Εξομολογήσεις ενός αστικού καναρινιού

Γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου [ioannou.mari@gmail.com] | Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή [marinayerali@gmail.com]

«Δεν ήταν ποτέ έτσι. Πραγματικά δεν ήταν. Εκείνη η πόρτα φταίει που κοιτάζει κατάματα. Μια νύχτα χωρίς αστέρια τιτίβισε όπως πάντα. Εκείνη την άνοιξε με ανέκφραστη χαρά. Η πόρτα δεν πόνεσε καθόλου [τα ψεύτικα πουλιά δε νιώθουν]. Ο πατέρας του παιδιού εμφανίστηκε με μια αδύναμη σκιά να τον ακολουθεί. Η σιλουέτα μαχόταν να ξεφύγει απ’ αυτόν χωρίς όμως αποτέλεσμα. Για μια σύντομη στιγμή, νόμισα πως η σκιά ήταν αυτή που τον τραβολογούσε κι όχι το αντίθετο. Αλλά, εντάξει, εγώ αξίζω μόνο δεκαπέντε ευρώ μαζί μ’ ένα πλαστικό κλουβί, μη μ’ ακούς εμένα. Αυτός λοιπόν [μαζί με τον πιο αδύναμο του εαυτό] ψιθύρισε δισταχτικά κάτι στο δεξί της αφτί. Εκείνη πάγωσε για μήνες. Μέχρι τη στιγμή που αποφάσισε να ξανακουνηθεί, εγώ μέτρησα ένα τυχαίο τροχαίο, τη σύλληψη ενός τσαντάκια, δεκαέξι φιλιά με γλώσσα και δύο πυροβολημένα περιστέρια.

Το λιωμένο κερί στο σταχτί τραπεζάκι έμοιαζε πολύ πιο ανθρώπινο και ζωντανό από την ίδια. Τη νύχτα που έγινε το συμβάν, γονάτισε στο πάτωμα, σκίζοντας τα φτερά της σε κομμάτια, τραβώντας τα κατσαρά της μαλλιά και δαγκώνοντας τον εαυτό της σαν πληγωμένο αρπακτικό. Τα μάτια της έσταζαν διάφανες σταγόνες σαν όξινη βροχή. Η τελευταία σταγόνα πέρασε ξυστά από το πορτοκαλί ράμφος μου. Η οξύτητά της σχεδόν έκαψε την άκρη ενός φτερού.

Το κατάλαβα [και μην τολμήσεις να πεις πως δεν έχω συναισθήματα]. Κάτι είχε χαθεί για πάντα. Το γνώριζα εκείνο το συναίσθημα. Είχα κι εγώ ζήσει την απώλεια στη ζωή μου με τρόπους που δεν μπορείς να φανταστείς. Χρειάστηκε να προσαρμόσω τις ανάγκες μου σε μια λιγότερο εντυπωσιακή θέα από ψηλά, μια μηδαμινή αίσθηση χώρου και μια σπάνια μορφή κατάθλιψης [αυτή που ταλανίζει αστικά ιπτάμενα υποκείμενα σαν κι εμένα].

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που τα τσιγάρα στοιβάζονταν και η όξινη βροχή πλημμύριζε τον χώρο, το μικρό αγόρι συνέχιζε να παίζει με τη συλλογή του από σπιρτόκουτα, τακτοποιώντας κάθε κουτάκι στη σειρά, σχηματίζοντας με τα χείλη του άφωνους ήχους τρένου κι οδηγώντας εκείνο το μακρύ επιβατικό τρένο για ώρες, επιβάτης κι αυτός, όπως κι η μάνα του. Ξυλάκια ανέβαιναν και κατέβαιναν απ’ τα βαγόνια, ξένοι έμπαιναν κι έβγαιναν απ΄ το σπίτι στα κρυφά, σαν κλέφτες.

Το μικρό αγόρι κάνει τσίου τσίου κι αυτό λες κι έχει βγει από αβγό αλλά μ’ έναν διαφορετικό τρόπο. Κάθε λίγο και λιγάκι η απελπισμένη μάνα τεντώνει τα ταλαιπωρημένα της φτερά προσπαθώντας να του μιλήσει, δημιουργώντας περίεργα σχήματα με τα χέρια της που μοιάζουν με δέντρα. Τα σπίρτα μετακινούνται από τη μια άκρη στην άλλη, σαν ναυαγοί χαμένοι στους τροπικούς όγκους ενός ανύπαρκτου χάρτη. Ο ήχος τους μου θυμίζει τη μουσική που κάνουν τα φύλλα, όταν ο άνεμος χαϊδεύει τις υφές τους.

Μερικές φορές νιώθω πως μπορώ να κλάψω όπως κι εκείνη. Κάθε φτερό του σώματός μου γίνεται ατσάλινη βελόνα, εισβάλλει στους πόρους του κεφαλιού μου και με κάνει να χάνω το μυαλό μου σαν εκείνα τα μικροσκοπικά αυτοκίνητα εκεί κάτω. Ξέρεις… ζηλεύω… [εκείνους τους δυο, όχι τ’ αυτοκίνητα]. Τον τρόπο που κοιτάζουν μέσα και όχι έξω. Ο ένας μέσα τον άλλο. Είναι λες και μια πρωτόγονη μορφή στοργής βγαίνει στην επιφάνεια, εισχωρώντας στο κλουβί μου και κάνοντάς με να νιώσω ελεύθερο πουλί ξανά κι ελαφρύ, απίστευτα ελαφρύ.

Μια μέρα θυμάμαι άκουσα κραυγές ζούγκλας από το μπάνιο με τους ατμούς. Πρόσεξα και κόκκινους λεκέδες ασυνήθιστων σχημάτων στο χαλί. Εκείνη η ξύλινη πόρτα φταίει, που τους αφήνει όλους να μπαίνουν και να βγαίνουν όποτε τους καπνίσει, κι ο άλλος φταίει, φταίει πολύ, που έφυγε και άφησε το μικρό αγόρι και τη μάνα του. Εγώ ποτέ δεν τραγουδώ όταν ένας καινούργιος μπαίνει στο σπίτι. Οι λεκέδες στο χαλί αλλάζουν χρώματα. Το σώμα της αποκτά μώλωπες που έχουν το χρώμα ηφαιστείου. Κι όμως, το μικρό αγόρι είναι γαλήνιο, τίποτα δεν το αγγίζει, ανάβει τα σπίρτα του κι εκεί που νομίζεις πως θα βάλει φωτιά στις κουρτίνες να μας κάψει όλους να τελειώνουμε, δεν το κάνει, ποτέ. Απλά συνεχίζει να παίζει με τα σπιρτόκουτά του, διώχνοντας τον εαυτό του μακριά από τα στενά πλαίσια αυτού του υγρού δωματίου, παίρνοντας κι εμένα μαζί.

Μου πήρε αρκετό καιρό να καταλάβω πως το παιδί είναι διαφορετικό. Πέρασαν μήνες μέχρι να συνειδητοποιήσω [ναι, και τα πουλιά έχουν αυτή την εγκεφαλική ιδιότητα] πως το μικρό αγόρι δεν μπορεί ούτε να ακούσει ούτε να μιλήσει, ίσως το θύμα της άσωτης ζωής της μάνας του, μπορεί κι η τιμωρία της.

Ευτυχώς που το αγόρι δεν μπορεί ν’ ακούσει.

Είναι ήδη μεσάνυχτα. Το ψεύτικο πουλί θα τιτιβίσει πάλι κι ένας ακόμη άνδρας με πρόσωπο κορακιού θα μπει από την πόρτα, στην ώρα του, πάντα στην ώρα του…» .

 

 

You May Also Like

ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΙΞΗΣ / ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ: 3 bonsai

Γράφει ο Γιώργος Χαριτωνίδης / Εικονογραφεί η Μαρία Τριλλίδου 1. Πρώτη φορά θα έπαιρνα ...

Λέξεις

Γράφει η Ερατώ Ιωάννου-Μουστάκα | Εικονογραφεί η Δέσπω Αντωνίου Έχω οδηγίες να αναφερθώ στο ...

Αλτ τίς εί;

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου / ioannou.mari@gmail.com | εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή / marinayerali@gmail.com ...

Οι πετσέτες ανεμίζουν*

Η κυρία Δώρα μόλις έχει γυρίσει από το νοσοκομείο. Η λευχαιμία παραμένει σταθερή. Όχι ...

Η επομένη μέρα

Γράφει ο Κώστας Πατίνιος | Εικόνα Πόλα Χατζήπαπα Είναι ένα από τα θέματα που ...

Bang Bang με σκότωσες!

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου / ioannou.mari@gmail.com ΚΙ ΕΤΡΕΞΑΝ όλοι. Μηδενός εξαιρουμένου. Με χείλη ...

X