Το τέρτιν της Νίκης (Μέρος 2ο)

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

«Έστειλε σου τίποτε, κόρη, τζείνος; Απάντα μου», είπεν η Ελλού της κόρης της. Η Νίκη είδεν την μάναν της με έναν ύφος νευριασμένο τζαι την ίδιαν ώραν απελπισμένο. Εν ήξερε αν έπρεπε να την ξητιμάσει ή να ππέσει μεσ’ στην αγκαλιάν της να κλάψει. Εσκέφτηκεν τζαι τα θκυο. «Άφησμε μάμμα τζαι κλαίει το μωρό. Πάω να δω τι έπαθε». «Επείνασεν, κόρη Νίκη, τι να έπαθε; Αρώτησά σε κάτι, εννά μου πεις ρα οξά εννά μου φκάλεις την ψυσιήν μου;», η Ελλού έπιασε την που την κουτάλα τζαι ετράβησεν την κοντά της. «Όι εν ήρτεν τίποτε ακόμα. Τούτα τα ταχυδρομεία μας έν’ για κλάματα. Να δούμε που το εκαταχωνιάσαν το γράμμα τζαι εν το φέρνουν», η Νίκη ετράβησεν το σιέριν της τζαι εσυνέχισεν για το δωμάτιον του μωρού. «Έννεν τα ταχυδρομεία το πρόβλημαν, Νίκη. Είπουν σου το πολλές φορές. Έν’ τζείνος ο βουρσούζης ο άντρας σου. Που να τον δω μεσ’ στην κάσια να τον δω, να τον βάλλουν μεσ’ στο χώμα τζαι να τον φτύννει η γη πόξω».

Η μάνα της Νίκης εποφύσησεν τζαι έκατσε στην καρέκλαν του ηλιακού. Με τις παλάμες ίσιωσε την φράντζαν της. Τα κοντά κόκκινα μαλλιά της εβρεχτήκαν που τον ιδρώτα του μετώπου της. Αναστέναξεν τζαι εμονολόγησεν, «Αχ, κακό που μας έκαμεν. Αχ, Πλάστη μου».
Ο άντρας της Νίκης. Ο Αντώνης ήταν ένας λεβέντης. Έτσι τον επεριγράφαν οι κορούες της γειτονιάς τους. Ψηλός, αδρός, με πυκνά μαύρα μαλλιά τζαι ένα μουστάτζι φουντωτό όπως το παμπάτζι. Επέρναν που δίπλα σου τζαι εμουσκομύριζεν ο τόπος κολόνια που την καλή.
Δουλειάν εν είσιε. Τέχνην εν έμαθεν ποττέ του. Τζαι το σχολείο ετέλειωσεν το με σίλια ζόρκα. Νάκκο ποτζεί τζιαι νάκκο ποδά, εβοήθαν τον η ομορφιά του να πάει ομπρός. Έβρισκεν καμιάν καύκαν πλούσια τζαι έτρωεν της τα, έπαιζε σιεμέν τζιαι ποκεριζέ στον καφενέ τζαι εγέλαν τους γέρους. Ούλλο τζαι κάτι εβρέθετουν για να φκάλει τα λεφτά που έθελε, ώς πάρατζει.

Ύστερα που τον πόλεμον όμως τα πράματα εδυσκολέψαν. Ο κόσμος εσυνάχτηκεν, τα λεφτά ελλιάναν. Πάνω τζαμαί που ελάλεν να έβρει δουλειά, εγνώρισεν την Νίκη. Άρεσέν του η Νίκη, ερωτεύτηκεν την η αλήθκεια ένι. Άμα έμαθε ότι είσιεν τζαι το κάτι τι της, άρεσεν του ακόμα παραπάνω.

Κόντη, σιονάτη τζαι ζουρτούλα. Με μαύρα μαλλιά σγουρά που τα έκοφκεν κοντά τζαι εμοιάζαν με σούστες που επετάσσουνταν που την κκελλέν της. Είσιεν θκυο βυζιά σαν τα πεπόνια, μεγάλα τζαι σκληρά, που επετάσσουνταν έξω που τα φορέματα τα ριχτά που εφορούσεν. Την πρώτη φορά που την είδε τιτσίρα ο Αντώνης εσκέφτηκεν ότι θα εχάννετουν μέσα στο κορμίν της. Τζαι κάθε φορά που έππεφτε δίπλα του, ελύσσιαν τζιαι άναφκεν σαν τον κάττο που θωρεί κάττα τρεγμένη. Γι’ αυτό τζαι έκαμέν της πέντε κοπελλούθκια. Ο Αντώνης όμως ελύσσιαν παραπάνω τα ριάλλια. Τζαι η κκελλέ του εγύρισεν άμα εγνώρισεν την κόρη του ποδηλατά, ένα καταραμένο απόγευμα που έρεξε που το μπακκάλικο της γειτονιάς.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Κανένας

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Ακούω που τα ράδια, που τες τηλεοράσεις, κόσμο να ρωτά ...

Μέρα 17η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπημένη μου Ρέα Διερωτάσαι, είμαι σίουρος, γιατί μου έγινε εμμονή ...

Το τέρτιν της Νίκης [Μέρος 1ο]

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου, Η πίσω πλευρά της πράσινης ρόπας της εσέρνετουν στα μωσαϊκά ...

Μέρα 27η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Σάββατον απόγευμαν με εσυλλάβαν. Αρχές καλοκαιριού. Τα Σάββατα ήταν οι ...

Στερεότυπα καλαμαράες

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου – Τα κοπελλούθκια τούτες τες μέρες έν’ όπως τα καθυστερημένα. ...

Αποστείρωση

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Ήθελα πάντα να επισκεφτώ τις Σκανδιναβικές χώρες. Άκουα για την ...

X