Ο Μυστικός Κήπος

Γράφει η Δένα Αναξαγόρου Τουμαζή

Ένα κοριτσάκι πηδάει με χάρη το σχοινάκι και σε κάθε πήδημα ανεμίζουν οι κοτσίδες και η σχολική του ποδιά. Πιάνομαι από το σχοινάκι το οποίο όλο και ξετυλίγεται, μακραίνει και με παίρνει πίσω, εκεί που γεννήθηκα και μεγάλωσα, σε ένα σπίτι στην καρδιά της πόλης. Κάθε σπιθαμή χώμα έκρυβε από κάτω εκπλήξεις, εφόσον ανάλογα με την εποχή μέσα από τη γη ξεπετάγονταν χρυσάνθεμα, κρινάκια ή ίριδες. Το γιασεμί και άλλα αναρριχητικά αγκάλιαζαν τους τοίχους του το καλοκαίρι. Την άνοιξη μέσα σε μια σχεδόν βασανιστική μυρωδιά από ανθούς βοηθούσα τη γιαγιά να τους «σωρέψουμε» για να κάνει το ανθόνερο στον λαμπίκκο που έβγαζε ατμούς και ελιξίρια. Η γιαγιά, όταν αναφερόταν στα δέντρα της αυλής μας, έβαζε πάντοτε τον τόνο στη λήγουσα. Ήταν «τα δεντρά», όπως θα έλεγε… τα μωρά. Είχα επίσης την τύχη να παρευρίσκομαι στο μάζεμα των ελιών στην Τόχνη και να προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω τα μυστικά που έκρυβαν οι ροζιασμένες κουφάλες των ιερών αυτών δεντρών. Στη Δορά, το χωριό του πατέρα, με τα βουνά και τους κλειστούς ορίζοντες, ξαπλωμένη κάτω από τον ίσκιο των επίσης αριστοτεχνικών κορμών των τερατσιών, έβλεπα τους χωρικούς να ασχολούνται με το θέρος ή τον τρύγο. Εγώ ήμουνα δυστυχώς απλός παρατηρητής. Χανόμουν μέσα σε βιβλία και δεν συμμετείχα στο μεγαλείο που συντελείτο μπροστά από τα νυσταλέα μάτια μου και το παραλυμένο από τη ζέστη κορμί μου. Σ’ αυτές τις ώρες της σχόλης, εγκαταστάθηκαν μέσα μου, η μυρωδιά από ξερό χόρτο, ελαιόλαδο και μούστο και ίσως κυλούν από τότε πάντα στις φλέβες μου. Έτσι όταν βρεθώ σε μια ξένη χώρα ή πολιτεία, εκείνο που πάντα με μαγεύει πιότερο και από τα μεγαλόπρεπα κτήρια ή τα μουσεία είναι τα δέντρα, η βλάστηση και οι κήποι. Οι δημόσιοι, μα κυρίως οι ιδιωτικοί, αυτοί που είναι κρυμμένοι πίσω από ψηλούς τοίχους, φράκτες και εσωτερικές αυλές. Βλέπω να ξεπροβάλλουν οι κορφές των δέντρων ή να ξεπετιούνται πίσω από τους πέτρινους τοίχους αναρριχητικές τριανταφυλλιές, μανόλιες ή καμέλιες. Ακόμη οσφραίνομαι ευωδιές από άνθη ή βοτάνια που κάποτε σμίγουν με μυρωδιές από φαγητά ή καφέ που ψήνονται στην κουζίνα και γίνονται ένα με τους θορύβους του δρόμου. Λαχταρώ να περάσω πίσω από τον ψηλό τοίχο και να δω την «άλλη όχθη». Θα ήθελα να είμαι ο άγγελος της ταινίας «Τα φτερά του πόθου», του Wim Wenders, για να πετώ πάνω από την πόλη, τους κήπους, και να βλέπω τις ζωές των άγνωστών μου συνανθρώπων. Εφόσον κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, αφήνω τότε την φαντασία μου να εισβάλει στο σπίτι και να δει οικογένειες να τρων γύρω από ένα τραπέζι, ανθρώπους αφοσιωμένους στα βιβλία ή τις μουσικές τους. Ή γιαγιάδες σε μια πολυθρόνα να καθαρίζουν φασολάκι ή να ασχολούνται με το εργόχειρό τους. Παιδιά να κλοτσάν και να τρέχουν πίσω από ένα τόπι που σαν τη γη όλο γυρίζει. Τα καταγράφω όλα με λέξεις που σαν τις βάλεις στη σωστή θέση γίνονται φτερά και σε παίρνουν πάνω από την πόλη και την πεζή καθημερινότητα. Μα ακόμη και ο άγγελος της ταινίας βαρέθηκε την αβάσταχτη αιωνιότητα και προτίμησε να «εξανθρωπιστεί». Με την πτώση του στη γη, νιώθει ήδη τον πόνο και κυλάει το αίμα. Έτσι κυλάει και η πραγματική ζωή. Με χαρές και λύπες. Χάνει τα φτερά του, μα αγαπά και με τα «φτερά του έρωτα» μπορεί να γευτεί και να κάνει χρήση όλων των αισθήσεών του.

Κτυπώ την πόρτα ενός παλιού αρχοντικού, στην παλιά Λευκωσία, πίσω από τα γραφεία του «Πολίτη». Όπου μέσα από μια σχισμή, βλέπω να απλώνεται ένας κήπος με στέρνα, στην οποία στέκει ένα αγαλματάκι μικρού παιδιού, ένας κισσός και τόσα άλλα που η μικρή χαραμάδα δεν μ’ αφήνει να δω, κλείνοντας το οπτικό μου πεδίο. Μας αφήνει όμως ο ένοικός του, ο αρχαιολόγος, ιστορικός τέχνης και πανεπιστημιακός Σοφοκλής Σοφοκλέους, ο οποίος μας ανοίγει τις πύλες μιας μικρής Εδέμ που είναι τόσο μακρινή, μα ταυτόχρονα οικεία και χειροπιαστή. Από τον ηλιακό με τα πλακάκια, τη σκάλα με τις εσοχές στους τοίχους με γλυπτά, μας οδηγεί στον κήπο που είναι σπαρμένος με κυκλάμινα και αρωματικά βοτάνια που ο ίδιος φύτεψε πριν πολλά χρόνια. Οι κραδασμοί αλλάζουν, μέσα στον κήπο επικρατεί μια γαλήνη. Περιφερόμαστε στις αλέες ανάμεσα σε χαλιά από κυκλάμινα, πικροδάφνες, κυπαρίσσια, μια χουρμαδιά, έναν ανεμόμυλο και αγάλματα. Ακούμε το τρεχούμενο νερό του πίδακα από τη δεξαμενή με τα νούφαρα. Ανεβαίνουμε στη στέγη με τις γλάστρες, τα κιούλια, τον βασιλικό, τις μέντες και τις φτέρες και βλέπουμε τα μεσαιωνικά λουτρά και τη σημαία από το φυλάκιο των ΟΗΕδων. Είμαστε στην τελευταία μοιρασμένη πρωτεύουσα. Η φωνή από τις παρακλήσεις του ιμάμη σμίγουν με την φωνή του Καζαντζίδη που βγαίνει από ένα ανοικτό παραθύρι γειτονικού σπιτιού. Σμίγουν με τις δικές μας προσευχές και παρακλήσεις για επανένωση του νησιού, επιστροφή των ανθρώπων μας στους χαμένους κήπους, περβόλια και αυλάδες τους. Τόσα χαμένα φεγγάρια και όνειρα επιστροφής, εφόσον η «Ιστορία» και το παράλογο τους τα στέρησε για τέσσερις δεκαετίες και έκοψε στα δύο τον χρόνο και τις ζωές τους. Από εκεί ψηλά, «κατασκοπεύω» τους δημοσιογράφους στην εφημερίδα που πρέπει να κτυπούν στους υπολογιστές τους λέξεις και άρθρα που αφορούν -για μία ακόμη φορά- μιαν επικείμενη λύση. Ποια λύση; Το μάτι μου σαν του αγγέλου του Wenders πάει ακόμη μακρύτερα, σε άλλες εφημερίδες της πόλης. Την ίδια ώρα γράφονται επίσης διαφορετικές λεζάντες, τίτλοι και άρθρα για το ίδιο θέμα από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Είμαι σε μια στέγη, πάνω από τη «μοιρασμένη πρωτεύουσα». Πίνουμε τσάι από κιούλι, κανέλα και μέλι της μυροφόρας στην ψηλοτάβανη κουζίνα με τοίχους από πλίνθο και πέτρα. Σ’ αυτό το αρχοντικό του Κώστα Χριστοδούλου, πριν είκοσι τρία χρόνια, μπήκε ο νέος του ένοικος, ο Σοφοκλής, που με όραμα, πάθος, αφοσίωση και επιμονή κατάφερε να το μετατρέψει από ξυλουργείο-«χαλαμάντουρο» στο σημερινό «Κέντρο Πολιτιστικής Κληρονομιάς». Φεύγοντας, συναντάμε άπειρες γάτες στο διάβα μας. Δεν ξέρουμε αν είναι γάτες ή «ψευδο»-γάτες που περιφέρονται ανενόχλητες από την κατεχόμενη πόλη στην ελεύθερη, χωρίς να δείχνουν ταυτότητες. Που απλά περνούν από το οδόφραγμα ή πάνω από τις στέγες των σπιτιών. Σαν τους αγγέλους της ταινίας του Wenders, κοιτούν μέσα από παραθύρια, μπαίνουν σε μυστικούς κήπους και καταφέρνουν να ζουν πότε από ’δώ, πότε από κει, πέρα από το οδόφραγμα, στην απαγορευμένη για μας πόλη. Γιατί εμείς να μην μπορούμε σαν κι αυτές να περπατάμε σε όλες τις πόλεις και τα χωριά της πατρίδας μας, να πηγαίνουμε εκεί που ανθίζουν τα κυκλάμινα και τα κρίνα του γιαλού σε κάθε χρυσή παραλία ή στο πιο απομακρυσμένο μας ακρωτήρι; Θα μπορέσουμε άραγε ή θα σβήσουν τα όνειρά μας όπως των προγόνων μας που προσφυγοποιήθηκαν και έφυγαν χωρίς να πραγματοποιήσουν τον πόθο τους για επιστροφή;

Ήθελα να κλείσω αυτή την περιπλάνηση με ένα μικρό απόσπασμα από το άγνωστο βιβλίο του Hermann Hesse «Ευχάριστες στιγμές στον κήπο» που περιλαμβάνει πεζά, ποιήματα, σκίτσα και ακουαρέλες του ή φωτογραφίες με σκηνές από τη φύση, άνθη και δέντρα που τόσο αγαπούσε. «Όταν ακούω τα δέντρα να θροΐζουν στον βραδινό αέρα, μια λαχτάρα για περιπλάνηση μου ραγίζει την καρδιά… Δεν είναι η επιθυμία να το βάλει κανείς στα πόδια μπροστά στον πόνο, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Είναι η λαχτάρα για πατρίδα, η λαχτάρα να ξαναφέρουμε στη μνήμη μας τη μητέρα, η λαχτάρα για καινούργιες παραβολές της ζωής. Οδηγεί στο σπίτι. Κάθε δρόμος οδηγεί στο σπίτι, κάθε βήμα είναι γέννηση, κάθε βήμα είναι θάνατος… Τα δέντρα σκέφτονται πολύ, αναλυτικά και ήρεμα… Είναι σοφότερα από μας, όσο εμείς δεν τα ακούμε. Αν όμως μάθουμε να ακούμε τα δέντρα, τότε η συντομία, η ταχύτητα και η παιδιάστικη βιασύνη των σκέψεών μας αποκτούν μια ευχαρίστηση που όμοιά της δεν υπάρχει. Όποιος μάθει να ακούει τα δέντρα, παύει να λαχταρά να ήταν δέντρο. Δεν λαχταρά παρά να είναι αυτό που είναι. Αυτό θα πει πατρίδα! Αυτό θα πει ευτυχία…». Υ. Γ. Η ταινία του Wenders σε σενάριο Peter Handke διαδραματιζόταν στο μοιρασμένο τότε Βερολίνο, που κανείς δεν φανταζόταν πως το τείχος του θα έπεφτε σε μια νύχτα. Το δικό μας θα το φανταζόσαστε;

10-ΑΝΟΙΧΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ3

You May Also Like

Ο Φέγγαρος -ευτυχώς- επέστρεψε!

Γράφει ο Andy Vedder Μετά την περσινή χρονιά πειραματισμών [lineup χωρίς κράχτη για τους ...

Ακόμα ανατέλλει!

Γράφει ο Ανδρέας Ριρής Δεν πιστεύω πως υπάρχει οποιοσδήποτε που να μην στεναχωρήθηκε όταν ...

Για ποιαν Αρχιτεκτονική;

Σκέψεις με αφορμή τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό του Πανεπιστημίου Κύπρου για τις κτηριακές εγκαταστάσεις της ...

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ : Λεονάρισσο και Βασίλι

Γράφει ο Λευτέρης Παπαλεοντίου Λεονάρισσο και Βασίλι, ονόματα παράξενα, που θα έλεγε και ο ...

PRIMA VISTA |Ρεσιτάλ πιάνου με τον Jose Menor Enrique Granados: Goyescas for piano

Γράφει η Μαργαρίτα Ερωτοκρίτου Αν η εικόνα είναι χίλιες λέξεις, η μουσική που ερμήνευσε ...

Παιδική λαϊκή ποίηση μέσα από τα παιδικά παιγνίδια

Η δύναμη της παιδικής φαντασίας αποτυπώνεται και αναδεικνύεται δροσερή κι ανάλαφρη μέσα από το ...

X