Μέλισσες στη Στοκχόλμη

Γράφει η Μαρία Ιωάννου | Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή

ΗΠΙΑ ΚΙΝΗΣΗ, αργή.

Σαν το βίδωμα μιας ψυχής στον τοίχο.

 

Πλησιάζοντας το φλιτζάνι του καφέ στα χείλη του αναρωτήθηκε πώς στ’ αλήθεια κατάφερνε να δείχνει τόσο ήρεμα θανατηφόρα. Οι κόρες των ματιών του ακολουθούσαν το βουβό βουητό της σαν νέκταρ. Κάτι ανεξήγητο τους ένωνε εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό. Τόσο ανεξήγητο που δεν τον άφηνε να δώσει σημασία σε κανέναν άλλο, ούτε στην παρέα των νεο-πανκ με τα πράσινα κοτσιδάκια και τα πλαστικοποιημένα άρβυλα, ούτε και στη Σουηδέζα που του έκλεινε το μάτι, κουβαλώντας μια τσάντα από το H&M. Κι αν και η εντυπωσιακή Σουηδέζα στιγμιαία του τράβηξε την προσοχή, κατάλαβε αμέσως πως απλά έπασχε από ένα χρόνιο τικ κι έτσι στράφηκε και πάλι προς την ιπτάμενη μικρογραφία του εαυτού του. Κι αυτός είχε κεντρί. Και δηλητήριο. Μόνο που δεν πέθαινε μετά την πράξη. Αν πέθαινε ο κόσμος θα γινόταν έστω και ελάχιστα καλύτερος. Κάτι τέτοιο ξεστόμισε κάποτε η μάνα του. Αν απλά εξαφανιζόσουν θα μ’ έκανες ευτυχισμένη!, του είπε.

 

Αυτή η σκέψη δεν κράτησε πολύ. Το μάτι του μαγνητίστηκε και πάλι προς τη μέλισσα που τον γυρόφερνε εδώ και ώρα, σαν γύπας που σε περιμένει να πεθάνεις, σαν ανακριτής που σε στραγγαλίζει μέχρι να μιλήσεις. «Δεν έχω τίποτα να σου πω!», ούρλιαξε κοιτάζοντας το είδωλό του μέσα στη βιτρίνα του καφεστιατορίου. Δυο τουρίστριες δίπλα του τραντάχτηκαν. Είχαν ωραία στήθη μα όχι του γούστου του. Δεν είχε καμία όρεξη να τις φλερτάρει. Έτσι κι αλλιώς πια μόνο με τις μέλισσες ζευγάρωνε, με την πανέμορφα αργόστροφη κίνηση των φτερών τους, το αισθησιακό τους κεντρί. Πόσο ευχόταν εκείνο το κεντρί να τρυπούσε και τη φλωρότητα στην ατμόσφαιρα, να της έβγαζε σαν βελόνα τα σπλάχνα της έξω, να εισχωρούσε μέσα της, να την ξυπνούσε από το κρυοπαγημένο της λήθαργο και την ενοχλητικά επίπεδη τελειότητά της.

 

Ζζζζζ η μέλισσα. Μια γουλιά καφέ να κάθεται σαν πέτρα στο στομάχι. Η συλλαβή ενός περαστικού να πέφτει στο διπλανό οδόστρωμα. Μια φούστα να ανεμίζει σα σημαία. Ένας Σκανδιναβός Κούρος να προσπερνά ένα high-tech, αθόρυβο παιδικό καροτσάκι. Ζζζζζ η μέλισσα. Ο λεκές του καφέ στο τραπέζι να παίρνει ένα αηδιαστικά σκούρο κόκκινο χρώμα. Πιτσιλιά από αίμα. Ο ήλιος να ρωτά ερωτήσεις. Ζζζζζ η μέλισσα. Οι κραυγές της μάνας του να κρατούν ακόμη βουλωμένα τ’ αφτιά του. Το πρόσωπό της να αποτυπώνεται στους τοίχους, στα φλιτζάνια, στον καφέ. Τα μάτια της ανοικτά. Σκάσε ήλιε! Ήταν μια τελειωμένη, κανείς δεν θα την ψάξει! Ζζζζ η μέλισσα. Έχει πολλά κανάλια εδώ, μα στοίχημα ούτε να πνιγείς δεν μπορείς; Σκάσε ήλιε! Ήταν βαθύ το νερό, σίγουρα βούλιαξε στον πάτο! Ζζζ η μέλισσα ζζζζ.

 

Δεν άντεξε! Άρπαξε την πορσελάνη και την έλιωσε! Τα φτερά της επαναστάτησαν ελαφρώς. Μετά σιγή. Ο σερβιτόρος με τα πεντακάθαρα ρούχα και τις επίσης πεντακάθαρες ρυτίδες ετοιμάστηκε να τον επιπλήξει. Κοιτάζοντάς τον βαθιά μέσα στα μάτια κατάλαβε πως αν μπορούσε να φωνάξει την αστυνομία ή το ασθενοφόρο για μια νεκρή μέλισσα θα το έκανε. Αυτός εδώ τη σκότωσε! Αυτόν να κλείσετε στο τμήμα! Να μην τον ξεκλειδώσετε ποτέ! Αυτός, ΑΥΤΟΣ εδώ είναι ο δολοφόνος!

 

Ο σερβιτόρος έκανε να πλησιάσει, να σκουπίσει τους λεκέδες του καφέ, να μαζέψει το κουφάρι της μέλισσας, να σβήσει τα αποτυπώματα της πράξης, να εξαφανίσει ακόμη και τις τύψεις με χλωρίνη. Εδώ αν μπορούσαν να σβήσουν τις τύψεις θα το έκαναν, ίσως σε κάποιο εργαστήρι κάποιος να τροφοδοτείται με εκατομμύρια για να κάνει ακριβώς αυτό. Έγνεψε του σερβιτόρου να φύγει. Κι εκείνος έφυγε, ακολουθώντας τυφλά το μότο πως ο πελάτης έχει πάντα δίκαιο.

Το κουφάρι της μέλισσας παρέμενε πάνω στο τραπέζι. Σαν στίγμα. Ένιωσε εκείνη τη γνώριμη ταχυπαλμία που έκανε την καρδιά του να σχηματίζεται ανάγλυφη πάνω στο στήθος. Στοίχημα πως αν εκείνη τη στιγμή περνούσε κοράκι θα μπορούσε να την αρπάξει έτσι όπως εξείχε από το δέρμα και να την καταβροχθίσει σαν κεφτεδάκι του ΙΚΕΑ; Μπου, του έκανε ένας περίεργος περαστικός. Μπου, του απάντησε. Μετά μάζεψε με τρόπο τη νεκρή μέλισσα και την έχωσε στην τσέπη του παντελονιού του σαν κέρμα ή παστίλια τικ – τακ. Πλήρωσε. Δεν άφησε φιλοδώρημα. Σηκώθηκε, βαρύτερα από πριν. Ο καφές έγινε ένα πέτρινο βουνό μέσα στο στομάχι του. Κι ο κόκκινος λεκές διακόσμηση στην κορυφή του. Ναι. Ήταν ακόμη ολοκόκκινος ο λεκές πάνω στο τραπεζάκι. Σαν το αίμα που ρέει μετά από μια αψυχολόγητη, επαναλαμβανόμενη μαχαιριά.

 

Σέρνοντας τη βαλίτσα του στο πεζοδρόμιο έγνεψε σ΄ένα ταξί. Ο οδηγός σήκωνε τους ώμους πάνω – κάτω σαμπώς και προσπαθούσε να απαλλαγεί από το σώμα του, να μείνει μόνο ένα μελαμψό, χαμογελαστό κεφάλι. Τον βοήθησε με τη βαλίτσα κι αυτός κάθησε μέσα προσεχτικά, προστατεύοντας το κουφάρι της σαν να ήταν κάτι πολύτιμο. Καθώς το ταξί προχωρούσε το ίδιο αθόρυβα και επίπεδα όπως και τα περισσότερα σ’ εκείνη την πόλη, γύρισε προς τα πίσω και φωτογράφισε μια τελευταία φορά τη σκηνή του εγκλήματος. Οι άνθρωποι πάνω στις γέφυρες τού θύμιζαν παπαράτσι ή σμήνη μελισσών. Θα μπορούσε κάποια στιγμή να του επιτεθούν που τη σκότωσε, να τον τρυπήσουν μέχρι να ψοφήσει και μετά, πριν προχωρήσουν σε μαζική αυτοκτονία, να αφήσουν ελεύθερα τα ζωώδη τους ένστικτα και να τον κατασπαράξουν. Κι όμως, απλά συνέχιζαν το ίδιο αργό, παραλυμένο τους ταξίδι πάνω απ’ το νερό, διαβεβαιώνοντάς τον πως δεν θα μαρτυρούσαν τίποτα σε κανέναν, πως ό,τι και να έκανε θα παρέμενε κοινό μυστικό και πως όταν θα ερχόταν το σκοτάδι και το χιόνι του χειμώνα θα κάλυπτε όλα του τα ίχνη. Να μείνεις ήσυχος!, του έλεγε το πλήθος αποχαιρετώντας τον. Κανείς δεν θα βρει το κεντρί σου! Κα-νείς!

 

Πλησιάζοντας στο αεροδρόμιο μια σκέψη άρχισε να τον βασανίζει. Τι θα γινόταν αν εντόπιζαν το πτώμα της μέσα στην τσέπη του στον έλεγχο επιβατών; Θα βούιζε, άραγε, ο ανιχνευτής μετάλλων μιμούμενος την τελευταία της κραυγή; Πτώμα; Κραυγή; Λάθος λέξεις. Τις διόρθωσε. Επανέλαβε για μια ακόμη φορά τη σκέψη στο μυαλό του. Τι θα γινόταν αν εντόπιζαν το κουφάρι της μέλισσας μέσα στην τσέπη του στον έλεγχο επιβατών; Θα βούιζε άραγε ο ανιχνευτής μετάλλων μιμούμενος το τελευταίο της βουητό; Καλύτερα διατυπωμένη σκέψη. Τον ηρέμησε. Χωρίς να σκεφτεί το οτιδήποτε ακούμπησε στη γλώσσα τη νεκρή μέλισσα και άφησε το σάλιο του να την γλυστρήσει στον ουρανίσκο. Δίστασε για λίγο, σαν κορίτσι που το ξανασκέφτεται πριν καταπιεί μια καψούλα γεμάτη κοκαΐνη.

Καθώς γύριζαν οι γυάλινες πόρτες του αεροδρομίου περιμένοντάς τον να στροβιλιστεί μαζί τους ένιωσε ένα τράνταγμα στο στομάχι. Δεν σκέφτηκε στιγμή πως θα μπορούσε να ήταν το κεντρί της μέλισσας που προσγειώθηκε άτσαλα στα σωθικά του, όπως ακριβώς το ματωμένο του μαχαίρι στον πάτο του καναλιού.

Εισπνέοντας χαλαρωτικά τη μυρωδιά ανθρωπίλας στην ατμόσφαιρα, προχώρησε από το τίποτα στο τίποτα.

You May Also Like

Η Αφρούλα σε πέλαγος βαθύ

ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΙΞΗΣ | ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ #2 Γράφει ο Αντώνης Γεωργίου/Εικονογραφεί ο Λοΐζος Ολύμπιος Είχε σηκωθεί ...

Ο Λάκης ο Τσιάκκος

Την πρώτη φορά που τον γνώρισα είχε χαλάσει το πλυντήριό μου. Μου τον είχε ...

Ποδηλάτης

“Πρόσεχε πού πατάς!” του είπε με τσιριχτή φωνή η άσφαλτος κι αυτός, στρέφοντας το ...

Ηφαίστειο

Γράφει η Μαρία Ιωάννου / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή Το ότι έχει εδώ και ...

Λέξεις

Γράφει η Ερατώ Ιωάννου-Μουστάκα | Εικονογραφεί η Δέσπω Αντωνίου Έχω οδηγίες να αναφερθώ στο ...

Φωνοκιβώτιο

“Συγγνώμη, λάθος!”, του είπε, κι έκλεισε το τηλέφωνο. Σε τέτοιες περιπτώσεις κανείς δεν παίρνει ...

X