Η ιστορία ενός υπερασπιστή της Αμμοχώστου

Γράφει η Νάσα Παταπίου

Ο Ναυπλιώτης Παύλος Κούτσης εγκαταστάθηκε στην Κύπρο με την οικογένειά του μετά την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Οθωμανούς και ως μέλος του ελαφρού ιππικού ανέλαβε υπηρεσία ως υπολοχαγός

Μέλη της μεγάλης οικογένειας Κούκη ή Κούτση, ελληνοαλβανικής καταγωγής από το Ναύπλιο, όπως και άλλοτε είχαμε αναφερθεί σε δημοσίευμά μας, είχαν υπερασπιστεί τόσο τη Λευκωσία όσο και την Αμμόχωστο κατά τον πόλεμο 1570-1571. Μετά την πτώση του Ναυπλίου στους Οθωμανούς, είχαν εγκατασταθεί στην Κύπρο με τις οικογένειές τους για να υπηρετήσουν στο ελαφρύ ιππικό της μεγαλονήσου οι Μαρτίνος, Πέτρος και Αντώνιος Κούτσης. Μια επιστολή, επίσης, το 1580 της Ανδριάνας Κούτση προς τις βενετικές αρχές είχε φέρει στο φως την ιστορία και τη συμβολή του πατέρα της Θεοδόσιου Κούτση, ο οποίος είχε υπερασπιστεί τη Λευκωσία το 1570 από τον προμαχώνα Τρίπολη και έχασε τη ζωή του από οθωμανική σπάθη.

Παύλος Κούτσης

Ο Παύλος Κούτσης, όπως και τόσοι άλλοι υπερασπιστές της Κύπρου κατά τον πόλεμο 150-1571, με τα αιτήματά τους προς τη Δημοκρατία της Βενετίας την οποία υπηρέτησαν καταγράφουν νέες σελίδες και φέρνουν στο φως πλούσια και άγνωστα στοιχεία για τον εν λόγω πόλεμο. Πώς βρέθηκε στην Κύπρο με την οικογένειά του εξηγεί σε ένα τέτοιο αίτημά του και ο Παύλος Κούτσης προς τις βενετικές αρχές. Πατρίδα του, όπως και των περισσοτέρων μελών του ελαφρού ιππικού που είχαν επανδρώσει τα στρατιωτικά σώματα της Κύπρου, κυρίως μετά το 1540, ήταν το Ναύπλιο. Μετά την πτώση της γενέθλιάς του πόλης από την εξουσία των Βενετών στα χέρια των Οθωμανών και μετά από σχετική συνθήκη την οποία υπέγραψαν μεταξύ τους οι δύο δυνάμεις, πολλοί κάτοικοι του Ναυπλίου μεταφέρθηκαν με τις οικογένειές τους στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές. Μια από αυτές ήταν και η μεγαλόνησος Κύπρος.
Ο Παύλος Κούτσης είχε απολέσει στο Ναύπλιο, όπως και όλα τα μέλη της οικογένειάς του, όλα τα υπάρχοντά τους. Η Δημοκρατία της Βενετίας, εκτιμώντας τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει προς την ίδια η οικογένεια Κούτση, εγκατέστησε στην Κύπρο μέλη της οικογένειάς τους και τους παραχώρησε κατοικίες και κτήματα. Όπως αναφέρει ο Παύλος Κούτσης στο αίτημά του, είχαν εγκατασταθεί μετά την πτώση του Ναυπλίου στην Κύπρο, εκτός από τον ίδιο, η μητέρα του, οι πέντε αδελφοί του, οι δύο αδελφές του και οι σύζυγοι και τα παιδιά των αδελφών του. Ο Παύλος ανέλαβε υπηρεσία ως υπολοχαγός (locotenente) στον λόχο του καπιτάνου Τζώρτζη Σκλήβα και οι πέντε αδελφοί εντάχθηκαν για υπηρεσία στον ίδιο λόχο καθώς και σε άλλους λόχους στο ελαφρύ ιππικό. Είναι βέβαιο ότι υπηρετώντας ο Παύλος Κούτσης στον λόχο του Τζώρτζη Σκλήβα πρέπει οπωσδήποτε να είχε υπηρετήσει και στις ακτές της Ακανθούς, όπου εκεί ήταν υπεύθυνος στην ακτοφρουρά ο καπιτάνος Σκλήβας με τον λόχο του, τα τελευταία χρόνια πριν την οθωμανική επίθεση το 1570.
Κατά το 1570, όταν οι Οθωμανοί επιτέθηκαν στην Κύπρο, ο Παύλος Κούτσης και οι πέντε αδελφοί του δεν έμειναν αδρανείς και ως εκπαιδευμένοι στο ελαφρύ ιππικό υπερασπίστηκαν κάποιοι από αυτούς τη Λευκωσία και οι υπόλοιποι με τον Παύλο την Αμμόχωστο. Οι δύο από τους πέντε αδελφούς του έχασαν τη ζωή υπερασπιζόμενοι την Κύπρο στον ίδιο πόλεμο. Οι άλλοι τρεις με τον Παύλο αιχμαλωτίστηκαν μετά την παράδοση της Αμμοχώστου. Είχε επίσης σκοτωθεί η μητέρα του Παύλου Κούτση και η σύζυγός του και τα παιδιά του, οι δύο αδελφές του και οι γυναίκες και τα παιδιά των αδελφών του διασκορπίστηκαν και χάθηκαν. Δεν γνώριζε ο ίδιος τι είχαν γίνει τα μέλη αυτά της οικογένειάς του. Ο ίδιος ως αιχμάλωτος βίωσε τη σκληρή σκλαβιά για τρία ολόκληρα χρόνια στον πύργο της Μαύρης Θάλασσας (Mare maggiore) και αφού ελευθερώθηκε κατόρθωσε τέλος να αφιχθεί το 1574 στη Βενετία και γονυπετής ενώπιον του δόγη να ζητήσει βοήθεια και στήριξη. Επίσης έμαθε τελικά για έναν αδελφό του ότι υπηρετούσε ως σκλάβος στην Κωνσταντινούπολη, στις φυλακές του σουλτάνου (bagno del gran signor) και για έναν άλλο ο οποίος είχε ελευθερωθεί με λύτρα από τα χέρια των Οθωμανών. Επειδή όμως ο αδελφός του αυτός δεν είχε να δώσει το αντίτιμο των λύτρων σ’ αυτόν που είχε καταβάλει το ποσό για να τον ελευθερώσει, γι’ αυτό εξακολουθούσε να βρίσκεται στην εξουσία και υπό τις διαταγές του και πάλι ως σκλάβος.

 Κατά την πολιορκία της Αμμοχώστου

Ο Παύλος Κούτσης αναζητούσε μετά την απελευθέρωσή του στήριξη επειδή είχε χάσει τα πάντα, πατρίδα, οικογένεια, περιουσία και μια εργασία, ώστε να συνεχίσει να υπηρετεί όπως και προηγουμένως τη Δημοκρατία της Βενετίας. Περιέγραφε τα όσα βίωσε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Αμμοχώστου που είχε κρατήσει έως την παράδοσή της δεκατρείς ολόκληρους μήνες. Υπηρετούσε από την αρχή, όπως προανέφερε, στον λόχο του γενναίου Τζώρτζη Σκλήβα ως υπολοχαγός. Δυστυχώς, ο ίδιος ο καπιτάνος του λόχου του, Τζώρτζης Σκλήβας, έχασε τη ζωή πολεμώντας γενναία και υπερασπιζόμενος την Αμμόχωστο. Ο καπιτάνος του βασιλείου τότε, και μετέπειτα αγιομάρτυρας Μαρκαντώνιος Bragadin, θέλησε να ανταμείψει τον μικρό γιο του αείμνηστου Σκλήβα για τις υπηρεσίες του πατέρα του, που είχε σκοτωθεί κάτω από το λάβαρο του Αγίου Μάρκου. Επειδή ήταν μικρός στην ηλικία και δεν είχε εξασκηθεί επαρκώς στα όπλα, ο Μαρκαντώνιος Bragadin θεώρησε σωστό να διορίσει ως διοικητή (capitano) του λόχου τον υπολοχαγό του Τζώρτζη Σκλήβα, Παύλο Κούτση, έως ότου ενηλικιωθεί ο μικρός γιος του Σκλήβα και εξασκηθεί στα όπλα. Δυστυχώς, αργότερα σκοτώθηκε και ο γιος του Σκλήβα και τότε επισήμως πλέον ο Μαρκαντώνιος Bragadin ανέθεσε τη διοίκηση του λόχου στον Παύλο Κούτση.
Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Κούτσης στο αίτημά του, ο Μαρκαντώνιος Bragadin γνώριζε καλώς και είχε προσωπική πείρα από την όλη δράση του στην άμυνα και την υπεράσπιση της Αμμοχώστου. Τον έβλεπε συχνά με πόση προθυμία αλλά και γενναιότητα έβγαινε έξω από τα τείχη με τους συντρόφους του και έπληττε τον εχθρό στήνοντας ενέδρες. Όταν του ανετέθη η υπεράσπιση μιας από τις ημισελήνους (mezzaluna) των οχυρώσεων της Αμμοχώστου, την υπερασπίστηκε με τους συμπολεμιστές του με αυτοθυσία και κινδύνεψαν οι ζωές πολλών μαχητών, γιατί το τμήμα αυτό του τείχους είχε κτυπηθεί ανελέητα από το εχθρικό πυροβολικό. Το ίδιο γενναία και με αυτοθυσία πολέμησαν και οι αδελφοί του Παύλου Κούτση, που βρίσκονταν στην υπεράσπιση της Αμμοχώστου έως την ημέρα που παραδόθηκε με συνθήκη η πόλη στους εχθρούς και ακολούθησε εκ μέρους τους η μεγάλη προδοσία.

Θέση καπιτάνου στο ελαφρύ ιππικό

Όπως όλοι οι υπερασπιστές της Κύπρου και κυρίως τα μέλη του ελαφρού ιππικού, εάν κατόρθωναν ν’ απελευθερωθούν από την αιχμαλωσία ζητούσαν μια θέση στο ελαφρύ ιππικό, όπου είχαν οι περισσότεροι υπηρετήσει προηγουμένως για να επιβιώσουν. Έτσι και ο Παύλος Κούτσης γονυπετής ζητούσε από τον δόγη να διοριστεί διοικητής σ’ έναν λόχο ιππέων, θέση που κατείχε το 1571 όταν παραδόθηκε η Αμμόχωστος και η οποία του είχε δοθεί επάξια από τον μετέπειτα ηρωομάρτυρα Μαρκαντώνιο Bragadin, με μισθό όπως συνηθιζόταν σε παρόμοιες περιπτώσεις. Ο υπερασπιστής της Κύπρου, βέβαια, δεν λησμόνησε τους δύο αδελφούς του, που εξακολουθούσαν να είναι σκλάβοι. Ζητούσε τα λύτρα για την απελευθέρωση του αδελφού του, ο οποίος, αν και απελευθερώθηκε από τους Οθωμανούς, εξακολουθούσε όμως να είναι σκλάβος σ’ αυτόν που είχε καταβάλει τα χρήματα για την απελευθέρωσή του, ώσπου να του επιστραφεί το ποσό. Όσο για τον άλλο του αδελφό που ήταν σκλάβος στις φυλακές του σουλτάνου, εκλιπαρούσε τον δόγη να τον ελευθερώσει από τα δεσμά της δουλείας ανταλλάσσοντάς τον με έναν από τους Οθωμανούς αιχμαλώτους που βρίσκονταν σε φυλακές της Βενετίας.

Η εντόπιση και της σχετικής απόφασης της βενετικής Γερουσίας στο αίτημα του Παύλου Κούτση ολοκληρώνει την ιστορία του υπερασπιστή της Αμμοχώστου, ο οποίος στη συνέχεια, βέβαια, θα αρχίσει μια νέα σταδιοδρομία στα Επτάνησα, υπηρετώντας στο ελαφρύ ιππικό. Η απόφαση φέρει ημερομηνία 28 Σεπτεμβρίου 1575 και είχε ληφθεί τόσο για τον Παύλο Κούτση όσο και για τον Γεώργιο Τόσκα ή Τόσκεση (Toschiessi) που είχε πολεμήσει επίσης στην Αμμόχωστο (guerra in Famagosta). Επαινείται η ανδρεία που επέδειξαν στην πολιορκία και η αφοσίωσή τους στη Δημοκρατία της Βενετίας. Διορίστηκαν και οι δύο σε έναν από τους λόχους του ελαφρού ιππικού στην Κεφαλονιά, με ετήσιο μισθό εβδομήντα δύο δουκάτα, ποσό το οποίο θα τους καταβαλλόταν σε οκτώ πληρωμές. Επιπρόσθετα, θα τους παραχωρούσαν ετησίως και ποσότητα κριθαριού για τα άλογά τους.

Η πολυμελής οικογένεια Κούτση που ξεκίνησε από το Ναύπλιο, με απώτερη καταγωγή από την Αλβανία, άφησε ως γνωστόν και απογόνους της στην Κύπρο. Αναφέρουμε ενδεικτικά τον ιατροφιλόσοφο Αλοΐσιο Κούτση, ο οποίος ζούσε στο Κίτι στα τέλη του 16ου με αρχές του 17ου αιώνα και μνημονεύεται στις πηγές. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι σήμερα τουλάχιστον τρεις οικογένειες, όπως έχουμε πληροφορηθεί, διατείνονται ότι έλκουν την καταγωγή τους από τους Κούτσηδες…

You May Also Like

«Ειρήνη σε σένα Μάρκε Ευαγγελιστή μου»: Ο φτερωτός λέοντας της Βενετίας

Γράφει η Νάσα Παταπίου Μια σειρά από πολύ ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τις ιστορίες που ...

Ο Ιταλός ιερέας Δομήνικος Laffi

Μια μαρτυρία για την Κύπρο του 17ου αι.: Βρισκόμαστε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και ...

350 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ : Η Φλαγγίνειος Σχολή της Βενετίας

Γράφει η Νάσα Παταπίου Ποιος ήταν ο Θωμάς Φλαγγίνης και ποια η διαδρομή του ...

Τα μέλη της οικογένειας του επισκόπου Λεμεσού

Γράφει η Νάσα Παταπίου Το γενεαλογικό δέντρο του Στέφανου Φλαγγή, επισκόπου Λευκάρων-Λεμεσού, αλλά και ...

Ο δούκας των Αθηνών και τα φέουδά του στην Κύπρο

Γράφει η Νάσα Παταπίου, Ο Gautier de Brienne (Βριέννιος), τελευταίος δούκας των Αθηνών, είχε ...

Η θυγατέρα του ωρολογοποιού από τη Λευκωσία

Γράφει η Νάσα Παταπίου Η Μαρία Φάβρου, το γένος Μπαγκατέλα, θυγατέρα του Φραγκίσκου από ...

X