ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ : «Ένα αλπούμ ιστορίες»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου

Πολλές ιστορίες που δημιουργούν μια μεγάλη, με 270 φωτογραφίες από οικογενειακά άλμπουμ και άλλες πηγές, με αποκόμματα από εφημερίδες και ιστορίες που έγιναν ή που πλάθει ο ανθρώπινος νους όμως μοιάζουν τόσο δικές – του συγγραφέα και εμάς. Όλα αυτά συνιστούν το νέο βιβλίο του Αντώνη Γεωργίου με τίτλο «Ένα αλπούμ ιστορίες», το οποίο ξεκίνησε να γράφεται ήδη το 2008.

Σημαντικό δείγμα της σύγχρονης λογοτεχνίας της Κύπρου, το πρώτο μυθιστορηματικό έργο του Α. Γεωργίου μετά από μια ποιητική συλλογή, μια συλλογή διηγημάτων και τέσσερα θεατρικά έργα, αποτελεί ένα βήμα για να δούμε τη συγγραφή με μια φρέσκια ματιά, χωρίς αυστηρότητα στη μορφή, χωρίς ‘πρέπει’ ή ‘δεν μπορεί’ και… χωρίς τελείες.

Από ιστορίες μεταναστών μέχρι τα ‘μυλλωμένα’ του Βασίλη Μιχαηλίδη, ξεδιπλώνεις με άναρχο λογοτεχνικό τρόπο την ιστορία της κυπριακής κοινωνίας, τότε και τώρα. Καταρχήν θεωρείς «τολμηρή» την επιλογή μιας λογοτεχνικής γραφής που απέχει από τον συμβατικό τρόπο που όλοι γνωρίζουμε;

Δεν ξεκίνησα με πρόθεση να κάνω κάτι «τολμηρό». Το υλικό, το θέμα, η ιδέα για αυτό το βιβλίο με έσπρωχνε σε μια τέτοια μορφή, «φώναζε» για κάτι τέτοιο. Η δυσκολία ήταν όλο αυτό να γίνει, να στηθεί και να τακτοποιηθεί, να πάρει μια μορφή που να διαβάζεται. Είναι, ίσως, ένας άναρχος τρόπος αλλά ταυτόχρονα έχει μια λογική και τάξη και ας ακούγεται οξύμωρο. Υπήρξε η ιδέα ενός κουβαριού ιστοριών, που η μια να γεννάει την άλλη πάνω σε θέματα διάφορα. Και υπήρχαν και τα άλμπουμ. Συγκεκριμένα αλπούμ οικογενειακά στα οποία συνυπήρχαν παλιές και νέες φωτογραφίες και έπλεκαν άναρχα οι άνθρωποι, οι ηλικίες, οι εποχές. Έτσι ένιωθα πως πρέπει να είναι και το βιβλίο. Να έχει αυτήν τη συνεχή ροή και ταυτόχρονα να είναι ένα ψηφιδωτό. Με πολλές ψηφίδες και μια εικόνα που να δημιουργεί το όλον, αυτό που νομίζω είμαστε όλοι.

Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα ούτε για αυτοβιογραφικό σημείωμα, αν και θα μπορούσε αυτό να ισχύει σε έναν βαθμό. Στο δελτίο Τύπου γίνεται λόγος για ένα μετα-μυθιστόρημα. Πώς εξηγείς τον όρο;

H αλήθεια είναι πως δεν είμαι πολύ υπέρ των διαφόρων «μετά» αλλά και των όρων γενικά, αφού και οι έννοιες αλλάζουν. Δεν είμαι ειδικός αλλά, για παράδειγμα, το μυθιστόρημα του Κούντερα διαφέρει από των κλασικών του είδους ή υπάρχουν συλλογές διηγημάτων ή σπονδυλωτά αφηγήματα που θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα ότι είναι μυθιστορήματα. Για μένα η διαφορά, αν υπάρχει, είναι στην εστίαση που δίνει κάθε είδος: το διήγημα σαν να εστιάζεται σε ένα σημείο ενός μεγάλου πίνακα με έναν τρόπο πιο συμπυκνωμένο ενώ το μυθιστόρημα είναι μια προσπάθεια να καταγραφεί πιο ‘πλατιά’ ένας τόπος, μια κοινωνία, μας παρουσιάζει μια τοιχογραφία ολόκληρη, κάτι που κάνει νομίζω το βιβλίο αυτό. Ο όρος μετα-μυθιστόρημα αντιλαμβάνομαι ότι χρησιμοποιείται για το μυθιστόρημα που συμπεριλαμβάνει και άλλα στοιχεία μη μυθοπλαστικού χαρακτήρα, όπως αποκόμματα από εφημερίδες, ιστορική αφήγηση, επιστολές, φωτογραφίες και άλλα στοιχεία που συνυπάρχουν σε αυτό το βιβλίο.

Διακρίνεται μια ιστορική προοπτική μέσα από την αφήγηση, καθώς σύγχρονα θέματα παρουσιάζονται ως υπαρκτά και στο παρελθόν. Ήταν συνειδητή η επιλογή μιας τέτοιας παράθεσης ή προέκυψε ως χρονικές προεκτάσεις που μας διδάσκουν;

Δεν θα ήθελα να έγραφα κάτι που να διδάσκει. Αν, τώρα, απ’ όσα θα διαβάσει ο αναγνώστης, νιώσει να του γεννιούνται κάποια ερωτήματα, τότε αξίζει τον κόπο. Σε κάποιες περιπτώσεις, η ανάγκη για σύγκριση ανάμεσα σε διάφορες χρονικές περιόδους ήταν έντονη βέβαια. Προέκυπτε από την αφήγηση αλλά μου γεννούσε και εμένα συνειρμούς που μάλλον γεννάει και στον αναγνώστη. Διότι η ιστορία, ως γεγονότα, μοιάζει είτε να επαναλαμβάνεται είτε να ξεχνιέται, είτε να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν. Ακόμα και όταν λέμε ότι διδασκόμαστε από το παρελθόν, καθένας επιλέγει, δυστυχώς, να διαλέγει το παρελθόν και την ιστορία που του συμφέρει. Ας μπορούσαμε τουλάχιστον, για αρχή, να αποδεχτούμε ότι η δική μας αλήθεια δεν είναι η απόλυτη αλήθεια και να γίνουμε πιο ανοιχτοί στις αλήθειες των άλλων.

Πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η απόφαση της παράθεσης της κυπριακής διαλέκτου;

Η απόφαση ήταν εύκολη, η εφαρμογή δύσκολη. Εύκολη διότι ουσιαστικά δεν γινόταν αλλιώς. Δεν μπορούσα να μιλήσω για την Κύπρο σε πρώτο πρόσωπο, να ακουστούν ιστορίες και να μην χρησιμοποιηθεί η διάλεκτος. Θα ήταν ψεύτικο νομίζω το αποτέλεσμα. Κατά κάποιον τρόπο με διάλεξε η διάλεκτος, δεν τη διάλεξα. Η χρήση της κυπριακής στη λογοτεχνία δεν πρέπει να γίνεται με κανένα ‘πρέπει’, ούτε να αποκλείεται για γελοίους λόγους περί αφελληνισμού και τα σχετικά. Πιστεύω ότι οι λογοτέχνες του τόπου αν αφεθούν, καθαροί από ‘έξωθεν’ παρεμβάσεις, μπορούν να νιώσουν σε ποιο είδος, διάλεκτο ή κοινή ελληνική, θέλουν να γράψουν κάθε φορά. Η δυσκολία είναι να γραφτεί η διάλεκτος. Κακά τα ψέματα, τα διαβάσματά μας, οι λογοτεχνικές μας επιρροές, είναι στην κοινή ελληνική. Σε αυτό το βιβλίο, μεγάλο μέρος του έχει μια προφορικότητα όποτε ήταν πιο εύκολη η χρήση της κυπριακής. Είχε άλλες δυσκολίες, όμως, να αποδώσω την κυπριακή αναλόγως και της ηλικίας αυτού που μιλά και της εποχής. Χρειάστηκε να διαβάσω και να ακούσω αλλά και να ανασύρω από την μνήμη μου παλιές φωνές. Προσπάθησα επίσης με τη βοήθεια του Σπύρου Αρμοστή, που είχε την επιμέλεια της κυπριακής, να υπάρχει μια ομοιομορφία της γραφής, παρά τα όποια λαθάκια το πετύχαμε πιστεύω σε μεγάλο βαθμό.

Σε προβλημάτισε το ότι η χρήση της κυπριακής ίσως στοιχίσει σε αναγνωστικό κοινό; Αν, δηλαδή, περιορίζει το κοινό στους χρήστες της διαλέκτου; Ισχύει ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

Όπως εξήγησα, δεν μπορούσε στην απόφαση για επιλογή της διαλέκτου να μετρούσα τέτοιες ανησυχίες. Το βιβλίο χωρίς τη χρήση της κυπριακής θα ήταν άλλο από αυτό που ήθελα. Αγαπώ και την κυπριακή διάλεκτο, λέξεις και εκφράσεις της. Από την άλλη, το βιβλίο είναι γραμμένο με έναν τρόπο όπου συνυπάρχει η κυπριακή με αφηγήσεις στην κοινή ελληνική. Ήθελα να δώσω αυτό όλο το μείγμα των διαφόρων γλωσσικών μεσών που χρησιμοποιούμε. Όσο για το κοινό είτε στην Κύπρο, είτε στην Ελλάδα πιστεύω πως είναι και θέμα συνήθειας. Πώς είναι να διαβάσει σήμερα κάποιος την Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, δεν θα νιώσει δυσκολίες; Σιγά-σιγά σε κερδίζει η γλώσσα [και η ιστορία βέβαια]. Ελπίζω πως αυτό θα συμβεί και εδώ. Ιδιαίτερα διότι υπάρχει αυτή η εναλλαγή διαλέκτου – κοινής ελληνικής, λες και το βιβλίο εκπαιδεύει τον αναγνώστη του. Πάντως, από κάποια πρώτα σχόλια, φαίνεται πως η διάλεκτος δεν ενοχλεί τουλάχιστον τους Έλληνες αναγνώστες, για να μην πω ότι γοήτευσε κάποιους. Όπως γοήτευσε και την Τζούλια Τσακίρη των Εκδόσεων «Το Ροδακιό» που πήρε ένα ρίσκο να εκδώσει στην Ελλάδα, σε τέτοιες εποχές, ένα τέτοιο σύνθετο βιβλίο με ένα μέρος του στην κυπριακή.

Παραθέτεις φωτογραφικό υλικό. Πόσο αναγκαίο ήταν στην αφήγηση των ιστοριών;

Χωρίς φωτογραφίες δεν υπάρχει αλπούμ! Οι φωτογραφίες όπως και τα άλλα παραθέματα είναι μέρος του βιβλίου. Κάποτε συνοδεύουν, κάποτε είναι μέρος της ίδιας της ιστορίας, κάποτε περιγράφουν ή περιγράφονται. Η φωτογραφία είναι ένα είδος ιστορίας από μόνη της. Μπορεί να διηγηθεί τόσα χωρίς λέξεις και αυτό θέλω, οι ιστορίες μου να ξεδιπλώνονται όχι μόνο με τον γραπτό λόγο αυτόν καθαυτόν, αλλά και με τα αποσπάσματα από εφημερίδες, τα ποιήματα, τα ποιητάρικα, τα παιδικά σχέδια, τις συνταγές και φυσικά τις φωτογραφίες.

Είναι λεπτή η γραμμή ανάμεσα στο «χαώδες» και στο «πλούσιο» υλικό ανάγνωσης. Πώς καταφέρνεις να αποφύγεις το χάος;

Ελπίζω να το απέφυγα! Με πολλή δουλειά. Το βιβλίο είναι βέβαια βασισμένο σε απλά μέσα: στην αφήγηση ιστοριών και στην «εικονογράφησή» τους. Αλλά υπήρξε πολλή έρευνα για κάποια θέματα, πολλή σκέψη για τη σειρά, το στήσιμο, πολλές ώρες για επιλογή, συμμάζεμα, τακτοποίηση. Δώσαμε βάρος και στον σχεδιασμό, διότι έχει ιδιαίτερη σημασία σε ένα τέτοιο βιβλίο. Δουλέψαμε πολύ και εδώ στην Κύπρο με τη φίλη γραφίστρια Γεωργία Φιλίππου αλλά και στην Αθήνα, κυρίως η Τζούλια με τη Μυρτώ Μπαλή. Προσπαθήσαμε ταυτόχρονα να μην χάνεται το βασικό ύφος του βιβλίου. Να υπάρχει δηλαδή μια φυσική ροή των ιστοριών, αυτό το κουβάρι όπου η μια ιστορία φέρνει την άλλη. Και η εναλλαγή (και το ανακάτωμα) εποχών και ανθρώπων και ηλικιών που είναι χαρακτηριστικό κάποιων παλιών αλπούμ. Έτσι ώστε να υπάρχει τελικά το χάος αλλά σε τάξη!

Και η απουσία τελείας;

«Έλλειψη» τελειών είχα και στο προηγούμενο βιβλίο, ίσως όχι σε τέτοιον βαθμό. Δεν είναι βέβαια κάτι πρωτόγνωρο αυτό στη λογοτεχνία. Η τελεία σηματοδοτεί ένα τέλος που δεν ήθελα εδώ να υπάρχει, αφού έχουμε μια συνεχή ροή ιστοριών, γι’ αυτό ακόμα και οι τίτλοι των κεφαλαίων δεν ξεχωρίζουν τόσο, είναι μέρος του κειμένου. Είναι αυτή η συνεχής αφήγηση που δεν τελειώνει. Ούτε και όταν τελειώσει το βιβλίο. Όσο υπάρχει ζωή συμβαίνουν πράγματα και γεγονότα και οι άνθρωποι τα αφηγούνται με πολλούς τρόπους. Δεν μπαίνει τελεία σε αυτό.

Οι ιδιωτικές ιστορίες γίνονται δημόσιες και αποδεικνύονται στην πλειονότητά τους συλλογικές. Τι θα ξεχώριζες ως ‘την ουσία’ των ιστοριών σου;

Το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα ιδεών ή σκιαγράφηση εξαίρετων χαρακτήρων. Είναι δεκάδες ιστορίες ανθρώπων και η ιστορία ενός τόπου, είναι το σύνολο αυτών των ιδιωτικών ιστοριών που λες. Πίσω από αριθμούς αλλά και πίσω από γενικεύσεις όπως «αγνοούμενοι», «μετανάστες», «πρόσφυγες», υπάρχουν άνθρωποι, πραγματικοί άνθρωποι. Όπως και τώρα πίσω από την κρίση που βιώνουμε και τους αριθμούς της υπάρχουν καθημερινές αληθινές ιστορίες πραγματικών ανθρώπων που περνάνε δύσκολα… Δεν είναι αριθμοί και στατιστική η ζωή.

Προσωπικά πάντα με ενδιέφεραν αυτές οι ιστορίες καθημερινών ανθρώπων που δεν θα γράψουν ίσως καμιά Ιστορία… Πώς ζουν, πώς αγαπούν και πώς αντιμετωπίζουν αυτό το ‘κάθε μέρα’, τα δικά τους Βατερλώ και Θερμοπύλες, τον πόνο, πώς στέκονται απέναντι στον θάνατο, πώς γίνονται έρμαιο των καταστάσεων, των παθών τους ή των παθών ενός τόπου ολόκληρου. Όσα δηλαδή αντιμετωπίζουμε όλοι. Γι’ αυτό όπως λέει κάπου το βιβλίο, όλων μας τα αλπούμ έχουν παρόμοιες φωτογραφίες και ιστορίες. Γι’ αυτό και οι ιστορίες αυτές φαντάζουν σε κάποιους τόσο οικείες. Αυτήν την αίσθηση και εκείνη της δύναμης των ιστοριών των ανθρώπων και της στενής συγγένειάς τους θα ένιωθα εγώ ως αναγνώστης αυτού του βιβλίου. Και ίσως κοίταζα αλλιώτικα τον κάθε άνθρωπο, κοντινό μου, συγγενή, γείτονα, φίλο, ντόπιο, ξένο.

+ Το βιβλίο «Ένα αλπούμ ιστορίες» παρουσιάζεται τη Δευτέρα 2 Ιουνίου στις 19:30 στο Point Centre for Contemporary Art στη Λευκωσία [Μέγαρο Χατζησάββα, Λεωφ. Ευαγόρου 2, τηλ. 22662053].

Παρουσίαση στη Λεμεσό την Τρίτη 10 Ιουνίου στις 19:30 στο 341 Creative Spaces [Αγίου Ανδρέου 341, τηλ. 25250486].

Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσουν οι Λένια Σορόκου, Βαλεντίνος Κόκκινος και Διομήδης Κουφτερός.

Πληροφορίες τηλ. 25325040.

Ο συγγραφέας προτρέπει να μοιραστούμε φωτογραφίες και ιστορίες από τα δικά μας αλπούμ τις δύο μέρες των παρουσιάσεων.

ΠΑΡΑΘΥΡΟ | ΠΟΛΙΤΗΣ

  • Show Comments

You May Also Like

Τόμας Κλάιν: «Τα ψηφιδωτά της Κανακαριάς άλλαξαν το κλίμα για την επιστροφή αρχαιοτήτων»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Από τους επίμονους Μελίνα Μερκούρη, Βάσο Καραγιώργη και Τασούλα Χατζητοφή, ...

9ο OPEN HOUSE FESTIVAL | Aνθρώπινη φύση στον σύγχρονο χορό

  Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ Αλέξης Βασιλείου μιλά στο “Π” για την 9η ...

Ο Νίκος Παπάζογλου της Κύπρου

Αφήγηση: Σύμης Σουκιούρογλου και Μαρία Παπά | Απόδοση: Μερόπη Μωυσέως, 1.5.2011 Η Κύπρος που ...

Δημοκρατία στην τέχνη, τέχνη στη δημοκρατία

Το «Respublika!», μια σειρά εκδηλώσεων της οποίας το όνομα παίζει με τη λατινική ετυμολογία ...

Χιροκάζου Κόρε-Έντα : «Πρέπει ν’ αφήνουμε το θεατή να δίνει τη δική του λύση»

Συνέντευξη στο Νίνο Φένεκ Μικελλίδη «Σήμερα στην Ιαπωνία το χάσμα ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις ...

GOLDEN ISLAND INTERNATIONAL FILM FESTIVAL [GIIFF] “Θέλουμε να προσεγγίσουμε πολλούς ανθρώπους, απ’ όλες τις εθνικότητες”

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως H Γεσίμ Γκιουζελπινάρ, καλλιτεχνική διευθύντρια ενός νέου κινηματογραφικού φεστιβάλ στην ...

X