ΦΟΙΒΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ : Η γλώσσα της αποδοχής, της επικοινωνίας και του διχασμού

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία ©Ελένη Παπαδοπούλου

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και συγγραφέας του βιβλίου «Μίλα μου για γλώσσα», δίνει ‘καθησυχαστικές’ απαντήσεις σχετικά με τη χρήση των greeklish, τις νέες γλωσσικές πραγματικότητες που δημιουργούνται στο διαδίκτυο και την κυπριακή γλωσσική ποικιλία.

Από τι είναι φτιαγμένη η γλώσσα; Ποια είναι η παλιότερη γλώσσα του κόσμου; Ποια η διαφορά γλώσσας και διαλέκτου; Τι σημαίνει μιλάω σωστά [ελληνικά]; Γιατί μαθαίνουμε αρχαία; Θα μιλάμε όλοι αγγλικά σε 50 χρόνια; Πάσχουν οι νέοι μας από αφασία; Σε τι χρησιμεύει η γλωσσολογία;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που εξετάζει ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Φοίβος Παναγιωτίδης, στο βιβλίο του με τίτλο «Μίλα μου για γλώσσα» [Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης].

Πρόκειται για μια σύντομη, εκλαϊκευμένη επιστημονική εισαγωγή στη γλωσσολογία, η οποία επιχειρεί να δείξει πώς η σύγχχρονη γλωσσολογία μπορεί να προσφέρει απαντήσεις σε κοινές απορίες και προβληματισμούς γύρω από τη γλώσσα εν γένει και την ελληνική γλώσσα ειδικότερα. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, προσφέρει σκέψεις και για την κυπριακή γλωσσική ποικιλία αλλά και για πολεμική που δημιουργείται από πολλούς κινδυνολόγους στη βάση της αρχής «Ένα έθνος, μία γλώσσα».

Ας ξεκινήσουμε από τη θέση σας ότι η γραφή μιας γλώσσας δεν έχει να κάνει με το ότι κινδυνεύει η ίδια η γλώσσα.

Έχει να κάνει, αλλά αυτό το οποίο λέω εγώ -και νομίζω είναι κοινή παρατήρηση- είναι πως οι αλλαγές στη γραφή δεν επηρεάζουν άμεσα τη γλώσσα. Ακόμα κι αν είναι ριζικές αλλαγές. Τα τούρκικα, για παράδειγμα, άλλαξαν μέσα σε μια νύχτα τρόπο γραφής, από το αραβικό άλλαξαν στο λατινικό αλφάβητο, όμως η ίδια η γλώσσα δεν επηρεάστηκε ως αποτέλεσμα της αλλαγής αυτής. Επηρεάστηκε από άλλα μέτρα γλωσσικής αλλαγής που εισήγαγε ο Κεμάλ. Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, ναι, το πώς γράφεις μια γλώσσα δεν επηρεάζει την ίδια τη γλώσσα.

Και η εμμονή με την ορθογραφία;

Είναι αναμενόμενη σε χώρες που έχουν γραπτά μνημεία. Δεν σημαίνει ότι όλες οι κοινωνίες που έχουν γραφή και ανάγνωση, έχουν κόλλημα με την ορθογραφία, αλλά είναι φυσιολογικό να θέλεις να υπάρχει μια μέριμνα για το πώς γράφεις, για λόγους ομοιομορφίας ή αισθητικής ή για λόγους καθαρά επικοινωνιακούς. Δηλαδή για γλώσσες όπως τα ελληνικά όπου υπάρχει ‘η τύχη της Μαρούλλας’, ‘οι τοίχοι του σπιτιού’, ‘τα τείχη της Λευκωσίας’, ‘μη σου τύχει μεθυσμένος οδηγός’, η ορθογραφία είναι πολύ σημαντική όταν διαβάζεις. Υπάρχει και εξαίρεση σ’ αυτό, η οποία είναι ότι τα αγγλικά για αιώνες δεν είχαν τυποποιημένη ορθογραφία. Ο καθένας έγραφε όπως ήθελε, όπως του άρεσε, ανάλογα με τη διάλεκτό του. Κι όταν λέω όπως ήθελε κι όπως του άρεσε, εννοώ ότι μπορούσε να γράψει τη μια λέξη με τον ένα τρόπο και παρακάτω, επειδή του χτύπαγε καλύτερα στο μάτι, να την γράψει με άλλο τρόπο.

Το παράδειγμα που δίνουμε συνήθως είναι από τις «Ιστορίες του Καντερμπέρι», όπου γράφει egg με δύο g, και στον αποκάτω στίχο με ένα. Είναι πολύ ενδιαφέροντα τα γραπτά μνημεία απ’ εκείνη την εποχή γιατί βλέπεις ότι ο καθένας έγραφε στη διάλεκτό του. Γύρω στον 14ο-15ο αιώνα που τυποποιήθηκε η αγγλική και έγινε σε όλα τα πεδία η επίσημη γλώσσα του κράτους, υπήρξε μια κίνηση για να δουλεύει η γραφειοκρατία καλύτερα, να τυποποιηθεί και η ορθογραφία ώς ένα βαθμό και φυσικά η ίδια η γλώσσα. Αυτό λέγεται The Chancery Standard, η Νόρμα της Καγκελαρίας δηλαδή. Έτσι ξεκίνησε η τυποποίηση στα αγγλικά.

Είναι αυτό ένα παράδειγμα για να μην… ανησυχούμε σχετικά με το πώς γράφεται η κυπριακή;

Το πώς θες να γράφεται και τι είδους ορθογραφία θες για τη γλωσσική ποικιλία που χρησιμοποιείς, είναι θέμα της κοινωνίας. Δεν είναι ούτε θέμα ανησυχίας ατόμων αλλά ούτε κάποιων γενικών αρχών. Δεν υπάρχουν γενικές αρχές στην ορθογραφία.

Τώρα, όσον αφορά τα κυπριακά, έχουν γραφτεί κατά καιρούς με διαφορετικό τρόπο. Νομίζω πως θα ήταν σκόπιμο να κινηθεί η κοινωνία, ενδεχομένως με τη συνεργασία του υπουργείου, και να προχωρήσουν στην τυποποίηση της κυπριακής ορθογραφίας, γιατί, για παράδειγμα, κάποιοι χρησιμοποιούν το ‘ι’ για να αποδώσουν το ‘σ’, άλλοι χρησιμοποιούν λατινικούς χαρακτήρες [‘sh’], άλλοι βάζουν τα καπελάκια κι αυτά ενώ θεωρούνται από πολλούς αντιαισθητικά, είναι αυτά που επέλεξαν, νομίζω, οι Κύπριοι ποιητές: η πρώτη έκδοση του [Βασίλη] Μιχαηλίδη είχε καπελάκια.

Δεν είμαι υπέρ ή κατά, είναι απόφαση της γλωσσικής κοινότητας, του κυπριακού λαού, για να το πω έτσι. Γιατί κάθε σύστημα γραφής έχει τα καλά και τα κακά του. Στη χρήση των λατινικών, αναγκάζεσαι να ανακατεύεις δύο κωδικοσειρές, αισθητικά είναι περίεργο, πολιτισμικά παραπέμπει σε ξένη κατάκτηση, ξένη παρουσία [οπτικά πάντα, δεν λέω ότι οι φθόγγοι αυτοί είναι προϊόν ξένης παρουσίας, αυτό είναι ανυπόστατο, ή τουλάχιστον πρέπει να αποδειχθεί], οπότε κτυπάνε άσχημα. Τα καπελάκια ήταν δύσκολα στην παραδοσιακή τυπογραφία, δεν ξέρω τώρα τι γίνεται με τις γραμματοσειρές που βγαίνουν. Το να χρησιμοποιείς μόνο ελληνικούς χαρακτήρες υποτίθεται ότι είναι το πιο αποδεχτό, εύκολο, καλαίσθητο, για όσους αισθάνονται έντονα τους δεσμούς με τον υπόλοιπο ελληνόφωνο κόσμο, αλλά δημιουργούνται διάφορα τεχνικά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να λυθούν με κάποιες αυθαίρετες αποφάσεις. Δηλαδή, πώς θα μπορέσεις να ξεχωρίσεις το ‘σ’ από το ‘σ’ [‘σιι’…]. Πώς θα γίνει αν το διαβάσει κανείς με άλλο τρόπο;

Από την άλλη μεριά, ξέρουμε ότι στην ορθογραφία δεν μπορείς να τα σημειώνεις όλα και ενδεχομένως εκεί θα βασιστείς στο ότι ο φυσικός ομιλητής της κυπριακής ξέρει πώς προφέρεται το καθετί. Υπάρχουν άνθρωποι στο Πανεπιστήμιο Κύπρου που ασχολούνται με τα κυπριακά σε βάθος και για χρόνια. Υπάρχουν φιλόλογοι που έχουν μελετήσει την κυπριακή γραμματεία.

Αν ενδιαφέρεται κάποιος φορέας, ενδεχομένως το ίδιο το υπουργείο, και να καταλήξουν σε μια τυποποίηση της ορθογραφίας, θα ήταν καλό για πολιτισμικούς λόγους γιατί όσο αφήνουμε ατυποποίητη την ορθογραφία της κυπριακής, τόσο περισσότερο θα γράφεται με greeklish. Κι αυτό νομίζω πως γίνεται πια. Είναι κι αυτό, φυσικά, μια επιλογή. Το θέμα είναι αν ο κυπριακός λαός θέλει αυτή την επιλογή. Δηλαδή να γράφει τη μητρική του ποικιλία στο λατινικό αλφάβητο.

Υπήρξε πάντως ‘γλωσσικό ζήτημα’ στην Κύπρο γιατί πολλοί φοβούνται την τυποποίηση της κυπριακής.

Φοβούνται τι; Ότι θα της δώσουν στάτους ως γλώσσας; Αυτό έχει να κάνει με τους νόμους, το Σύνταγμα, το κράτος, κάποιες πραγματικότητες. Θα το πω αλλιώς: δεν είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο η Κύπρος στην οποία άλλη γλωσσική ποικιλία ομιλείται καθημερινά και άλλη χρησιμοποιείται επισήμως. Η Αυστρία, για παράδειγμα. Τα γερμανικά που μιλάνε μεταξύ τους οι Αυστριακοί δεν έχουν καμιά σχέση με τα γερμανικά που γράφουν και χρησιμοποιούν για επίσημες λειτουργίες του κράτους. Αυτό δεν έχει δημιουργήσει κάποιο πρόβλημα στην Αυστρία. Είναι όλα θέμα πολιτικής νομίζω.

Στα σχολεία της Κύπρου δεν δίνεται πια τόση σημασία στο πώς γράφονται οι λέξεις κι αναρωτιέμαι αν έχουν τελικά δίκαιο.

Υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα εδώ πέρα και είναι το εξής: υποτίθεται ότι για χρόνια -έβγαιναν μάλιστα και εγκύκλιοι του υπουργείου- απαγορευόταν η χρήση των κυπριακών στα σχολεία. ‘Απαγορευόταν’, όχι ‘δεν ενθαρρυνόταν’. Με τα νέα αναλυτικά προγράμματα έγινε μια προσπάθεια να διδάξουμε εγγραμματισμό στην κοινή ελληνική, χρησιμοποιώντας την κυπριακή αντιθετικά, συγκριτικά [αυτό γίνεται σε πολλές χώρες του κόσμου και βοηθάει] γιατί αν κάποιος μπορεί να καταλάβει τι είναι κυπριακό και τι ‘καλαμαρίστικο’, μπορεί να ξέρει μετά να χρησιμοποιήσει αυτό που θέλει, τον τύπο της κοινής, εκεί όπου χρειάζεται. Αυτή η προσπάθεια, όπως ξέρουμε, σαμποταρίστηκε και νομίζω πως πλέον έχει τελειώσει.

Το υπουργείο έχει επισήμως αναστείλει τα αναλυτικά προγράμματα στη γλώσσα και τώρα είμαστε στο κενό. Είναι μια πολιτική επιλογή να διδάξεις μόνο την κοινή νεοελληνική στο σχολείο. Το θέμα είναι ότι, πρώτον πρέπει να το κάνεις καλά. Και κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Δεύτερον, πρέπει να το κάνεις διαφορετικά απ’ όπως γίνεται στην Ελλάδα γιατί η κοινή ελληνική δεν είναι η μητρική ποικιλία της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελληνοκυπρίων κι εκεί ακριβώς στόχευε η συγκριτική διδασκαλία της. Και τρίτον, πρέπει να το κάνεις με στόχευση. Γιατί θέλεις να διδάξεις την κοινή ελληνική; Η απάντηση είναι προφανής: γιατί είναι η επίσημη γλώσσα του κράτους, γιατί σε κρατάει ενωμένο επικοινωνιακά με τον υπόλοιπο ελληνόφωνο κόσμο. Βεβαίως και θέλεις, και καλά κάνεις και θέλεις. Το ζήτημα όμως είναι ότι αυτό πρέπει να είναι σαφές σαν διδακτικός στόχος για να μπορούν να σχεδιαστούν αναλόγως τα προγράμματα διδασκαλίας, το υλικό κλπ.Το να παίρνεις τα βιβλία από την Ελλάδα, όπου μεγάλο μέρος του πληθυσμού, όχι όλοι, έχουν την κοινή νεοελληνική ως τη μητρική τους ποικιλία, και να περιμένεις ότι μ’ αυτά θα διδάξεις εγγραμματισμό στα παιδιά στην Κύπρο, είναι προβληματικό. Και φαίνεται στην πράξη ότι είναι προβληματικό.

Ενισχύεται η γλώσσα μέσα από την ανάγνωση;

Εδώ πέρα πρέπει να ξεχωρίσουμε την εξωτερική από την εσωτερική γλώσσα. Η εσωτερική γλώσσα είναι αυτή που έχουν οι φυσικοί ομιλητές, αυτή που κατακτούν ως παιδιά και εφόσον δεν υπάρχει κάποιο τραυματικό γεγονός, όπου τους απαγορεύεται να μιλούν τη γλώσσα τους και λένε ότι την ‘ξεχνάνε’, τότε αυτή είναι η μητρική γλώσσα και είναι εκεί, δεν πάει πουθενά. Όσον αφορά τη γλώσσα ως κοινωνικό γεγονός, ως πολιτισμική αξία -αυτή είναι η εξωτερική γλώσσα- το να έχει γραπτή μορφή, φυσικά και την καταξιώνει στις κοινωνίες της γραφής, στον σημερινό κόσμο όπου η γραπτή επικοινωνία κυριαρχεί. Μάλιστα, για δεκαετίες ο κόσμος έλεγε ότι πέθανε ο γραπτός λόγος αλλά βλέπετε τώρα με το ίντερνετ πως όχι μόνο επιστρέφει ο γραπτός λόγος, αλλά επιστρέφει με πολλή δύναμη. Τι είναι το ίντερνετ; Είναι μια τηλεόραση που μεταδίδει κείμενα, όπως έλεγε και ένας φίλος. Και βίντεο, και εικόνες αλλά κυρίως κείμενα. Νομίζω πως είναι σημαντικό για μια γλωσσική ποικιλία η οποία έχει ιστορία, και μάλιστα πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία -μην ξεχνάτε ότι μερικά από τα πρώτα νεοελληνικά γραπτά μνημεία είναι στα κυπριακά- θα ήταν καλό, επαναλαμβάνω, να γράφεται. Και αν το επιθυμεί η κοινωνία, να έχει μια τυποποιημένη μορφή, έτσι ώστε να είναι πιο εύκολη η γραφική ανάγνωσή της.

Στο διαδίκτυο ο γραπτός λόγος επιστρέφει άναρχα με τα greeklish και τις συντομογραφίες;

Οι συντομογραφίες πάντα υπήρχαν και ήδη στα βυζαντινά χειρόγραφα. Επειδή οι άνθρωποι αντέγραφαν με το χέρι και τους έβγαινε η ψυχή να γράφουν ολόκληρες λέξεις, εκείνες που χρησιμοποιούνταν σε μεγάλη συχνότητα, γίνονταν όλες συντομογραφίες.

Οι συντομογραφίες δεν είναι πρόβλημα στο ίντερνετ. Η αναρχία επίσης δεν είναι πρόβλημα.

Αυτό που είναι πρόβλημα είναι κατά πόσο θα κρατήσουμε τη δυνατότητα να γράφουμε με το χέρι. Κάτι το οποίο δεν έχει να κάνει με τη γλώσσα. Ακόμη και άνθρωποι που γράφουμε επί δεκαετίες με το χέρι, δυσκολευόμαστε σήμερα. Αυτό δεν έχει να κάνει με τη γλώσσα, αλλά με το ότι χρησιμοποιούμε πληκτρολόγια.

Ένα δεύτερο θέμα είναι ότι τα greeklish στο διαδίκτυο συνήθως χρησιμοποιούνται για σύντομα κείμενα. Δηλαδή για τουίτ, για σχολιάκια στο facebook, σε κάποια fora κλπ. Αν κάποιος θέλει να ανεβάσει κάποιο κείμενο πάνω από δύο παραγράφους, ακόμα κι αν είναι πιτσιρικάς ή πιτσιρίκα, δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσει greeklish, συνήθως. Φαίνεται να υπάρχει ένας διαχωρισμός στις λειτουργίες. Είναι όπως όταν στέλνανε τηλεγραφήματα παλιά και χρησιμοποιούσαν μόνο τις λέξεις που είχαν περιεχόμενο, για να πληρώνουν λιγότερο. Δηλαδή δεν θα έγραφε κανείς ‘Θα σε περιμένω στο σταθμό αύριο’ αλλά ‘Περιμένω σταθμό αύριο’.

Δημιουργούνται νέες πραγματικότητες, δημιουργούνται ενδεχομένως και κάποια προβλήματα αλλά αντί να ξεκινάμε από την παραδοχή ότι έρχεται η καταστροφή, πρέπει να ξεκινήσουμε από τη σκέψη για το τι είδους νέες συνθήκες δημιουργούνται.

Σκεφτείτε το εξής: τα greeklish χρησιμοποιούνται και από ανθρώπους οι οποίοι υπό κανονικές συνθήκες, πριν την ύπαρξη του ίντερνετ, δεν θα γράφανε ποτέ τίποτα. Αυτό ισχύει για τα γραπτά μηνύματα στα κινητά. Αν χρησιμοποιούν τρομακτικά ανορθόγραφα ελληνικά ή greeklish, είναι ένα θέμα αλλά πάντα πρέπει να βλέπουμε ποιος γράφει, για ποιο σκοπό γράφει, μέσα σε ποια συμφραζόμενα κλπ.

Πώς διαδίδεται, ιδιαίτερα ανάμεσα στα παιδιά, τόσο εύκολα και γρήγορα η αργκό;

Η διάδοση διαλεκτικών τύπων ή και καινούργιας αργκό είναι πολύ πιο γρήγορη λόγω του ίντερνετ. Διότι πια το κεντρικό δίκτυο στο οποίο κινείσαι δεν είναι οι άνθρωποι που βλέπεις πρόσωπο με πρόσωπο αλλά οι άνθρωποι με τους οποίους επικοινωνείς διαδικτυακά και αυτοί μπορεί να είναι οπουδήποτε ή και να είναι πολύ περισσότεροι. Νομίζω πως αυτό θα ήταν πολύ ενδιαφέρον: πώς η πιο πυκνή και εκτενής δικτύωση βοηθάει στη μετάδοση των καινούργιων διαλεκτικών χαρακτηριστικών.

Αυτό που πρέπει να έχουμε πάντα κατά νουν είναι ότι μιλάμε τη γλώσσα των ομοίων μας, όχι των γονιών μας. Δηλαδή όλα τα παιδιά χρησιμοποιούν τη διάλεκτο των άλλων παιδιών και μάλιστα σε μια ηλικία μεταξύ 2 και 6 ετών, ή 8 αναλόγως. Γι’ αυτό άλλωστε τα παιδάκια των μεταναστών, αν πάνε σε σχολεία της χώρας υποδοχής, μιλάνε την γλώσσα της χώρας υποδοχής. Φαντάζομαι πως αν σε αυτό βάλεις τη δυνατότητα να έχεις αυξημένη επικοινωνία με ανθρώπους πιο μακριά και πολύ περισσότερους ανθρώπους, τότε αυτό βοηθάει την υιοθέτηση μιας αργκό. Το ενδιαφέρον με τις αργκό είναι πως δεν είναι κάτι που μένει. Υπάρχουνε μόδες. Παραδείγματος χάρη, την εποχή του πατέρα μου, τον προηγούμενο αιώνα, η έκφραση ήταν ‘σκίζει χασέδες’, από το οποίο έμεινε το ‘σκίζει’. Το ότι κάποιος μιλά μια αργκό στα 20 και στα 30, δεν σημαίνει ότι θα μιλά έτσι για πάντα.

 

ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

«Ανάμεσα στα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα είναι και η κατοχύρωση γλωσσικών δικαιωμάτων γιατί η αφοσίωση σ’ ένα τόπο περνά από την αποδοχή της γλώσσας του κάθε πολίτη». Εξηγήστε μας αυτή την θέση.

Αυτό είναι ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο του βιβλίου όπου μιλάω για τη Βαρκελώνη και τη διγλωσσία στην περιφέρεια της Καταλονίας. Το απόσπασμα είναι σαφές. Βέβαια, σε μια εποχή που τα ανθρώπινα δικαιώματα πάνε περίπατο στο όνομα πραγματικών ή καθόλου πραγματικών αναγκαιοτήτων, δεν ξέρω πόσο νόημα έχει να μιλάει κανείς για επέκταση του χώρου των δικαιωμάτων. Απ’την άλλη, είναι υποχρέωσή μας να προσπαθούμε να επεκτείνουμε τον χώρο των ελευθεριών και των δικαιωμάτων. Και νομίζω είναι σημαντικό να ζω σε μια χώρα η οποία αποδέχεται τη γλώσσα που μιλάω και την καλλιεργεί, ιδίως αν δεν είμαι μετανάστης πρώτης ή δεύτερης γενιάς αλλά αν είμαι ένας άνθρωπος ο οποίος ανήκει σε μια κοινότητα που είναι 200-300 χρόνια.

Αυτό γιατί είναι σημαντικό; Είχα μια συζήτηση κάποτε όπου μου λέχθηκε ότι τα τούρκικα δεν μπορεί να είναι γλώσσα της Κύπρου γιατί οι πρώτοι Τούρκοι έφτασαν στην Κύπρο το 1570. Αυτό είναι ένα επιχείρημα ανάλογο με το ‘τα αγγλικά δεν μπορούν να είναι η γλώσσα της Αμερικής γιατί οι πρώτοι αγγλόφωνοι έφτασαν στις ΗΠΑ τον 17ο αιώνα’. Περίπου 100 χρόνια μετά τους Τούρκους στην Κύπρο. Από τη στιγμή που μια γλωσσική κοινότητα είναι μια και δυο και τρεις γενιές σε ένα τόπο, πρέπει να έχει γλωσσικά δικαιώματα. Αυτό περιλαμβάνει όλες τις μειονότητες, όπως τις αντιλαμβανόμαστε παραδοσιακά, και πιστεύω οποιαδήποτε άλλη κοινότητα η οποία προέρχεται από μετανάστευση και η οποία είναι περισσότερο από μία και δύο γενιές σε έναν τόπο. Εθνικά κράτη όπως είναι η Γαλλία, που είναι το πρότυπο εθνικού κράτους στο οποίο είναι οικοδομημένη η Ελλάδα -στην Κύπρο τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά- έχουν χρόνια αμηχανία απέναντι στα γλωσσικά δικαιώματα γιατί θεωρούν ότι διαβρώνεται έτσι η εθνική ενότητα. Η εθνική ενότητα χτίζεται πάνω στη λογική ‘ένα έθνος, μία γλώσσα’ που είναι επινόηση των Ευρωπαίων. Η μονογλωσσία ως νορμάλ κατάσταση είναι μια εξαίρεση που υπάρχει μόνο στα εθνικά κράτη της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής σε μικρότερο βαθμό. Αν είμαι Βρεττόνος που ζει στη Βρεττάνη και μιλώ την παραδοσιακή γλώσσα της Βρεττάνης, είναι σημείο αξιοπρέπειας, νομίζω, να μπορώ να βλέπω πινακίδες της μητρικής μου γλώσσας στον τόπο όπου ζω, πέρα από τις γαλλικές πινακίδες. Στην Ελλάδα, οι μειονοτικές γλώσσες έχουν υποστεί τα πάνδεινα και δεδομένης της κατάστασης στη χώρα, δεν νομίζω ότι θα έχουμε τέτοιου είδους πρωτοβουλίες, δηλαδή για τα γλωσσικά δικαιώματα γλωσσικών μειονοτήτων. Στην Κύπρο, θυμάμαι τα χρήματα ήταν σε τρεις γλώσσες, στις δύο επίσημες και του αποικιοκράτη. Τουλάχιστον συνταγματικά, είναι κατοχυρωμένες οι δύο επίσημες γλώσσες.

Θα μπορούσε να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η τουρκική γλώσσα στην Κύπρο;

Πριν ενισχυθεί η τουρκική γλώσσα στο νότιο κομμάτι της Κύπρου, το βασικό είναι να επιλυθούν άλλα προβλήματα. Δεν νομίζω ότι το ζήτημα τώρα είναι να πάμε στη Λεμεσό και να βάλουμε μια πινακίδα στα τούρκικα. Όχι επειδή δεν έχει Τούρκους η Λεμεσός, όχι επειδή δεν είναι επίσημη γλώσσα αλλά είναι άλλες οι προτεραιότητες.

Η χρήση της κυπριακής θεωρείτε ότι έχει πολεμηθεί επειδή πολλοί κύκλοι στην Κύπρο ενισχύουν την ιδέα του ‘ένα έθνος, μία γλώσσα’;

Φυσικά. Και είναι διπλή η παρανόηση: δηλαδή, τι εννοούμε όταν λέμε γλώσσα, μιλώντας με όρους πολιτισμικούς, ιστορικούς, πολιτιστικούς; Εννοείται ότι η κυπριακή είναι κομμάτι της ελληνικής γλώσσας, είναι μια ελληνική γλωσσική ποικιλία. Αλλά αυτό δεν το αντιλαμβάνονται αυτοί οι κύκλοι. Δεν θέλουν να το αντιληφθούν. Με επιχειρήματα κωμικά. Και δεν είναι απαραίτητη η μονογλωσσία για να ανήκεις σε μια εθνική ομάδα. Ακόμα κι αν θεωρήσεις ότι τα κυπριακά είναι μια γλώσσα, δεν νομίζω ότι θα υπήρχε θέμα γιατί η αρχή του 19ου αιώνα ‘ένα έθνος, μία γλώσσα’ είναι τεχνητή, είναι τυραννική και ανέφικτη. Ακόμα και σε μια χώρα όπως η Γαλλία, η διαλεκτική διαφοροποίηση μέσα στη χώρα, είναι τεράστια. Αυτή είναι η φυσική κατάσταση των πραγμάτων.

Έχει, πάντως, η γλώσσα τη δύναμη να διχάζει;

Φυσικά, εννοείται. Μετά τους ιστορικούς, τα περισσότερα προβλήματα πολιτικού-ιστορικού χαρακτήρα, τα έχουμε εμείς οι γλωσσολόγοι. Υπάρχει μια περίφημη δήλωση στην εφημερίδα κάποιου διδάσκοντος σε πανεπιστήμιο της Ελλάδας με αφορμή την πρόσφατη κωμική διαμάχη για τα φωνήεντα, ότι ‘δεν μας ενδιαφέρει η επιστημονική αλήθεια, μας ενδιαφέρει αυτό το οποίο είναι εθνικώς ωφέλιμο’.
Αυτό σαν δήλωση, σταματάει οποιαδήποτε συζήτηση αλλά ανοίγει μια άλλη: Τι είναι εθνικώς ωφέλιμο; Τι είναι το έθνος; Μια συλλογική πλάνη που συγκρατεί τον κόσμο μαντρωμένο και στοχοπροσηλωμένο; Και αν ναι, στοχοπροσηλωμένο προς ποια κατεύθυνση;

+ Το βιβλίο «Μίλα μου για γλώσσα» διατίθεται στα βιβλιοπωλεία Πάργα, Σολώνειον και Κυριάκου και διαδικτυακά.

ΠΑΡΑΘΥΡΟ | ΠΟΛΙΤΗΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ©ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ | ΠΑΡΑΘΥΡΟ | ΠΟΛΙΤΗΣ

You May Also Like

Παυλίνα Παρασκευαΐδου & Basak Senova /Παράδοξη επιβίβαση

10.4.2011 Η Παυλίνα Παρασκευαΐδου και η Basak Senova προτείνουν μια επιβίβαση στο αεροδρόμιο Λευκωσίας ...

Τζέφρυ Ευγενίδης : Μια υγιής κοινωνία χρειάζεται πεπαιδευμένους πολίτες

Πώς βλέπει ένας συγγραφέας τον κόσμο σήμερα και τους πολίτες απέναντι στις διαιρέσεις και ...

Ρεμπέτικο στη θεωρία και στην πράξη

Μιλώντας με τον Ευγένιο Βούλγαρη, συνονόματο του διαπρεπούς στοχαστή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και μεταφραστή ...

Ιφιγένεια Εν Αυλίδι στην Πράσινη Γραμμή|Απελευθέρωση από τα «πρέπει» μιας τραγωδίας

  «Η ιστορία είναι μια σειρά από συμφωνημένα ψέματα» είχε πει ο Ναπολέων Βοναπάρτης ...

IBRAHIM FERRER JR: «Θα τραγουδώ μέχρι θανάτου»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως «Μικρός λάτρευα να πηγαίνω σε παραστάσεις με τον πατέρα μου. ...

Χαράλαμπος Μαργαρίτης : «Σκοπός είναι το αντάμωμα»

Συνέντευξη στον Παύλο Νεοφύτου/Φωτογραφία Νικόλας Ιορδάνους “Το Κέντρο Τεχνών Κίμωνος δεν προσκομίζει τίποτα νέο, ...

X