γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου – ioannou.mari@gmail.com/ εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή

Τον εγκατέλειψε αιμόφυρτο στο πάτωμα κι άφησε την εξώπορτα να την καταπιεί. Άρχισε να τρέχει στον δρόμο, νιώθοντας το ψυχρό σκοτάδι να γδέρνει τη σάρκα της. Έτρεχε ξυπόλητη μέσα στο μαύρο και το μαύρο δεν έλεγε να τελειώσει. Είδε ξανά το ματωμένο πρόσωπό του μπροστά της κι όρμησε ακόμη πιο γρήγορα προς αυτό, σαν ταύρος που βουτά στο κόκκινο ακαριαία. Σε κάποιο γειτονικό σπίτι ακόμη χόρευαν σάμπα. Χαρτοπόλεμος, αφρός ξυρίσματος, βρομιά και αλκοόλ – ένα γλοιώδες κατάλοιπο της μεγάλης καρναβαλίστικης παρέλασης – κολλούσε αηδιαστικά στις γυμνές της πατούσες. Δεν ήξερε πως οι άνθρωποι σκοτώνουν ανθρώπους απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Δε θεώρησε ποτέ πως ήταν φτιαγμένη από μια τέτοια πάστα ανθρώπου. Για μια στιγμή θυμήθηκε τους εγκληματίες που εκτελούν στην Αμερική. Τώρα, αυτή θα μπορούσε να κάθεται σε μια τέτοια καρέκλα, σ’ αυτήν θα χορηγούσαν με ένεση εκείνο το μοιραίο κοκτέιλ χημικών, την οικογένειά του από την Πολωνία να τη φτύνει θα αντίκριζε λίγα δευτερόλεπτα πριν αφήσει την τελευταία της πνοή. Είχε όμως άραγε οικογένεια; Δεν της μίλησε ποτέ για άνθρωπο. Μόνο για το ποτό. Όλοι στη γειτονιά νόμιζαν πως ήταν ζευγάρι, γιατί όταν αυτός μεθούσε την έστελνε με κατάρες να πάει να γαμηθεί με τον άλλο, τον άλλο που δεν υπήρχε πουθενά αλλού παρά μόνο στην αρρωστημένη του φαντασία, και μετά έσπαγε καρέκλες, τη χτύπαγε με το μπουκάλι, το τούβλο, τη σκούπα, την κονσέρβα, μια σερπαντίνα, ένα κουτάλι πλαστικό, με ό,τι έβρισκε τη χτύπαγε, θα μπορούσε να την είχε σκοτώσει πρώτος άπειρες φορές. Γιατί να νιώθει τύψεις; Γιατί να νιώθει τύψεις; Γιατί να νιώθει; Τον εαυτό της προστάτεψε. Αυτοάμυνα ήταν. Άλλωστε κανείς δεν θα πίστευε πως ήταν ποτέ ικανή για κάτι τέτοιο. Δεν γίνονταν αυτά τα πράγματα. Μια Φιλιππινέζα έκανε πεζοδρόμιο, καθάριζε σπίτια, έκλεβε χρυσαφικά, έκανε πικνίκ, φορούσε καπέλο του Μίκυ ή λαγουδίσια αφτιά αλλά να σκοτώσει; Ποτέ. Του νοίκιαζε το διπλανό δωμάτιο για να κερδίζει λίγο περισσότερα χρήματα, και κάποτε του καθάριζε κιόλας. Mόνο τσακώνονταν στην αρχή, σαν τα γατιά, και μετά άγρια, σαν κτήνη, όμως αυτός ήταν το κτήνος, αυτόν βλέπει τώρα ξανά μπροστά της καθώς τρέχει μέσα στο μαύρο. Φορά τη μάσκα του μεθύστακα κι αυτή την τραβά με δύναμη να του τη βγάλει. Μα η μάσκα δεν βγαίνει, έγινε δέρμα του, αυτός είναι η μάσκα. Δεν έπρεπε να το κάνει, δεν ήταν ανάγκη να το κάνει, θα μπορούσε να τηλεφωνήσει για μια ακόμη φορά στην αστυνομία, και κάποιος αστυνομικός θα μπορούσε να έρθει και να τους επιπλήξει, και μετά να επιστρέψει στον αστυνομικό σταθμό, και να παραγγείλει σουβλάκια και να δει τηλεόραση και να μπει σε πορνοσάιτ, κι αυτή μετά από λίγες μέρες θα μπορούσε να ξαναπάρει τηλέφωνο την αστυνομία και να τους το ξαναζητήσει, κι αυτοί θα μπορούσαν να της πουν να περάσει απ’ το τμήμα να κάνει καταγγελία, κι αυτή, ενώ ο άλλος τη δέρνει και την απειλεί, θα μπορούσε να σκεφτεί πως ναι, αύριο θα πάει να κάνει καταγγελία, με τους μώλωπες και τις κοκκινίλες, και θα τη λυπηθούν και θα έρθουν επιτέλους να τον μαζέψουν και θα πάψει να τον φοβάται και θα πάψει να… ΜΠΑΜ!

Ένας οδηγός-πειρατής δεν την είδε κι έχασε τον έλεγχο, χτύπησε πάνω σ’ ένα δέντρο. Τώρα ο οδηγός βγαίνει απ΄ το αυτοκίνητο, τη βλέπει ξυπόλητη με τις πυτζάμες και νομίζει πως ντύθηκε υπνοβάτης, τη βρίζει όμως είναι πίσσα το σκοτάδι, μάλλον δεν πρόσεξε τα σχιστά της μάτια, μπορεί και να τα είδε, δεν είναι σίγουρη, τη βρίζει με επιείκεια, σαν να μην τα είδε, θέλει να του πει συγγνώμη μα η λέξη κολλάει στον ουρανίσκο κι αυτή βήχει να την βγάλει μα η λέξη εκεί, να πίνει το αίμα της σαν βδέλλα, τρέχει κι άλλο αλλά τώρα πια εξουθενωμένη, λαχανιασμένη, τι θα γίνει, τι θα γίνει αν το μάθουν; Όλοι άκουγαν τις φωνές τους αλλά όλοι επίσης έκλειναν τις κουρτίνες τους, κανείς δεν τους συμπαθούσε, κανείς δεν τη βοήθησε όταν την έριχνε στο μπετόν κι ανάμεσα στ’ αγκάθια της αυλής, την είχαν για ναρκομανή, για πόρνη, την είχαν για οτιδήποτε άλλο εκτός από άνθρωπο. Μα αυτή δεν έφταιγε σε τίποτα, αυτό ακριβώς θα πει και στην αστυνομία, αυτό θα πει και καθώς θα κάθεται σ’ εκείνη την καρέκλα του μελλοθάνατου στο Τέξας, ή καθώς θα λιθοβολείται μέχρι θανάτου σε μια ζούγκλα στις Φιλιππίνες. Θα την πιστέψουν; Θα τη συγχωρέσουν ποτέ; Μήπως προλαβαίνει να επιστρέψει; Αν είναι ακόμη ζωντανός; Τον είδε όμως καλά, είχε το χρώμα του νεκρού. Ήταν ντυμένος σκελετός, το αίμα του σαν κόκκινη μπογιά, τίποτα δεν έγινε, αυτό θα πει, τίποτα δεν έγινε. Συνεχίζει να τρέχει. Όλα γύρω της τρέχουν. Χορεύουν ακόμη σε βραζιλιάνικους ρυθμούς. Πέφτει με κρότο στην άκρη του δρόμου. Πιέζει σφιχτά το κεφάλι με τις παλάμες, θα το σπάσει, θα το σπάσει. Κλείνει τ’ αφτιά. Κλείνει και το στόμα. Κλείνοντάς το προσπαθεί να αναπνεύσει. Μια μυστήρια φωνή την καθησυχάζει. Σαν να μιλά ο αέρας, σαν να της λέει πως κανείς δεν θα τον ψάξει, κανείς δεν θα τον βρει. Σα να μιλά ο αέρας, σα να της λέει πως κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν αόρατοι. Ησυχάζει. Δεν ξέρει γιατί. Ησυχάζει. Ξέρει πως και τώρα να πεθάνει, σ’ αυτό το ξέφρενο καρναβαλισμένο κέντρο της γης, κανείς δεν θα γυρίσει, κανείς δεν θα τη δει.

You May Also Like

Ποδηλάτης

“Πρόσεχε πού πατάς!” του είπε με τσιριχτή φωνή η άσφαλτος κι αυτός, στρέφοντας το ...

Η Αφρούλα σε πέλαγος βαθύ

ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΙΞΗΣ | ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ #2 Γράφει ο Αντώνης Γεωργίου/Εικονογραφεί ο Λοΐζος Ολύμπιος Είχε σηκωθεί ...

Ένα παπούτσι γλυκύ παρακαλώ!

“Δεν είναι δυνατόν να χαραμίζουν έτσι εκείνα τα άγρια τριαντάφυλλα του κήπου!”, σκέφτηκα. Θέλω ...

Σύννεφα

Το μωρό ξύπνησε μέσα στη νύχτα. Είχε τα μάτια ανοικτά κι έκλαιγε ασταμάτητα. Της ...

Η Αφρούλα σε πέλαγος βαθύ

Είχε σηκωθεί πρωί-πρωί, τάισε τα παιδιά, τα έδωσε στη μάνα της, έχω κάτι να ...

Πάρτι

Ξεφλουδισμένα κτήρια ξανάδες; Τους σοβάδες να εγκαταλείπουν, πέφτοντας προς τα κάτω. Το μέσα να ...

X