Το τέρτιν της Νίκης [Μέρος 6ο]

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

Εννά εθέλαμε οι συζητήσεις των ζευκαρκών να έν’ όπως τα έργα. Η γεναίκα να κάθεται αργά τη νύχτα στο φως των κεριών τζαι να περιμένει τον άντρα της να μπει έσσω. Όμορφη, ανάλαφρη, με αυτοπεποίθηση. Μόλις μπει ο άντρας, να αφήνει το ποτήρι στο τραπέζι τζαι με ειρωνική φωνή να του λαλεί «ήρτες αγάπη μου;».
Ίσως κάποιες φορές να έν’ έτσι. Μάλλον έτσι έθελεν η Νίκη, να ήταν τζαι τζείνη η κουβέντα με τον Αντώνη. Στην ουσία όμως οι συζητήσεις έν’ πιο ωμές, πιο άχαρες, πιο αληθινές. Γίνουνται σε κουζίνες πάνω ’που τες κούππες τζαι τα πιάτα τζαι σε κρεβάθκια λλίο πριν σε πάρει ο ύπνος που την κούραση.
Η Νίκη ήταν προετοιμασμένη. Επρόβαρε στον νου της ούλλα όσα θα του ελάλεν. Πού θα εστέκετουν, πώς θα απαντούσε στις δικαιολογίες του. Όμως εμπήκεν έσσω, πιο νωρίς απ’ ότι τον επερίμενε. Ήβρεν την μες την βούρνα να πλυννίσκει πιάτα τζαι να έσιει έννοια των κιοφτέδων που ετηγανίζουνταν δίπλα στο γκάζι. Εσιαιρέτησεν την τζαι εμπήκεν ολόισια στο μπάνιο.
Είδεν τον μιαν μαθκιά, τζαι προς στιγμής ανακουφίστηκε για την προσωρινή αναβολή της συζήτησης. Εν άρκησε να φκει όμως που το μπάνιο.
Εφόρησε τα λουστρίνια του με το τακκούνι. Τα καφέ που τα εγοράσαν ’που το Bata στη Λήδρας. Το πουκάμισο το κεραμιδί με τις μαύρες ρίγες τζαι παντελόνι τζιν. Εχτένιστηκε, έβαλε Brilcream τζαι όπως εμπήκε της κουζίνας, εμουσκομίρισεν ο τόπος Brut.
Τζείνη, κκιλιντζίρα. Δρωμένη, να μυρίζει τηάννια τζαι κρεμμύθκια. Εσκούπησε τα σιέρκα στην ποθκιά τζαι με πνιγμένη φωνή είπε του: «Έν’ για να πας στον καφενέ που εστολίστηκες έτσι;»
«Έννα πάω ποτζεί στον Γιωρκή, να μιλήσουμε για κάτι δουλειές».
«Ο Γιωρκής φορεί κολώνια ροδόσταμμα ρε Αντώνη; Μα ποιον έν’ που περιπαίζεις; Εκάμαν μας σίριαλ μες στην γειτονιά», είπε τζαι ολόισια εγεμώσαν τα μάθκια της.
Προς στιγμήν εκοπήκαν τα πόθκια του Αντώνη. Εκράτησε την ψυχραιμία του όμως τζαι με ήρεμη φωνή απάντησε. «Ποιος έν’ που σου βάλλει λόγια ρε μάνα μου; Με ποιον εν που εσύντυσιες τζαι έκαμεν σε άνω ’που κάτω;»
«Η Άννα, η γειτόνισσα. Θωρεί σε λαλεί ποτζεί στες γειτονιές του Άντρου. Τζαι έμαθα ότι έσιει κόρη όπως τα κρύα τα νερά, φιγουρίνι, ποτζείνες που φορούν τα μίνι τα φορέματα».
«Τζαι είντα γυρεύκω εγιώ με την ροκόλα Νίκη μου;» απάντησε ο Αντώνης. «Εγιώ εν έχω άλλη ’που σένα. Κάθεσαι τζαι κρώννεσαι της σιεροκουτάλας, είντα σου λαλεί;».
Ήταν ψέμα όμως. Ποιος εν θα είσιεν μάθκια για την Μαρίνα;
Για τον Αντώνη η Μαρίνα ήταν όπως το τριαντάφυλλο με τα παγάκια. Που το πίννεις τζαι ρέσσει που το κορμί σου η γλυκάδα τζαι ο πάγος, αναζωογονεί σε, νεώννει σε. Η Νίκη, ήταν σαν το τσάι την κουρτουνιά. Πίννεις το άμα αρρωστάς, διά σου παρηορκά, καθησυχάζει σε. Γιανίσκει σε, αλλά πίννουν το οι γέροι.
Έγλιασε που έσσω σαν την κουφή μες στο νερό τζαι εξεκίνησε να πάει κατά την γειτονιά της Μαρίνας. Ένωθεν όπως το χτηνό που εγλύτωσε που το μασιαίρι του κασάπη. Τζείνη η νύχτα θα επροσδιόριζε την ζωή του Αντώνη. Θα επροσδιόριζε τζαι την ζωή της Νίκης τζαι των κοπελλουθκιών τους.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Το τέρτιν της Νίκης (Μέρος 14ο)

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον. Πόσω μάλλον σε μια κοινωνία ...

Μέρα 1η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπητή Ρέα, Μετά που σχεδόν ένα χρόνο στη φυλακή, εκατάφερα ...

Κανένας

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Ακούω που τα ράδια, που τες τηλεοράσεις, κόσμο να ρωτά ...

Το σακουλάκι

Περιμένω σειρά στον φούρνο. Μπροστά μου ένας κύριος. Φαλακρός, φρεσκοξυρισμένος, φορεί πουκάτω μια φόρμα ...

Μέρα 21η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπητή Ρέα Την ίδια νύχτα εδείξαν τα νέα: “Το απανθρακωμένο ...

Μέρα 11η

Αγαπητή Ρέα, Τωρά που σου γράφω, ο Βενιαμίν κάθεται στο απέναντι κελί τζιαι θκιαβάζει. ...

X