ΤΑΚΗΣ ΤΖΑΜΑΡΓΙΑΣ : «Το τρίτο στεφάνι» στη σκηνή του ΘΟΚ

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου

«Δεν ήταν έτσι γραμμένη η λογοτεχνία που ξέραμε. Θυμάμαι ακόμα το σοκ που νιώσαμε και είπαμε ‘Η ζωή μας γραμμένη’».

Ο σκηνοθέτης της φετινής μεγάλης παραγωγής του ΘΟΚ μιλά στο Π.

Ένα μυθιστόρημα-σταθμό στη νεοελληνική πεζογραφία, “Το Τρίτο Στεφάνι” του Κώστα Ταχτσή, μεταφέρει στην Κεντρική του Σκηνή ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου από τις 15 Νοεμβρίου.

Πρόκειται για το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα ενός συγγραφέα ο οποίος πέρασε σαν σίφουνας από τη λογοτεχνική σκηνή, έγραψε ένα βιβλίο που κανένας δεν εξέδιδε και το έβγαλε με δικά του λεφτά για να αναδειχθεί σε ένα από τα σπουδαιότερα έργα της μεταπολεμικής Ελλάδας και βρέθηκε δολοφονημένος στο σπίτι του -σε μια υπόθεση δηλωμένη ως ανεξιχνίαστη- στα 61 του.

Αυτή θα είναι η δεύτερη -ουσιαστικά- μεταφορά του έργου επί σκηνής. Προηγήθηκε το εγχείρημα του Σταμάτη Φασουλή το 2009, αν και πριν απ’ αυτό ανέβηκε ο μονόλογος της «Νίνας», της μίας από τις δύο κεντρικές ηρωίδες του Ταχτσή.

Η δεύτερη είναι η «Εκάβη», της οποίας τον ρόλο κλήθηκε να ερμηνεύσει στον ΘΟΚ η Αννίτα Σαντοριναίου. Τον ρόλο της «Νίνας» θα κρατά η Στέλα Φυρογένη.

Οικείο χάρη στην τηλεοπτική του μεταφορά το 1995, «Το τρίτο στεφάνι» είναι μια από τις αναμενόμενες για το ευρύτερο κοινό παραγωγές της φετινής σεζόν.

«Ήταν συμπαθητική η τηλεοπτική μεταφορά του Δαλιανίδη. Μην κοιτάτε που τότε το σνομπάραμε επειδή ήταν του Δαλιανίδη. Ήταν σπουδαίες και η [Λήδα] Πρωτοψάλτη και η [Νένα] Μεντή. Και μετά ήταν η παράσταση του Φασουλή που κανονικά διαρκούσε πολύ περισσότερο, 5μιση ώρες, και κόπηκε μετά».

– Η δική σας παράσταση πόση διάρκεια θα έχει;

– Με πληγώνει η ερώτηση αυτή όταν είναι πρώτη.

Μπορεί να ξεκινήσαμε… στραβά, η συζήτηση που ακολούθησε όμως με τον Τάκη Τζαμαργιά ήταν απολαυστική και σπάνια.

Μεταξύ Αθήνας, Λευκωσίας, θεάτρου και πραγματικότητας, αποκαλύψεων που καταγράφηκαν και άλλων που θα κρατάμε οι δυο μας, ο Τάκης Τζαμαργιάς είναι από τους θεατρανθρώπους που απολαμβάνεις να ακούς να μιλάνε γιατί ο λόγος του είναι χειμαρρώδης μεν, αλλά μετρημένος.

Δημιουργεί εικόνες και παρακλάδια χάνοντας το νήμα της συζήτησης για να επιστρέψει πολύ αργότερα ξανά στην αφετηρία.

Στο διά ταύτα, πάντως, η θεατρική παράσταση που σκηνοθετεί στον ΘΟΚ έχει διάρκεια τρεις ώρες, χωρίς το διάλειμμα.

Αντιστοιχία στις σχέσεις

Είναι η δεύτερη φορά που ο Τάκης Τζαμαργιάς σκηνοθετεί στον ΘΟΚ. Είχε σκηνοθετήσει τη σεζόν 2007-8 το έργο «Καυτός Πάγος», για το οποίο ο Ανδρέας Τσουρής διεκδίκησε το βραβείο ανδρικής Ερμηνείας [για την ιστορία, το πήρε ο Σταύρος Λούρας εκείνη τη χρονιά για το «Κουτί με τις Σκιές»]. Η προηγούμενή του δουλειά, λοιπόν, μεγαλώνει τις προσδοκίες για «Το τρίτο στεφάνι», το οποίο τοποθετείται στη μεγαλύτερή του διάρκεια κατά τον Μεσοπόλεμο και την Κατοχή στην Ελλάδα, με τους άνδρες να φεύγουν στα καράβια και τις δύο κεντρικές ηρωίδες να περιγράφουν τη ζωή τους αυτής της περιόδου.

Υπάρχει αντιστοιχία στην Κύπρο; Μπορεί κανείς να ταυτιστεί;

Δεν μπορείς να πεις ότι υπάρχει άμεση αναφορά στα ιστορικά γεγονότα. Υπάρχει, όμως, αναφορά στις σχέσεις.

Και η ιστορική αντιστοιχία;

Είναι η κατοχή, ο εμφύλιος, θέματα που οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο τα βιώνουν. Η Μικρασιατική Καταστροφή, οι πρόσφυγες. Τοποθετούμε την ηρωίδα, τη Νίνα, ως αντανάκλαση του ίδιου του Ταχτσή, του συγγραφέα, γιατί αυτός είναι ουσιαστικά. Το δηλώνει ο ίδιος. Ίσως αυτό να είναι το νέο που φέρνει η παράστασή μας. Χρησιμοποιούμε κάτι από τα σημειώματά του που βρέθηκαν στο αρχείο του μετά τη δολοφονία του που λέει “Τώρα που είμαι ορφανός μητρός, ήρθε η ώρα να βγάλω τα γυναικεία ρούχα και τις μάσκες και να δείξω σε όλο τον κόσμο ποια ήταν πραγματικά η Νίνα”. Ένας άνθρωπος που πάλευε με το σώμα του. Αυτός ο ταραγμένος ψυχισμός νομίζω πως αντανακλάται στις σχέσεις που δεν έχουν μεγάλες διαφορές. Μόνο που σε μας είναι χύμα και προς τα έξω, ενώ σ’ εσάς είναι συγκαλυμμένες, εν οίκω.

Πώς επιλέξατε τους ηθοποιούς; Το ’08 δουλέψατε με τον Τσουρή που ήταν καταπληκτικός στον ρόλο του.

Ναι, είχαμε δουλέψει πάρα πολύ στον «Καυτό Πάγο». Αλλά ήταν τρεις άνθρωποι. Η αγωνία μου είναι πως τώρα είμαι αντιμέτωπος με 21 ανθρώπους και με δύο ρόλους που δεν μπορώ να περιγράψω.

Η Αννίτα Σαντοριναίου θα έχει τον ρόλο της Εκάβης και η Στέλα Φυρογένη της Νίνας. Είναι καταρχάς δύο Ελλαδίτισσες που κουβαλάνε αυτό το περίεργο, το συγκεχυμένο και θολό σύνδρομο της ελληνικότητας. Είτε το θέλουμε είτε όχι, συνειδητά ή μη, αυτό ενυπάρχει μέσα μας. Επίσης μπορούμε σε έναν μεγάλο βαθμό να αντιληφθούμε αυτή τη χυμώδη και ρέουσα γλώσσα.

Αυτό το έργο πρέπει να σας καταθέσω ότι όταν το διάβασα εγώ ήμουνα 18 χρονών. Είχα σοκαριστεί. Τώρα δεν μας φαίνεται γιατί υπήρξαν πολλοί μιμητές. Δημιούργησε Σχολή ο Ταχτσής και γράψανε πολλοί μετά. Δεν ήταν έτσι γραμμένη η λογοτεχνία που ξέραμε. Θυμάμαι ακόμα το σοκ που νιώσαμε και είπαμε «Η ζωή μας γραμμένη»! Αυτό που ντρέπεσαι ότι το ζεις και ξαφνικά το βλέπεις γραμμένο. Κοινοποιείται και μ’ έναν περίεργο τρόπο νομιμοποιείται. Το ίδιο σοκ έπαθα μετά από πολλά χρόνια όταν είδα την παράσταση του Φασουλή. Δεν θα πω αν μ’ άρεσε ή όχι, αλλά έκλαιγα από την αρχή μέχρι το τέλος. Γιατί ξαφνικά είδα όλα τα πρόσωπα και όλα για τα οποία ντρεπόμουνα τώρα να παίρνουν και μορφή στη σκηνή. Η σκηνή είναι πολύ πιο αποκαλυπτική. Δεν είναι πια το θέατρο του μυαλού σου, είναι το θέατρο μπροστά σου. Κι όταν μου προτάθηκε από τον ΘΟΚ να κάνω αυτό το έργο, είχα αντιφατικά συναισθήματα: γιατί κατ’ αρχήν σκηνοθετικά, καλλιτεχνικά, είμαι σε μια αναζήτηση για άλλα πράγματα, όπου νομίζεις ότι όλα αυτά τα έχεις αφήσει πίσω σου, και σκάνε μύτη εκεί που δεν το περιμένεις. Διαβάζοντάς το, ερμήνευσα πολλά πράγματα γι’ αυτά που ζούμε σήμερα. Δηλαδή, τελικώς, δεν είναι τυχαίο αυτό που περνάμε σήμερα. Αυτή η κρίση, αυτός ο πάτος που πάμε να πιάσουμε ή που τον πιάσαμε. Δεν έχω καταλάβει ποιος είναι αυτός ο πάτος ακόμα.

Ποια είναι αυτή η ερμηνεία που μπορούμε να δώσουμε;

Μέσα στο βιβλίο αυτό υπάρχει ένας σαρκασμός και μια ειρωνεία. Ένα αντιτσαρουχικό πνεύμα για το τι είναι ελληνικότητα. Ελληνικότητα μεν είναι όλα αυτά, οι περικεφαλαίες, όλα αυτά που ανέδειξε γελοιοδέστατα και ευφυέστατα η χούντα, αλλά αισθάνεσαι ότι είναι και όλο αυτό που δεν τολμάμε να αποδεχτούμε ότι είναι κομμάτι δικό μας, για το πώς είναι διαρθρωμένες οι σχέσεις μας μέσα στην οικογένεια, πώς υπάρχει αυτή η ρευστότητα, αυτή η ανάγκη του Έλληνα να βολευτεί, να πιαστεί από κάπου, να υπάρξει, σαν να νιώθει ότι κάτι γινότανε κι ερχόταν κάτι άλλο και τον γκρέμιζε. Όλη αυτή η αστάθεια, η σύγχυση που υπήρχε στην πολιτική μας ζωή. Πώς καταφέραμε στην Κατοχή και δώσαμε ό,τι δώσαμε αλλά μετά απ’ όλο αυτό φτάσαμε στην απόλυτη προδοσία; Με έναν τέτοιο τρόπο τελειώνει και το έργο.

Η ιστορία του έργου συμβαίνει σε μια μικροαστική οικογένεια. Έπαιξε ρόλο αυτό στη δύναμή του;

Νομίζω πως είναι πολύ βαθύ νυστέρι για το τι σημαίνει μικροαστός. Γι’ αυτό και μας πιάνει. Δηλαδή ξεδιπλώνει μ’ έναν περίεργο τρόπο κομμάτια που είναι τόσο πολύ μες στο σπίτι σου, που απλώς δεν θες να τα δεχτείς. Το φοβερό της δικής μου γενιάς είναι ότι ξαφνικά εμείς νομίζαμε ότι βγήκαμε αλώβητοι απ’ αυτό και φάνηκε πως τελικά δεν είμαστε αλώβητοι και πως όλο αυτό είναι τόσο παλιό… Αυτά τα κομμάτια τα βλέπω σε επίπεδο όχι μόνο κοινωνικής συμπεριφοράς, συμπεριφοράς πολίτη, αλλά και γονιού. Βλέπω τον πατέρα μου, τη μάνα μου μέσα σ’ αυτά, το πώς σχετίζομαι, πώς συμπεριφέρομαι, είναι τρομερά δυνατά αυτά τα πράγματα, δεν το είχαμε συλλάβει ότι είναι τόσο δυνατά. Νομίζω πως τώρα το αντιλαμβανόμαστε σε μια προσπάθεια να επαναπροσδιοριστούμε. Εσείς πολύ περισσότερο να επαναπροσδιοριστείτε, μην το ψάχνετε. Ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση ταυτότητας. Όχι εθνικής. Σε όλα τα επίπεδα. Και ερωτικής.

Πάμε καλά νομίζω σ’ αυτό τον τομέα.

Η αλήθεια είναι πως αισθάνομαι ότι στα νέα παιδιά υπάρχει μια αποκάλυψη. Δεν υπάρχει αυτό το «πρέπει». Διδάσκω στο Καποδιστριακό και έχω αρκετούς Κύπριους φοιτητές. Τα νέα παιδιά, λοιπόν, βλέπω πως είναι πιο ελεύθερα. Κάτι αναδύεται. Μπορεί να μας βοηθήσει, εν τέλει, αυτή η παράσταση, να ξαναδούμε πράγματα. Κι ύστερα είναι ένα έργο τόσο φορτισμένο με μνήμες και βαθύ πόνο, βλέπεις μια δίνη ζωής, μια αντανάκλαση όλων των πολιτικών, ιστορικών γεγονότων που δεν τη συνειδητοποιείς όσο ζεις. Η ιστορία της Εκάβης, αυτής της γυναίκας που ξεκινά από την Αθήνα και φτάνει στη Θεσσαλονίκη και καταλήγει μετά κάπου αλλού, είναι ένας στρόβιλος ζωής: είναι ξεκάθαρο ότι βρίσκεται η Ελλάδα πίσω απ’ όλα αυτά, που μ’ έναν τρόπο αγαπάει αλλά και συντρίβει τα παιδιά της. Είναι «διάβολος και αγία», έτσι την αναφέρει μέσα στο βιβλίο του ο Ταχτσής.

 

«Κοινός ο πόνος μας»

Πώς περνούν τις μέρες τους οι σκηνοθέτες που φέρνει ο ΘΟΚ από την Ελλάδα για να σκηνοθετήσουν στην Κύπρο;

Ο Τάκης Τζαμαργιάς περιφέρεται στους δρόμους της Λευκωσίας με τα πόδια, κάποτε χάνεται αλλά αυτό δεν τον νοιάζει, παρακολουθεί πολλές θεατρικές παραστάσεις, του αρέσει η παλιά πόλη έτσι όπως αναπτύχθηκε.

«Βέβαια δεν ξέρω αν αυτό έγινε άκριτα και υπερβολικά όπως υποστηρίζουν κάποιοι. Εμένα μ’ αρέσει», λέει και θυμάται όταν βρισκόταν ξανά στο νησί για τη σκηνοθεσία του έργου «Καυτός Πάγος» το 2008, πως ήταν τόσο έρημοι οι δρόμοι, που κάποιοι βρήκαν την ευκαιρία να του επιτεθούν για να του πάρουν την τσάντα. Έμαθε πως η ζωή στην Κύπρο είναι ακριβή αλλά και πού μπορεί να βρει κανείς καλό καφέ στη Λευκωσία και πως, μέχρι να σχολάσει από το άβολο ωράριο 9-3, κλείνουν οι κουζίνες για μεσημέρι και πρέπει να περιμένει το βράδυ.

«Όπως βλέπετε, μπαίνω στη ζωή σας. Δεν είμαι απών. Δεν θα μπορούσα εξάλλου. Μ’ ενδιαφέρει η Κύπρος. Μ’ ενδιαφέρει σαν ένα κομμάτι πολύ ελληνικό: πού συναντιόμαστε; Είμαστε πολύ διαφορετικοί στην έκφραση, αυτό είναι σίγουρο. Αλλά η ένταση και αυτό το κάτι που υπάρχει και κατατρώει και τους δυο, σ’ αυτό νομίζω ότι συναντιόμαστε, στον πόνο δηλαδή. Απ’ την άλλη ο Κύπριος είναι πιο ευέλικτος, πιο προσαρμοστικός. Στην άκρη του κόσμου συναντάς Κύπριους».

Πού είναι ο ΘΟΚ;

«Υπάρχει μεγάλη αλλοτρίωση στις αξίες», σημειώνει ο σκηνοθέτης. Αυτή την αλλοτρίωση την πιστώνει στη δύναμη του χρήματος που -κάποτε- είχαμε. «Και ο κόσμος δεν βλέπει θέατρο! Αυτό είναι πολύ σοβαρό. Ούτε ξέρουν πού είναι ο ΘΟΚ. Αν κάνετε μια βόλτα στη γειτονιά γύρω από το κτήριο του θεάτρου και ρωτήσετε τους ανθρώπους που δουλεύουν στα μαγαζιά, δεν ξέρουν να σας πουν πού είναι ο ΘΟΚ. Αυτό κάτι σημαίνει. Και βεβαίως δεν είναι μόνο δική τους ευθύνη».

Βόλεμα και τέχνη

Ο Τάκης Τζαμαργιάς είναι καλλιτεχνικός διευθυντής στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Τον Αύγουστο τέλειωσε η θητεία του αλλά παραμένει στη θέση του αμισθί, μέχρι τις αποφάσεις του νέου διοικητικού συμβουλίου. Ο ίδιος σημειώνει την ανάπτυξη της θεατρικής τέχνης στην Ελλάδα, η οποία έπιασε πάτο πολύ νωρίς αλλά σήμερα τα θέατρα είναι γεμάτα. Οι νέοι εκεί βλέπουν θέατρο, «εδώ όχι», παρατηρεί.

Θεωρεί πως δεν μπορεί κανείς να υπάρξει στο θέατρο αν δεν έχει κάτι να πει και πως στην Ελλάδα δεν υπάρχουν οι βολεμένοι και «τακτοποιημένοι μέσα από τις συντεχνίες».

Όπως λέει, «το βόλεμα και η ασφάλεια είναι εκ διαμέτρου αντίθετα για τον καλλιτέχνη. Δεν είπαμε κανείς να πεινάει. Απ’ την άλλη είμαστε τυχεροί: κάνουμε μια δουλειά που δεν έχουν άλλοι άνθρωποι αυτή την τύχη, που δεν σου επιτρέπει να πλήξεις ποτέ», για να καταλήξει πως «κάποια στιγμή πρέπει να παίρνει κανείς το μερίδιο της ευθύνης του».

Διαπιστώνει, δε, πως ο λόγος για τον οποίο το κοινό δεν βλέπει θέατρο στην Κύπρο δεν είναι επειδή είναι μικροί οι αριθμοί αναλογικά με τον πληθυσμό, όπως υποστηρίζουν πολλοί, αλλά το ότι οι παραγωγές ανεβαίνουν για μικρή χρονική περίοδο και δεν προλαβαίνει κανείς να τις δει.

«Δεν είναι και άμεση προτεραιότητα του κόσμου το θέατρο. Όταν η ζωή είναι δύσκολη και παλεύεις, δεν είναι προτεραιότητά σου το θέατρο. Άρα αυτό χρειάζεται έναν τρόπο για να επικοινωνηθεί κάπως. Δεν είναι ανάγκη να γίνονται… 800 παραγωγές. Μετράει, δηλαδή, μόνο να κάνουμε έργα;», αναρωτιέται ο κ. Τζαμαργιάς θίγοντας ένα μεγάλο, και διαχρονικό, πρόβλημα στον χώρο του κυπριακού θεάτρου, όπου οι παραστάσεις… κατεβαίνουν προτού ανέβουν.

Καλοί οι Κύπριοι ηθοποιοί

Ο Τάκης Τζαμαργιάς εργάστηκε ξανά στον Θεατρικό Οργανισμό και σε συνεντεύξεις του τότε εξέθεσε κάποιες παρατηρήσεις του.

Σήμερα αποδέχθηκε την πρόταση του ΘΟΚ για να σκηνοθετήσει “Το τρίτο στεφάνι” κυρίως γιατί ήθελε να αναμετρηθεί με το σπουδαίο αυτό έργο του Ταχτσή, αν και παραδέχεται πως θέλει να επιστρέψει στους κλασικούς θεατρικούς συγγραφείς. Για την εν λόγω παραγωγή, πάντως, και για την επιλογή των δύο κεντρικών ηρωίδων, της Αννίτας Σαντοριναίου (Εκάβη) και της Στέλας Φυρογένη (Νίνα), ομολογεί πως μέτρησε πολύ το ότι είναι Ελλαδίτισσες και αποτελούν το «βαρύ πυροβολικό του ΘΟΚ». Όμως, «γενικά νομίζω πως η Κύπρος έχει καλούς ηθοποιούς. Έχει καλό δυναμικό εν σπέρματι. Δεν τους δίνονται, ίσως ευκαιρίες, δεν τις κυνηγούν οι ίδιοι, δεν ξέρω. Μπορούσαν κάποιοι απ’ αυτούς να αναδειχθούν πολύ περισσότερο. Καλό υλικό υπάρχει. Αισθάνομαι ότι έχουν και λαχτάρα να δουλέψουν πολλοί. Ενδεχομένως, όμως, να υπάρχει και μια υποτίμηση από τους Ελλαδίτες σκηνοθέτες που έρχονται στην Κύπρο να δουλέψουν. Έρχονται με μια αντίληψη μειωτική», σημειώνει, χωρίς να θέλει να πει περισσότερα.

Η μουσική της Ρεμπούτσικα

Η γνωστή μουσικός Ευανθία Ρεμπούτσικα θα υπογράψει τη μουσική της παραγωγής του ΘΟΚ για «Το τρίτο στεφάνι».

Δεν ήταν, ωστόσο, αυτή η επιλογή του Τάκη Τζαμαργιά. Ο ίδιος ήθελε να συνεργαστεί με τον Κύπριο συνθέτη Δημήτρη Ζαβρό, γνωστό για τις μουσικές του συνθέσεις στο θέατρο.

«Ήταν επιλογή την οποία πάλεψα μέχρι την τελευταία στιγμή», σημειώνει ο ίδιος.

«Ο Δημήτρης Ζαβρός είναι μουσικός με τον οποίο έχω συνεργαστεί στην Ελλάδα και η συνεργασία μαζί του ήταν άριστη. Είναι κατεξοχήν μουσικός για το θέατρο. Όταν ανεβάσαμε τον ‘Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου’, ένα 50% της επιτυχίας του μπορεί να είναι και δική του».

Ο Δημήτρης Ζαβρός εργάζεται αυτή τη στιγμή σε Πανεπιστήμιο της Αγγλίας, κάνοντας και το μεταπτυχιακό του. Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, ζήτησε άδεια για να εργαστεί σε αυτή την παραγωγή αλλά δεν του δόθηκε από το Πανεπιστήμιο. Έτσι ο ΘΟΚ πρότεινε την Ευανθία Ρεμπούτσικα, η οποία έγραψε τη μουσική χωρίς να βρίσκεται στις πρόβες του έργου. Ο τρόπος δουλειάς του Τάκη Τζαμαργιά, όμως, είναι γνωστός: στη δουλειά του υπάρχει ζύμωση με τους συντελεστές και ο ίδιος είναι ανοιχτός σε προτάσεις. Τη γοητεία του θεάτρου, άλλωστε, τη βρίσκει στη συνάντηση όλων των συντελεστών: «Γι’ αυτό το θέατρο είναι δύσκολο να πετύχει. Αλλά όταν πετύχει, δεν μοιάζει με καμιά άλλη τέχνη», υποστηρίζει. Σύμφωνα με τον ίδιο, «η Ευανθία Ρεμπούτσικα, η οποία είναι εγνωσμένου κύρους και καταξιωμένη, δεν έχει τον χρόνο με τις πολλές υποχρεώσεις να βρίσκεται εδώ» και αυτό «είναι μια δύσκολη συνθήκη». Μετά από απαίτηση του σκηνοθέτη, ο ΘΟΚ έφερε τον βραβευμένο μουσικό Γιώργο Κολιά για να επιμεληθεί «την εξαιρετική μουσική της Ευανθίας για να μπορεί να λειτουργήσει μέσα στο έργο».

Κλειδί η αφήγηση

«Στη δική μας παράσταση, παρουσιάζουμε πρώτα τον κόσμο της Νίνας, μετά της Εκάβης και μετά την κοινή τους ζωή γιατί αυτές, τελικά, μόνο οκτώ χρόνια συναντήθηκαν, το 1936 μέχρι το 1944 που πεθαίνει η Εκάβη», εξηγεί ο σκηνοθέτης, αναφέροντας τι νέο προσφέρει η παράσταση.

«Επίσης, νομίζω ότι η παράσταση προσπαθεί να απαντήσει, δεν ξέρουμε αν θα το καταφέρει, τι είναι αυτό που έλκει τη Νίνα στην Εκάβη. Η Νίνα είναι μια μικροαστή. Έχει κάνει αυτούς τους τρεις γάμους για να εξασφαλιστεί. Είναι μια πολύ ωραία γυναίκα που αισθάνεσαι ότι δεν χάρηκε ποτέ στη ζωή της ερωτικά, δεν καλύφθηκε ποτέ, αυτό είναι ξεκάθαρο. Έχει ήδη μυθοποιήσει και εξιδανικεύσει την πρώτη της σχέση μέχρι που αυτός αποδεικνύεται ότι είναι ‘γυναικωτός’ όπως τον λέει η μάνα της. Μέσα σ’ αυτή την πορεία βλέπει κανείς μια βαθιά πορεία προς την ωριμότητα. Στην οποία συμβάλλει τα μέγιστα η Εκάβη. Αν κληθεί να απαντήσει ο σκηνοθέτης ποιο είναι αυτό το στοιχείο που έλκει τη Νίνα στην Εκάβη, εγώ νομίζω ότι είναι η αφήγηση. Και μ’ αυτό τον τρόπο, αυτό ακριβώς καθιστά το έργο σύγχρονο. Αυτή η ανάγκη να μας πουν ιστορίες που πάψαμε να λέμε. Λίγο-λίγο, γίνεται κάτι σ’ αυτές τις σχέσεις που γίνονται πιο σημαντικές απ’ όσο τις περιμένεις. Δηλαδή η Εκάβη είναι το φως της ζωής της στον κόσμο της Νίνας. Κι η Νίνα νομίζω πως είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Που πήγε στην Αυστραλία, ταξίδεψε να βρει τον εαυτό και γύρισε βασανιζόμενος απ’ αυτά. Δεν κατάφερε να γράψει τίποτ’ άλλο, για φαντάσου. Αυτό το πράγμα είναι φοβερό. Έχει πολύ πόνο μέσα του ‘Το τρίτο στεφάνι’ και ένα βαθύ σαρκασμό για το τι είναι Ελλάδα».

34-ΚΥΡΙΟΗ ομάδα των ηθοποιών που θα δούμε στο Τρίτο Στεφάνι. Φωτογραφία ©Χρίστος Θεοδωρίδης / ΘΟΚ

Οι συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς

Δραματοποίηση: Σάββας Κυριακίδης

Σκηνικά: Εδουάρδος Γεωργίου

Κοστούμια: Λάκης Γενεθλής

Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα

Κινησιολογία: Λία Χαράκη

Σχεδιασμός φωτισμών: Γεώργιος Κουκουμάς

Μουσική επιμέλεια/σύνθεση ήχων: Γιώργος Κολιάς

Βοηθός σκηνοθέτη: Μάκης Μεζόπουλος

Βοηθός σκηνογράφου: Θέλμα Κασουλίδου

Ερμηνεύουν [με σειρά εμφάνισης]:
Ανδρέας Τσέλεπος (Άκης), Στέλα Φυρογένη (Νίνα), Ιωάννα Σιαφκάλη (Κατίγκω, Αράπω, Ευφημία), Αντωνία Χαραλάμπους (Μαρία), Ηρόδοτος Μιλτιάδους (Αργύρης, Φώτης, Πέτρος, Καλόγερος), Θέα Χριστοδουλίδου (Πριγκίπισσα, Όμπερ, Γαλάτεια), Σώτος Σταυράκης (Αραβαντινός, Παπαθανασίου, Κασιμάτης, Μαργαρίτης), Δημήτρης Αντωνίου (Ντίνος, Μπάμπης, Συμβολαιογράφος, Εισαγγελέας), Ζωή Κυπριανού (Ερασμία), Ντίνος Λύρας (Αντώνης), Πολυξένη Σάββα (Μαριέττα, Βικτώρια), Αννίτα Σαντοριναίου (Εκάβη), Λουκάς Ζήκος (Γιάννης, Πρόεδρος, Καλαποθάκης), Έλενα Δημητρίου (Ναϊρεντίν), Κύνθια Παυλίδου (Ιουλία, Φρόσω, Παπαδιά), Χριστίνα Χριστόφια (κυρία Μαργαρίτη), Ερμίνα Κυριαζή (Ντόμνα), Παναγιώτης Λάρκου (Θόδωρος), Κρίστη Παπαδοπούλου (Ελένη), Νιόβη Χαραλάμπους (Πολυξένη), Γιώργος Κυριάκου (Δημήτρης)

+ Επίσημη πρώτη το Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014 και κάθε Σάββατο στις 20:00 & Κυριακή στις 18:00 [μέχρι 25 Ιανουαρίου 2015] στην Κεντρική Σκηνή ΘΟΚ, Λευκωσία. Στις 11 & 12 Δεκεμβρίου στις 20:00 στο Θέατρο Ριάλτο. Εισιτήρια προς 12 και 6 ευρώ [συνταξιούχοι, άνεργοι, φοιτητές, στρατιώτες, μαθητές].

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

  • Show Comments

You May Also Like

ROSAMUNDE TRIO ΣΤΑ ΚΥΠΡΙΑ : «Θέλουμε να παρασύρουμε το κοινό»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως «Είναι ένα ‘ασυνήθιστο’ πρόγραμμα αλλά θα μου κάνει εντύπωση αν ...

Ένας νόμος για τους καλλιτέχνες και τους κληρονόμους τους

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Πρόταση νόμου με την οποία ζητείται ...

Πάφος 2017 με 8 εκατ. ευρώ

Γράφει η Μιράντα Λυσάνδρου  Μια υπόθεση καταδικασμένη που σώθηκε στην πορεία με σκληρή δουλειά ...

Έτσι γυρίστηκε η ταινία «Δολοφονήστε τον Μακάριο»

Μήνες μόνο μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και τη συνακόλουθη τουρκική εισβολή, ...

Uriel Herman

Ο πιανίστας Γιώργος Μορφίτης μιλά με τον πιανίστα Uriel Herman που θα εμφανιστεί στο ...

JOSS STONE | «Θέλω να είμαι ελεύθερη και είμαι»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Κινούμενη έξω από τα συμβατικά πλαίσια των δισκογραφικών εταιρειών, η ...

X