στο τηγάνι

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου , ioannou.mari@gmail.com/ Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή

“Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στο να πληρώνεις μια ιερόδουλη για να σου εκπληρώσει μια φαντασίωση και μια νοσοκόμα για να σε γηροκομήσει. Και από τα δύο παίρνεις ακριβώς αυτό για το οποίο πληρώνεις, δηλαδή την προσποίησή τους…”.
Λέγοντας αυτά κι άλλα διάφορα είχε αφήσει το αβγό να τηγανίζεται, σε σημείο που η γυαλιστερή καφετιά κρούστα κινδύνευε να μετατραπεί σε κάρβουνο. Κι ο ήχος από το λάδι που έκανε χούλα χουπ στο τηγάνι είχε αποκτήσει ένα τέμπο χαλαρωτικό, τον υπνώτιζε. “Θα πάρεις φωτιά καμιά μέρα! Εκεί να δεις προσποίηση από τους πυροσβέστες!”, έκανα να πω ειρωνικά και αυτός αρκέστηκε στο να γνέψει το κεφάλι καταφατικά, δεν το ‘πιασε το αστείο, ούτε εγώ το ‘πιασα για να είμαι ειλικρινής. Πάντως δεν είχα γνωρίσει ξανά άνθρωπο που δεν φοβόταν ένα τηγάνι γεμάτο ζεματιστό λάδι. Ούτε τηγάνι που έκανε τόσο οξύ, μεταλλικό θόρυβο. “Δε χρειάζομαι κανέναν να με προσέχει!”, είπε κάπως θυμωμένα. “Θα σε πληρώνω κανονικά αλλά να μην έρχεσαι!”. Εγώ χρειαζόμουν τα χρήματα, άνεργη εδώ και χρόνια, από την άλλη δεν το ‘κανε η καρδιά μου να πληρώνομαι χωρίς να κάνω τη δουλειά μου. Κι αυτός με χρειαζόταν, το ‘βλεπα στα σπιρτόζικα μάτια του, που σε συνδυασμό με τον φόβο των γηρατειών μετέτρεπαν το βλέμμα του σε κάτι εκκεντρικά γοητευτικό. Του ξαναθύμισα πως εκείνος ήταν που με προσέλαβε στη δουλειά και υποσχέθηκα πως θα καθόμουν απλά σε μια γωνιά και πως θα με φώναζε ο ίδιος μόνο αν με χρειαζόταν. Πως θα του έφτιαχνα φαγητό και θα του τακτοποιούσα το σπίτι χωρίς πολλά – πολλά, και φυσικά, όπως άλλωστε μου είχε ζητήσει, πως αν τον έπαιρνε ποτέ τηλέφωνο η κόρη του, θα της έλεγα πως πέθανε. Μάλιστα με είχε δασκαλέψει καλά. “Πριν σου πει ποια είναι θα το καταλάβεις από τη φωνή της, είναι φωνή υπερβολικά μπάσα για γυναίκα. Κρύβει και μια τραγανή υφή το μέταλό της, νιώθεις πως αν φωνάξει θα σπάσει τις φωνητικές της χορδές. Και συνήθως μπαίνει αμέσως στο θέμα, δεν καλημερίζει, δεν χαιρετά, δεν ρωτά αν είσαι καλά ή ποιος είσαι. Αυτό θα σου δώσει λίγα δευτερόλεπτα να προετοιμαστείς, να μπεις στον ρόλο, να πιστέψεις κι εσύ πως πέθανα. Αν της το πεις χωρίς να το πιστεύεις, θα το καταλάβει. Την έκανα έξυπνη!”, επαναλάμβανε σχεδόν καθημερινά.
Δεν είχα άλλη επιλογή. Συμφώνησα. Κάναμε και πρόβες. Εκείνος έκανε την κόρη κι εγώ τον εαυτό μου. “Πιο πειστικά! Σκέψου πως πέθανε ο πατέρας σου ή ο αδελφός σου!”, έλεγε προσπαθώντας να με καθοδηγήσει. Εγώ του απαντούσα πως δεν είχα ούτε πατέρα ούτε αδελφό κι εκεί δίσταζε λίγο, τα χέρια του τεντώνονταν, πήγαιναν να μ’ αγκαλιάσουν, μα κοίταζαν το ένα το άλλο που τρεμούλιαζε και οπισθοχωρούσαν. Μια μόνο φορά έκανα εγώ την κόρη. Έμεινε παγωμένος, με μάτια υγρά. Δεν ήμουν σίγουρη αν ήταν από θυμό ή συγκίνηση. Πάντως, δεν μου το ξαναζήτησε.
Με έβαζε να τηγανίζω ένα αβγό την ημέρα και δεν το έτρωγε ποτέ. Έμενε να παρακολουθεί επίμονα τη διάφανη γλοιώδη μάζα του να ασπρίζει σιγά – σιγά και τον κρόκο να κοκκινίζει. Πήγαινα να του το σερβίρω στο πιάτο και μ’ έδιωχνε. “Δεν είναι έτοιμο!”, εκσφενδόνιζε με ένταση απ’ το στόμα, κι απλά συνέχιζε να το παρατηρεί να καίγεται, απορροφώντας μια σαδιστική ευχαρίστηση από την όλη ιστορία. Μύριζε την καμένη ζωική πρωτεΐνη στην ατμόσφαιρα και γαλήνευε, σαν να έκαιγε ταυτόχρονα και τη γέρική του σάρκα. “Πότε θα το φας επιτέλους;”, τον ρώτησα μια φορά. Κι εκείνη τη στιγμή τον είδα να αρπάζει τ’ αβγό απ’ το τηγάνι, μαύρο, κατάμαυρο, και να το καταπίνει χωρίς καν να το μασήσει. Από πείσμα. Για να σκάσω. Τα κατάφερε. Από τότε δεν τον ξαναρώτησα. Ούτε για το αβγό ούτε για τον λόγο που είχε χαλάσει η σχέση του με την κόρη του.

Το τηλέφωνο δε χτύπησε ποτέ όσο ήμουν στο σπίτι. Ούτε η πόρτα. Είχαμε κάψει αμέτρητα αβγά και είχαμε προβάρει άπειρες φορές εκείνο το πιθανό τηλεφώνημα. Οπότε, όταν έφθασε η στιγμή, που δεν ήταν τηλεφώνημα τελικά, αλλά η κόρη με σάρκα και οστά έξω από την πόρτα, απέτυχα παταγωδώς.
Είχε δίκαιο για τη φωνή της, πράγματι το μέταλό της ήταν τραγανό, έτοιμο να το φας, αλλά βλέποντάς την μπροστά μου δεν μπορούσα με τίποτε να ξεστομίσω εκείνο το “πέθανε”. Έμεινα απλά να την κοιτάζω κι εκείνη περίμενε, με μια όμορφη γλάστρα στο χέρι, να παραμερίσω για να περάσει. Δεν ήθελα όμως με τίποτα να τον απογοητεύσω, έπρεπε κάπως να ολοκληρώσω την αποστολή μου, κι έτσι, αντί “πέθανε”, κατάφερα να πω, πειστικά θα έλεγα, “αρρώστησε”. Ικανοποιημένη από την υποκριτική μου ικανότητα, πρόσθεσα και το επίρρημα “πολύ”, έτσι, για να την αποτελειώσω. Πρώτη φορά ένιωσα τόση ευχαρίστηση.
“Ξέρεις…”, ψέλλισε εκείνη στα γρήγορα και με δυσκολία, σαν να με ήξερε, σαν να με εμπιστεύοταν, “…κάποτε οι άνθρωποι μισούν τους λάθος ανθρώπους…”, κι έτρεξε με αγωνία προς τις σκάλες. Κι έτσι όπως ανέβαινε, μου φάνηκε πως μπουσουλούσε, και πως σαλιάριζε, και μετά πως μίκρυνε ξαφνικά κι έγινε ένα μικροσκοπικό, αδύναμο βρέφος.

Τη στιγμή που το μικρομέγαλο αυτό βρέφος χανόταν από το οπτικό μου πεδίο ένα ακόμη αβγό καρβούνιαζε στο τηγάνι. Μια λεπτομέρεια στ’ αλήθεια αμελητέα μπροστά στο μεγαλείο της στιγμής όταν ένας γονιός συγχωρεί ή συγχωρείται.

You May Also Like

Αλτ τίς εί;

Ο νεοσύλλεκτος σκαρφάλωσε την ανηφόρα με απίστευτη ταχύτητα. Σαν να μην ήταν τα πόδια ...

Τα σαλιγκάρια

Γράφει ο Χρίστος Τσιαήλης / εικονογραφεί ο Θεόδωρος Σαμψών Ο ήχος στα μάρμαρα της ...

Εξομολογήσεις ενός αστικού καναρινιού

«Δεν ήταν ποτέ έτσι. Πραγματικά δεν ήταν. Εκείνη η πόρτα φταίει που κοιτάζει κατάματα. ...

Θα μπορούσε να ήταν μια ιστορία για ένα τζάκι

Γράφει η Μαρία Ιωάννου / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή Τι το ‘θελα και φταρνίστηκα!, ...

Ηφαίστειο

Γράφει η Μαρία Ιωάννου / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή Το ότι έχει εδώ και ...

Η Αφρούλα σε πέλαγος βαθύ

Είχε σηκωθεί πρωί-πρωί, τάισε τα παιδιά, τα έδωσε στη μάνα της, έχω κάτι να ...

X