτιάχνοντας το είδος της στοχαστικής ανθοδέσμης που τέρπει τα δικά του αφτιά και τα δικά του μάτια.
Ο λεξικογράφος, απεναντίας, δεν διαθέτει τέτοια πολυτέλεια. Δεν μπορεί ν’ αφήσει τα 99 πρόβατα να πάρουν τα βουνά και τα λαγκάδια αναζητώντας το λαγιαρνί της καρδιάς του. Ο συντάκτης ενός λεξικού, και δη της ελληνικής, έχει ιερό και πρώτιστο χρέος να συνωθήσει μέσα στη στρούγκα του αδιακρίτως πρόβατα και ερίφια, μελωδικά ή κακόηχα, ήμερα κι άγρια. Αν γνωρίζει την τέχνη του σωστά και με πάθος, πρέπει κυρίως να προσέξει μην τυχόν και μετατρέψει όλη αυτή την ετερόκλητη κι ανομοιογενή αγέλη σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως τύπου Άουσβιτς, όπου άλλοι εκτελούνται εν ψυχρώ, άλλοι κείρονται εν χρω (καλή ώρα σαν τα τωρινά μας κουρέματα), κι άλλοι χορεύουν ιστέρ ιστεμέζ (τουρκιστί: θέλοντας και μη) όταν τους παίζει την γκάιντα.
Πριν χώσει άκαρδα το μαχαίρι σε ανυπεράσπιστες καρωτίδες, ας ακούσει με συμπάθεια τις σιωπηρές οιμωγές των μελλοθάνατων λέξεων. Έτσι και θεωρήσει αυτά τα ζωντανά ως πρόβατα επί σφαγήν, τραγικά τους στερεί τη μόνη φωνή που έχουν. Πάει, χάθηκαν, δεν θα ξανακουστούν. Το πλαίσιο της νόμιμης δικαιοδοσίας του (his remit) είναι αυστηρά περιχαρακωμένο και κάθε παλινωδία συνιστά αυτόχρημα ενέργεια ultra vires, πέραν της ισχύος, της εξουσίας που του παρέχει η ακαδημαϊκή τήβεννος. Εσκεμμένα χρησιμοποιώ δύο αγγλικούς δικανικούς όρους, για να τονίσω πόσο αμερόληπτος πρέπει να είναι και ποια βαριά ευθύνη φέρει όποιος ασχολείται με τη λεξικογραφία.

Το λεξικό της αγγλικής γλώσσας της Οξφόρδης είναι αναντίρρητα ένα μνημειώδες έργο και για να παραχθεί και να συντηρείται στα ύψη του θυσιάστηκαν ζωές ολόκληρες. Έκανε βέβαια κι αυτό within living memory (όπως μπορούν να την ανακαλούν στη μνήμη τους πρόσωπα που ευρίσκονται ακόμη εν ζωή) κάποιες αβαρίες, εξοβελίζοντας παρωχημένα λήμματα. Μια τέτοια που θυμάμαι πολύ καλά και δεν τη συγχωρώ στους Οξφορδιανούς ήταν το έρμο ablactation, ο απογαλακτισμός. Το εκπαραθύρωσαν σαν στυμμένη λεμονόκουπα, αφήνοντάς με bereaved, χαροκαμένο και βαρυπενθούντα. Την είχα αγαπήσει αυτή τη λατινική λέξη, κι όταν στην επόμενη έκδοση του λεξικού την κώχη της την κατέλαβε μια άλλη, μου βαρυφάνηκε. Μου πήρε καιρό to wean myself away from it ή off it, να απογαλακτιστώ, να απαγκιστρωθώ. Τι να γίνει όμως; Όλα τα παιδιά πρέπει σε κάποιο στάδιο να αποποιηθούν το μητρικό γάλα και τον ομφάλιο λώρο της βρεφικής ηλικίας.

Στην Ελλάδα, και ίσως σε μεγαλύτερη κλίμακα στην Κύπρο, ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης και το ογκωδέστατο λεξικό του θεωρούνται ως το ne plus ultra (το κορυφαίο του είδους του) και το sine qua non, το εκ των ων ουκ άνευ των ελληνομαθών. Τρέφω μεγάλο σεβασμό για τον δεινό αυτό γλωσσολόγο για το περισπούδαστο και πρωτοποριακό του έργο. Ρηξικέλευθος και σκαπανεύς, άνοιξε νέες ατραπούς στα δύσβατα και κακοτράχαλα όρη της λεξικογραφίας. Παρόμοια εκτίμηση αισθάνομαι και για το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο με το άριστο λεξικό των νέων ελληνικών, για τον κ. Κριαρά και άλλους.

Παρά ταύτα, κι ας μην θεωρηθώ σχολαστικός, έχω και κάποιες επιφυλάξεις. Φρονώ ότι όταν αρχίσουμε να ποδηγετούμε, να χειραγωγούμε, να νομοθετούμε υπέρ το δέον για τις λέξεις, ερειδόμενοι στο προσωπικό μας γλωσσικό αισθητήριο, παίζουμε ένα κάπως ακροσφαλές παιχνίδι. Φορούμε τα πλουμιά του ανθολόγου. Θα ήμουν λίαν ευγνώμων στον κ. Μπαμπινιώτη, στην απίθανη περίπτωση που διαβάσει αυτό το αρθρίδιο, να διευκρινίσει βάσει ποίων κριτηρίων απέβαλε σιωπηρά το “λανθάνομαι” στη σημασία “κάνω λάθος, απατώμαι, πλανώμαι”. Για να το γράφει το Λεξικό της Πρωίας πάει να πει πως υπήρχαν ικανοί Έλληνες στο μέγα πανελλήνιο και σίγουρα κάποιοι θα ζουν εισέτι που το χρησιμοποιούσαν υπό αυτή την έννοια. Ο χώρος δεν μου επιτρέπει να προχωρήσω σε άλλα τινά που θεωρώ σοβαρά λάθη. Με τόσα παραθυράκια να κοσμούν το πολυσέλιδο βιβλίο, με τόσα σχοινοτενή σχόλια, το άμοιρο το “λανθάνομαι” θα μας έτρωγε χώρο;
Όποιος, κατ’ εμέ, αυθαιρετεί με λέξεις, κι ο Όμηρος να είναι, κάπως παρασπόνδησε. Δεν λέω, δεν υπαινίττομαι, προς θεού, ότι έγιναν λεκτικές γενοκτονίες όμοιες με εκείνες του μεγάλου αδελφού στο έργο ’84 του Τζωρτζ Όργουελ, αλλά… έγιναν.

Για να φανώ δίκαιος: υπερασπίζομαι σθεναρά το δικαίωμα του καθενός, ακόμη και του τελευταίου γαβριά, να αποφαίνεται από καθέδρας για όποια λέξη ή γραφή λέξεως θεωρεί δόκιμη ή μη, αλλά μόνο κατ’ ιδίαν, όχι σαν ποντίφικας. Γιατί; “Διότι”, όπως θα έλεγε ο Νίκος Εγγονόπουλος, “πρέπει να έχει ο στρατιώτης το τσιγάρο του, το μικρό παιδί την κούνια του κι ο ποιητής τα μανιτάρια του”.
Άρα, σεβαστοί μου κύριοι καθηγηταί, μην τελείτε την κηδεία λέξεων που θεωρείτε αχρείαστες. Ο ίδιος ο Θεός ο Παντοδύναμος έχει, μαθές, ένα όριο στην παντοδυναμία του: δεν μπορεί να διαγράψει ως ανύπαρκτο κάτι που ήδη υπήρξε λέγοντας “αυτό δεν υπήρξε”. Έγινε παρελθόν, δεκτό, αλλά η πρώην ύπαρξίς του είναι αδιαμφισβήτητη. Εκτός αν υποβληθούμε όλοι άνωθεν σε γενική αμνησία, πράξις που αντίκειται στη θεία αγαθότητα. Κατά μείζονα λόγο, εμείς τα εφήμερα όντα της στιγμής να μην ξεγράφουμε με μια μονοκοντυλιά έπεα πτερόεντα που κάποτε πετούσαν στον χώρο. Αντί της καρατόμησης, ας πούμε “πεπερασμένο” ή κάτι, μα να είναι στη θέση της η γερασμένη λέξη.

Για να συνοψίσω τις αιτιάσεις μου: δεν γίνεται φυσικά σ’ ένα λεξικό της σύγχρονης νεοελληνικής να καταχωρίσουμε όλες τις ελληνικές λέξεις από τα πανάρχαια χρόνια. Αλλά όσες ανήκουν σε σχετικά πρόσφατο παρελθόν να μην αφαιρούνται απ’ τους καταλόγους. Η περιουσία που διαχειρίζονται οι λεξικογράφοι είναι και δική μου περιουσία, όπως και παντός Έλληνα. Αμφισβητώ με όλα τα μόρια του είναι μου το δικαίωμα κανενός, έστω κι αν οι προθέσεις του είναι άγιες, να παραδίδει τη γλώσσα μας ελάσσονα, ακρωτηριασμένη ή ψιμυθιωμένη για τη βιτρίνα. Δουλειά του λεξικογράφου είναι μόνο να καταγράφει και να ερμηνεύει σ’ όλες του τις αποχρώσεις τον λεκτικό πλούτο που ερευνά, αφήνοντας την αξία ή απαξία της κάθε λέξης, ευγενικής ή χυδαίας, στην κρίση και φαντασία όποιου τη χρησιμοποιεί.

Υποσημείωση: Ο αρχιμανδρίτης Αθηναγόρας Κωνσταντίνου κατάγεται από την Αναφωτία Λάρνακος. Έζησε 43 χρόνια στο Λονδίνο και παλινόστησε προσφάτως.

You May Also Like

Λογοτεχνικά βραβεία της διαπλοκής; Απορίες και ερωτήματα

Γράφει ο Αλέξανδρος Γεωργιάδης Δεν είμαι λογοτέχνης ούτε κριτικός λογοτεχνίας, αλλά μου αρέσει να ...

Για ποιαν Αρχιτεκτονική;

Σκέψεις με αφορμή τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό του Πανεπιστημίου Κύπρου για τις κτηριακές εγκαταστάσεις της ...

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ : Λεονάρισσο και Βασίλι

Γράφει ο Λευτέρης Παπαλεοντίου Λεονάρισσο και Βασίλι, ονόματα παράξενα, που θα έλεγε και ο ...

H παλιά Λευκωσία

Του Ντίνου Θεοδότου Νοσταλγώ την παλιά Λευκωσία. Τους στενούς της δρόμους, τα χαμηλά σπίτια, ...

Ο Μυστικός Κήπος

Γράφει η Δένα Αναξαγόρου Τουμαζή Ένα κοριτσάκι πηδάει με χάρη το σχοινάκι και σε ...

Ναφθαλίνη* [ή το Νόμιμο και το Ηθικό στο Θέατρο Ριάλτο]

Ανοιχτή Επιστολή Στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ΤΟΥ ΠΑΡΙ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ** Το Σάββατο 07/02/2015, παρέστην στο ...

X