Bang Bang με σκότωσες!

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου / ioannou.mari@gmail.com

ΚΙ ΕΤΡΕΞΑΝ όλοι. Μηδενός εξαιρουμένου. Με χείλη πλημμυρισμένα από σάλιο και δαγκωμένα από την αγωνία τουλάχιστον τρεις φορές. Για να προλάβουν να στείλουν την ευχή τους μ’ εξπρές στον ουρανό μπας και δουν μια άσπρη μέρα. Οι κανόνες ήταν σαφείς. Μια μόνο ευχή γραμμένη με κόκκινο μελάνι σε ανακυκλώσιμο κατά προτίμηση χαρτί. Το χαρτάκι έπρεπε να είναι διπλωμένο τέσσερις φορές ακριβώς και καλά κλειδωμένο στο αλεξίσφαιρο κουτάκι που τους είχε σταλεί, ενώ το κλειδί θα έπρεπε να παραδοθεί στις Αρχές για αποφυγή ευχοκλοπών ή άλλου είδους εγκλημάτων.
Και βιάστηκαν όλοι με τη γλώσσα έξω να γλείφει ασταμάτητα μπας και προχωρήσουν λίγο περισσότερο στη σειρά και μπουν κι αυτοί στη μαγική λίστα των τυχερών. Μοβ, κίτρινα, μπλε, πράσινα, κόκκινα κουτάκια κατέκλυσαν τα κλειστοφοβικά σπίτια και τις στραβομούτσουνες πολυκατοικίες της πόλης. Ευχές ποικίλες. Άλλες ζήτημα ζωής και θανάτου [πράγμα σχετικό], άλλες θέατρο του παραλόγου, μα όλες το ίδιο διψασμένες να φτάσουν ψηλά στα σύννεφα. Και σκούντηξαν και πάτησαν και γρονθοκόπησαν και ενέδωσαν για να περάσουν μπροστά και ίδρωσαν και πονοκεφάλιασαν για να καταλήξουν σε μία μόνο ευχή από τις τόσες. Τα πρόσωπά τους έλαμπαν από έκσταση και στ’ αφτιά τους ηχούσαν ύμνοι και ψαλμοί. Μια ευχή τους θα γινόταν πραγματικότητα! Μπήκαν κι αυτοί στη λίστα των λίγων! Ο ενθουσιασμός ήταν τόσο παραφουσκωμένος που τύφλωνε τα μάτια και ξεχείλιζε από τ’ αφτιά. Τόσο πολύ που επηρέαζε τη μνήμη και την αντίληψή τους, κάνοντάς τους να ξεχνούν τις ανομίες και παρανομίες που τους έδωσαν τελικά μια θέση στη λίστα εκείνη των δικαιούχων.

“Μα εγώ;”
“Πότε;”
“Αποκλείεται!!!”
“Ξένοι είμαστε;”
“No way!”

Τίποτα δεν θυμόντουσαν. Τα ‘χαν όλα ξεχάσει. Έτσι ετοίμασαν τα ποικιλόχρωμα κουτάκια με τις ευχές κλειδώνοντάς τα καλά και τα εκτόξευσαν μέσα σε ακριβούς πυραύλους προς τα πάνω. Τα πρόσωπα τεντώθηκαν από την υπέρμετρη συγκίνηση κι έμειναν με το τσιτωμένο χαμόγελο μέρες, μήνες ολόκληρους μετά τη μεγάλη γιορτή [εξαιρώντας τις ενέσεις botox που κρατούσαν το δέρμα τσιτωμένο έτσι κι αλλιώς]. Μα ο χρόνος περνούσε. Έγινε χρόνια. Το χαμόγελο βαρέθηκε τη χαζοχαρούμενή του στάση και γύρισε από την άλλη. Μπρούμυτα. Μούτρωσε. Η ζωή δυστυχώς συνέχισε να είναι κατά κανόνα ανυπόφορη και περιστασιακά τραγική.

Ώσπου μια μέρα όλα άλλαξαν. Ένας τυχαίος τύπος σκόνταψε σ’ ένα καλά κλειδωμένο λαχανί κουτάκι, στη μέση ακριβώς του δρόμου. Στην επιφάνειά του οι εκδορές και τα μουτζουρώματα δήλωναν πως το κουτί είχε πέσει από ψηλά. Και μάλιστα σφραγισμένο ακόμη. Μέρα παρά μέρα διάφορα κουτιά κατέκλυζαν την πόλη σαν φρεσκοφυτρωμένα λουλούδια στην άσφαλτο.

Συνέχισαν να πέφτουν από ψηλά μέρα νύχτα, απειλώντας κατά διαστήματα τις ζωές των κατοίκων. Άλλα έπεφταν σε ταράτσες ανοίγοντας τρύπες στα ταβάνια κι αποκαλύπτοντας γυμνά αμαρτωλά κορμιά σε άλλων τις κρεβατοκάμαρες. Άλλα προσγειώνονταν στις φρεσκογυαλισμένες φαλάκρες διευθυντικών στελεχών, ενώ άλλα άνοιγαν τρύπες ρίχνοντας ένα με δύο περαστικούς μέσα.

Δεν άντεξαν. Γέμισαν όλοι τα κυνηγετικά και αεροβόλα τους. Αγόρασαν κι άλλα. Δανείστηκαν. Παράγγειλαν από το εξωτερικό. Και ξεκίνησαν.

Μπαγκ Μπουγκ Νταγκ Τουνκ Παπαπαπαπα Τανκ!!!

Ξεκίνησαν να πυροβολούν ασταμάτητα προς τα πάνω ανοίγοντας μαύρες τρύπες στα άσπρα σύννεφα. Στόχος η κάθε πολύχρωμη κουκκίδα που ξεπρόβαλλε από τον ουρανό. Είχαν όλες κριθεί επικίνδυνες. Έπρεπε να εξοντωθούν!

Κάποιες γλύτωναν. Συνέχιζαν να πετούν με περίεργο τρόπο. Άλλες έπεφταν ακόμη γρηγορότερα προς τα κάτω. Κι αυτοί συνέχισαν να πυροβολούν. Μπαγκ. Μπουγκ. Νταγκ!!! Συνέχισαν μέχρι που νύχτωσε και δεν έβλεπαν πια.
Κάποια στιγμή τα κουτιά σταμάτησαν να πέφτουν.
Το πρώτο φως της ημέρας βρήκε έναν οδοκαθαριστή να καθαρίζει εκατοντάδες πλαστικά κομμάτια από την άσφαλτο. Όταν βρήκε το πρώτο δεν καλοκατάλαβε. Νόμισε πως ήταν κι αυτό ένα τυχαίο θύμα ανάμεσα στα θρυμματισμένα ανοιγμένα κουτιά. Ίσως μια σφαίρα να το βρήκε κι αυτό ξαφνικά και να ‘πεσε. Μα μετά βρήκε άλλο ένα κι άλλο ένα κι άλλα πολλά. Ο δρόμος είχε στρωθεί από τα μαδημένα άσπρα φτερά τους. Αναλογούσε ένα για κάθε κουτί. Μέσα σε κάθε κουτί. Και τότε κατάλαβε.

Τα πολύχρωμα κουτιά είχαν επιστρέψει σαν πουλιά.

Κι αυτοί τα σκότωσαν.

Γιατί φοβήθηκαν μήπως τους πέσει κανένα στο κεφάλι και μείνουν στον τόπο.

You May Also Like

Στον κάδο

Σκόνταψα. Ίσα που πρόλαβα την πτώση μου μέσα σε μια μολυσμένη λακκούβα. “Βρομιάρη!”, είπε ...

Η Αφρούλα σε πέλαγος βαθύ

ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΙΞΗΣ | ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ #2 Γράφει ο Αντώνης Γεωργίου/Εικονογραφεί ο Λοΐζος Ολύμπιος Είχε σηκωθεί ...

στο τηγάνι

“Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στο να πληρώνεις μια ιερόδουλη για να σου εκπληρώσει ...

Σε ξένο δοχείο

Γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου – ioannou.mari@gmail.com / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή Η αλήθεια ...

Αεροβάτες

“Δεν είσαι πουλί, γι’ αυτό φοβάσαι”, γράφει με μεγάλα, κεφαλαία γράμματα το τραπεζάκι του ...

Αλτ τίς εί;

Ο νεοσύλλεκτος σκαρφάλωσε την ανηφόρα με απίστευτη ταχύτητα. Σαν να μην ήταν τα πόδια ...

X