γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου, ioannou.mari@gmail.com / εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή, marinayerali@gmail.com

Ξεφλουδισμένα κτήρια ξανάδες; Τους σοβάδες να εγκαταλείπουν, πέφτοντας προς τα κάτω. Το μέσα να ξεπροβάλλει άκομψο και φαγωμένο. Το ίδιο ξεφλουδίζεις κι εσύ, δεν το κατάλαβες; Για κοίτα λίγο. Τράβα το δέρμα, άστο να πέσει κομματιασμένο στα πανάκριβα πλακάκια σου, στους γρανίτες και τα κρυστάλλινα μπιμπελό. Δες το μέσα σου, κι αυτό κομματιασμένο. Έκοψες κι εσύ όπως το γάλα. Όμως έρχεται το κοριτσάκι σου! Με λαμπερό τουτού και face painting! Με καπέλο μυτερό και σερπαντίνες. Γιούπι! Έρχεται το κοριτσάκι σου! Γιούπι! Έρχεται το κοριτσάκι σου! Μαζεύει τα ξεφλουδισμένα κομμάτια δέρματός σου, τα ανακατεύει με τις μικρές της παλάμες, τα κάνει παιδικές σημαίες, τα χρωματίζει, τα πολτοποιεί σαν πλαστελίνη, δοκιμάζει να τα φάει σαν σοκολατάκια, άλλωστε γενέθλιά της είναι, σε λίγο μάλιστα θα λάβει λογιών-λογιών δώρα από το Jumbo και κάρτες απ’ το περίπτερο. Κι εσύ θα σκεπαστείς με το φθηνό φόρεμα από το H&M, θα φορέσεις το χαμόγελό σου -πονάει πολύ να τραβάς τα χείλη πρώτα απ’ τη μια και μετά απ΄ την άλλη, το ξέρω- θα καλωσορίσεις, θα σερβίρεις, θα ταΐσεις, θα τραγουδήσεις δυνατά μέχρι να πεταχτούν οι φλέβες σου ΧΑΠΠΙ ΠΕΡΤΕΪ ΤΤΟΥ ΓΙΟΥ, μέχρι να πεταχτεί το αίμα σου ΧΑΠΠΙ ΠΕΡΤΕΪ ΤΤΟΥ ΓΙΟΥ και μετά θα γυρίσεις το σκουριασμένο σου κεφάλι προς τα πίσω, προς το υπνοδωμάτιό σου, εκεί που θα είναι ακόμη σκοτεινά. Θα με δεις. Θα μου πεις να φύγω. Να πάρω το σημειωματάριό μου και να ξεκουμπιστώ. Εγώ δε θα φεύγω. Θα με απειλήσεις. Εγώ δε θα φεύγω. Θα δοκιμάσεις τα πάντα. Θα με ψεκάσεις ακόμη και με Aroxol. Οι καλεσμένοι σου θα ανησυχήσουν ακούγοντάς με να βήχω. Μετέωροι ανάμεσα στο lava cake και το καλοψημένο σουβλάκι θ’ αρχίσουν να σε ψάχνουν. Και τα παιδάκια, με φούσκες για κεφάλια, θα συνεχίζουν να σκάνε το ένα πάνω στ’ άλλο. Εσύ θα ξεφλουδίζεις κι άλλο, πάνω στα σκεπάσματά σου. Εγώ δε θα φεύγω. Θα μαζεύω τα κομμάτια σου. Θα τα κολλώ στον τοίχο, συνθέτοντας ένα άσπρο-μπεζ πανί. Θα μετατρέπω το μάτι μου σε προβολέα. Θα σου δείχνω πόλεις να καταρρέουν, αυτοκίνητα να καίγονται, ανθρώπους να χάνονται, γατιά να επιπλέουν, εκείνον να σε ψάχνει, να φωνάζει τ’ όνομά σου, κι εσύ όλο και ν’ απομακρύνεσαι, ΤΙ ΠΗΓΕ ΛΑΘΟΣ;, να σε ρωτά χρησιμοποιώντας ντουντούκες και μεγάφωνα, ΤΙ ΚΑΝΑΜΕ ΛΑΘΟΣ; κι εσύ να ξεφλουδίζεις κι άλλο πάνω απ’ το νερό, να βλέπεις το δέρμα σου να επιπλέει σε δόσεις, να σου θυμίζει μαραμένα νούφαρα, χαρτομάντιλα συρρικνωμένα απ’ το κλάμα, να θέλεις πολύ να του απαντήσεις, τόσων χρονών γυναίκα πρέπει να έχεις μια απάντηση, δεν είναι δυνατόν, να πνίγεσαι, να καίγεσαι, να μην μπορείς ν’ αρθρώσεις λέξη!

Να χτυπά το κουδούνι. Το ντριν να σε αποτελειώνει. Να σέρνεσαι προς την πόρτα. Οι καλεσμένοι σου να εκστασιάζονται που σε ξαναβλέπουν. Να σου μιλούν με στόματα μπουκωμένα, να μην καταλαβαίνεις λέξη. Τα παιδιά να τσιρίζουν. Τα παράθυρα να τρίζουν. Να θέλεις να διαολοστείλεις την ομοιοκαταληξία. Ντριν. Ντριν. Μα γιατί σου παίρνει τόση ώρα να μετακινηθείς από το δωμάτιο στην πόρτα; Μήπως φταίει το ξεφλούδισμά σου που σ’ έχει ελαφρύνει; Μήπως σε παίρνει ο άνεμος; Κλείστε το παράθυρο! Κλείστε το παράθυρο! Κανείς δε σ’ ακούει. Με τραβηγμένα τα στόματα δεξιά κι αριστερά όλοι χορεύουν. Κλείστε το παράθυρο! Σ’ ακούει το αγοράκι. Το κλείνει. Πώς το λένε; Πώς το λένε; Ξέχασες και τα ονόματά τους. Ποιοι είναι όλοι αυτοί μέσα στο σπίτι σου; Τσαλαπατούν το χειροποίητο χαλί σου. Σκουπίζουν τα δάχτυλα στους τοίχους σου. Στάζουν λίπος και σοκολάτα. Ντριν. Ντριν. Ντριν. Ντριν. Εσύ να ξεφλουδίζεις κι άλλο, σε αργή κίνηση, φοβάσαι πως μέχρι να φτάσεις το πόμολο θα έχεις εξαφανιστεί.

Το πόμολο μοιάζει με λαιμό. Το στρίβεις. Σαν να τ’ ακούς να στριγγλίζει. Πίσω απ’ την πόρτα τα μεγάλα του μάτια. Θέλεις να του τα ξεριζώσεις! Δεν ξέρεις γιατί. Να μαδήσεις ένα-ένα τα λουλούδια που σας έφερε! Να ξεπουπουλιάσεις τον αρκούδο που κρατά στο χέρι! Όμως βλέπεις την κόρη σου να λάμπει κι έτσι λάμπεις κι εσύ. Λάμπει όλη η Γη, όλη η Γη.

Να μας ζήσει!, σου ψιθυρίζει στ’ αφτί. Σε φιλά στο μάγουλο. Κι εσύ εύχεσαι να μπορούσες να διανύσεις την απόσταση που διαχωρίζει το μάγουλο απ’ το στόμα.
Μα μέχρι να φτάσεις ξανά τα χείλη του, τα δικά σου έχουν ξεφλουδίσει.

You May Also Like

Ο Λάκης ο Τσιάκκος

Την πρώτη φορά που τον γνώρισα είχε χαλάσει το πλυντήριό μου. Μου τον είχε ...

στο τηγάνι

“Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στο να πληρώνεις μια ιερόδουλη για να σου εκπληρώσει ...

Οι πετσέτες ανεμίζουν*

Η κυρία Δώρα μόλις έχει γυρίσει από το νοσοκομείο. Η λευχαιμία παραμένει σταθερή. Όχι ...

Φωνοκιβώτιο

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου / ioannou.mari@gmail.com “Συγγνώμη, λάθος!”, του είπε, κι έκλεισε το ...

Αλτ τίς εί;

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου / ioannou.mari@gmail.com | εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή / marinayerali@gmail.com ...

νύχτα

Τον εγκατέλειψε αιμόφυρτο στο πάτωμα κι άφησε την εξώπορτα να την καταπιεί. Άρχισε να ...

X