ΓΙΟΥΛΙΑ ΦΡΑΝΚ : Τα όνειρα ο μόνος τρόπος να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως

Η κομουνίστρια γιαγιά, η ηθοποιός και πολιτικοποιημένη μητέρα με τις πέντε κόρες, η δύσκολη ζωή στο στρατόπεδο προσφύγων κατά τη μετάβαση από την Ανατολική στη Δυτική Γερμανία, όλοι και όλα περνούν σαν οράματα μέσα από τα μυθιστορήματα της Γιούλια Φρανκ – η ίδια μιλά στο «Π» λίγο πριν την κάθοδό της στη χώρα μας

Θεωρείται μια από τις σημαντικότερες σύγχρονες λογοτεχνικές πένες της Γερμανίας. Η 44χρονη Γιούλια Φρανκ φτάνει στην Κύπρο την ερχόμενη βδομάδα, προσκεκλημένη του Ινστιτούτου Γκαίτε, και θα έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε δύο έργα της: το βραβευμένο μυθιστόρημα «Η Γυναίκα του Μεσημεριού» [Die Mittagsfrau] αλλά και το Lagerfeuer, το οποίο έγινε ταινία που θα προβληθεί στο Γκαίτε στην παρουσία της.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η γνωστή συγγραφέας μιλά για τη ζωή της στην Ανατολική Γερμανία, για τη ζωή στο Δυτικό Βερολίνο σήμερα και για την απόρριψη που έζησε ως «κορίτσι του στρατοπέδου» με ρούχα «ανατολικά» όταν με τις άλλες τέσσερις αδελφές και τη μητέρα της βρέθηκαν στην άλλη πλευρά του Τείχους.

Από πού αντλείτε τις ιστορίες σας; Από την ίδια τη γλώσσα με την οποία σκέφτομαι. Μερικές φορές μίια λέξη είναι «νόστιμη» στο στόμα ή στο αφτί μου και οι ιστορίες μου συνδέονται με τα όνειρα, τους εφιάλτες, τα ερωτικά και τα ατμοσφαιρικά όνειρα όπου εμφανίζονται οι ήρωές μου. Δεν τους γνώρισα ποτέ στην πραγματικότητα. Όμως τα όνειρά μου έχουν τις ρίζες τους στις πρώιμες εμπειρίες που είχα παιδί -προτού ακόμη η μνήμη αρχίσει να σταθεροποιείται- και στις σύγχρονές μου αντιλήψεις, σκέψεις και σχέσεις. Υπάρχει βεβαίως και πολύ αυτοβιογραφικό υλικό, συγκεκριμένα γεγονότα και εμπειρίες από τη δική μου ζωή ή τη ζωή της οικογένειάς μου που αποτελούν δομικά υλικά αυτής της πνευματικής και συναισθηματικής αρχιτεκτονικής.

Τι αφορά το βραβευμένο μυθιστόρημά σας «Η γυναίκα του μεσημεριού»; Ποια είναι η σημασία των ονείρων για την κεντρική ηρωίδα του βιβλίου σας; Είναι γραμμένο από δύο οπτικές: η πρώτη ανήκει σε ένα οκτάχρονο αγόρι με το οποίο ξεκινά το μυθιστόρημα. Είναι το ίδιο αγόρι που θα εγκαταλείψει η μητέρα του μερικούς μόνο μήνες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου – ενώ μέχρι τώρα το ανέτρεφε μόνη της. Είναι μια πολύ αγνή οπτική, γεμάτη αγάπη, ελπίδα και αθωότητα που δεν αφήνει τους αναγνώστες παρά να αναλογιστούν τι θα σημαίνει για τον ίδιο να περιμένει τη μητέρα του κάθε βράδυ, κάθε μέρα, για μήνες – ίσως και για πάντα. Η δεύτερη οπτική είναι αυτής της Χελένε, ενός κοριτσιού, έπειτα νεαρής γυναίκας που είναι πολύ έξυπνη και ώριμη στη νεότητά της: προσβλέπει στη μόρφωση, θέλει πολύ να σπουδάσει. Σήμερα θα μπορούσε να είναι γιατρός, φυσικός ή επιστήμονας. Αλλά εκείνες τις μέρες, πολύ λίγες και δη πρωτοπόρες γυναίκες πήγαιναν στο πανεπιστήμιο. Χρειαζόταν ακαδημαϊκό προηγούμενο για να έχεις έστω μια ευκαιρία στη μόρφωση. Προορισμός των γυναικών ήταν μόνο ο γάμος. Εκτός αυτού, με τις αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας, η Χελένε αντιλαμβάνεται ότι η καταγωγή της δεν είναι αποδεκτή: η μητέρα της είναι Εβραία και η Χελένε χρειάζεται να αλλάξει το όνομα και την ταυτότητά της. Ζει, επίσης, με έναν κακό και βίαιο σύζυγο. Έτσι η ζωή της εξαρτάται και περιορίζεται από τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες ελάχιστα η ίδια μετρά. Σχεδιάζουμε τη ζωή και το μέλλον μας με βάση τα όνειρά μας για το τι αγαπάμε, τι κάνουμε και τι μπορούμε να γίνουμε. Αν η Χελένε δεν ονειρευόταν και αν δεν σιωπούσε παράλληλα, θα είχε αυτοκτονήσει, όπως έκαναν πολλοί Εβραίοι στη Γερμανία συνειδητοποιώντας ότι δεν είχαν μέλλον παρά μόνο την προοπτική της εξορίας και του θανάτου.

Πολλοί νέοι σήμερα λένε πως δεν μπορούν να ονειρεύονται και πως οι συνθήκες διεθνώς [κρίσεις, μετατοπίσεις, πόλεμοι] δεν επιτρέπουν σε κανέναν να ονειρεύεται. Τι απαντάτε σε αυτή τη θέση; Ίσως είναι ένα ταλέντο, μια ικανότητα που χρειάζεται να μάθει και να αναπτύξει κανείς για να μπορεί να ονειρεύεται σε δύσκολους καιρούς. Είναι, όμως, η μόνη πιθανότητα να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας, να μην την αφήσουμε στο έλεος των συνθηκών, των κυβερνήσεων, των γονιών, του χρήματος. Μόνο τότε μας ανήκει η ζωή μας, όταν ρισκάρουμε και δημιουργούμε νέα δεδομένα, όταν κοιτάζουμε τις επιλογές μας ενώ οι υπόλοιποι παγιδεύονται στον λήθαργο και γιορτάζουν τον μηδενισμό.

Η ταινία ‘Westen’ [Η Δύση], που είναι βασισμένη στο μυθιστόρημά σας ‘Lagerfeuer’, θα προβληθεί στη Λευκωσία στο πλαίσιο της σειράς προβολών «Γιατί έπεσε το Τείχος του Βερολίνου;». Ποια θεωρείτε πως ήταν η κινητήριος δύναμη για την πτώση του Τείχους;
Οι ήρωες αυτού του μυθιστορήματος είναι άνθρωποι που συναντιούνται σε ένα στρατόπεδο προσφύγων: ο καθένας και η καθεμιά εγκατέλειψαν τη χώρα τους για διαφορετικό λόγο, με ξεχωριστές προσδοκίες από τη Δύση, με μια άλλη εικόνα του παραδείσου που είχαν φέρει με τις ψευδαισθήσεις τους, απεγνωσμένοι από τη γερμανική γραφειοκρατία. Η περηφάνια της Νέλι -η οποία δεν έχει καμιά προσδοκία για τον εαυτό της- όταν ανακρίνεται από τις διαφορετικές μυστικές υπηρεσίες των δυτικών συμμάχων, είναι εντυπωσιακή – και για μένα οικεία. Ήταν προσδοκία των Δυτικογερμανών πως όλοι οι πρόσφυγες όφειλαν να τους ευγνωμονούν και να είναι ταπεινοί απέναντί τους. Αναμενόταν από τους πρόσφυγες πως θα συνεργάζονταν με τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες, πως θα μιλούσαν για τις ζωές των ιδίων και των φίλων τους, για το πώς απέδρασαν και πώς επικοινωνούσαν μεταξύ τους, ώστε οι υπηρεσίες με τη σειρά τους να αναγνωρίσουν κατά πόσο αξίζουν να γίνουν Γερμανοί πολίτες. Η Νέλι δεν θέλει να συνεργαστεί, καθώς απεχθάνεται κάθε πολιτική εκμετάλλευση – δεν εμπιστεύεται κανένα σύστημα πολιτικής διαφθοράς. Όσο για την πτώση του Τείχους, πιστεύω πως η κινητήριος δύναμη προήλθε μόνο από την ανατολική πλευρά [για τη Δύση ήταν μεγάλη έκπληξη] και αυτή η ειρηνική επανάσταση είχε τους προάγγελούς της σε ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη. Οι άνθρωποι στην πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν εμπιστεύονταν την κυβέρνησή τους και την κυριαρχία της πια, ήθελαν να νιώσουν ελεύθεροι, να περπατήσουν ένα χιλιόμετρο για να συναντήσουν τον αδελφό και τη μητέρα τους ξανά. Ήθελαν τα παιδιά τους να μπορούν να αποφασίσουν ελεύθερα για τις σπουδές και το επάγγελμά τους – αφού στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας όλα καθορίζονταν από τους πολιτικούς.

Ήσασταν 19 ετών όταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Ποιες είναι οι αναμνήσεις και τα συναισθήματά σας απ’ αυτό το ιστορικό γεγονός;
Τον Νιόβρη του 1989 συνόδευα τον φίλο μου που ήταν κινηματογραφιστής για το ειδησεογραφικό κανάλι Spiegel TV. Ήμουν ενθουσιασμένη αλλά και προβληματισμένη για όλα όσα θα ακολουθούσαν τις επόμενες βδομάδες και μήνες. Ο κόσμος στην Ανατολική Γερμανία δεν είχε ιδέα για τις προκαταλήψεις απέναντί τους και για το αίτημά τους για συμμετοχή στην ελευθερία, τη δημοκρατία, τον πλούτο. Προκαταλήψεις που υπήρχαν στη Δύση για χρόνια. Γνώρισα από πρώτο χέρι τη βαθιά απόρριψη όταν ήμουν μικρή, ζώντας σε ένα στρατόπεδο προσφύγων και στο δημόσιο σχολείο όπου πήγαινα κάθε πρωί, όταν με φώναζαν ‘το κορίτσι του στρατοπέδου’, ανθρώπους να μας χτυπούν, τα άλλα παιδιά να λένε πως τα ρούχα μας είναι «ανατολικά», εννοώντας πως είναι «άσχημα». Δεν υπήρχε καμιά ενσωμάτωση, κανένα παιδί δεν καλούσε παιδιά «του στρατοπέδου» στο σπίτι του. Αυτά συνέβαιναν μεταξύ των παιδιών αλλά είχαν τις ρίζες τους βαθιά και αποδείχθηκαν πολύ αληθινά και στέρεα για να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και να επανενωθούν Ανατολικοί και Δυτικοί Γερμανοί. Για μένα, η πτώση του Τείχους ήταν ίσως η καλύτερη πολιτική αλλαγή που έζησα στη ζωή μου – γιατί το χάσμα που πάντα ένιωθα μπορούσε τελικά να θεραπευτεί. Δεν νιώθω πια «στο ενδιάμεσο», δεν χρειάζεται να ντρέπομαι για την καταγωγή μου.

Θυμάστε τη ζωή στην Ανατολική Γερμανία; Πώς κατάφερε η οικογένειά σας να μεταφερθεί στο Δυτικό Βερολίνο; Η ζωή μας δεν ήταν καθόλου τυπική. Η μητέρα μου ήταν ηθοποιός και δεν είχε χρόνο για μας, ούτε για να μας φροντίζει. Είχε πέντε κόρες από διαφορετικούς εραστές. Μόνο εγώ και η δίδυμη αδελφή μου έχουμε τον ίδιο πατέρα, που δεν γνωρίσαμε ποτέ. Μεγαλώσαμε σε ένα πολύ ζωντανό, καλλιτεχνικό και πολιτικοποιημένο περιβάλλον, όπου πολλοί άνθρωποι αντιπολιτεύονταν την κυβέρνηση και οι περισσότεροι εγκατέλειψαν τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας νωρίς τη δεκαετία ’70. Εξαιτίας των παιδιών της, και επειδή δεν ήθελε να μας αφήσει σε ανάδοχες οικογένειες, η μητέρα μας δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να αιτηθεί νόμιμα τη μετακίνησή μας. Γι’ αυτόν τον λόγο δέχτηκε πολλή πίεση. Δεν της επιτρεπόταν να εργάζεται δημόσια κι αυτό εμπόδισε την καριέρα της ως ηθοποιού. Μας κατασκόπευαν οι γείτονες και οι φίλοι μας, έλεγχαν τι κάναμε, πώς σκεφτόμασταν και τι θέλαμε. Η αίτηση απορρίφθηκε τρεις φορές για διαφορετικούς λόγους. Τελικά, με μια απάτη και έναν ψεύτικο αρραβωνιαστικό, χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια μέχρι να μας επιτρέψουν να φύγουμε. Θυμάμαι πόσο απογοητευμένη και λυπημένη, αν όχι θυμωμένη, ήταν η γιαγιά μου για τη φυγή των παιδιών της: η ίδια ήταν Εβραία και στη διάρκεια της εξορίας της έγινε κομουνίστρια. Κατ’ επιλογή, λοιπόν, πήγε να ζήσει στο Ανατολικό Βερολίνο το 1951. Ήθελε μια καλύτερη Γερμανία από τη ναζιστική, ήθελε μια δημοκρατικά δομημένη κυβέρνηση, χωρίς τους ναζί. Αλλά το 1961, μερικούς μήνες μετά την ανέγερση του Τείχους και αφού ο 18χρονος γιος της αυτοκτόνησε, γιατί ένιωθε παγιδευμένος σε ένα καταπιεστικό σύστημα στην Ανατολική Γερμανία, ενώ η κόρη της έγινε πολιτική ακτιβίστρια και φυλακίστηκε το 1968, στα 18 της χρόνια και έναν χρόνο μετά εγκατέλειψε τη χώρα. Έτσι, η μητέρα μου ήταν το μόνο παιδί που είχε απομείνει στη γιαγιά μου. Υπέβαλε αίτηση το ’74 και έφυγε με τις κόρες της το ’78. Αυτό δημιούργησε ένα τεράστιο χάσμα στην οικογένειά μου.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, το Βερολίνο είναι μια ενωμένη πόλη ή διακρίνονται σημάδια του διαχωρισμού; Είναι ενοποιημένο και σ’ αυτό δεν συνέβαλαν μόνο οι Ανατολικογερμανοί και οι Δυτικογερμανοί. Για να είμαστε σήμερα μια ανοιχτή, φιλελεύθερη, ετερογενής και ζωντανή πόλη, βοήθησε πολύς κόσμος από παντού. Το Βερολίνο προσελκύει ανθρώπους από την Τουρκία, τον αραβικό κόσμο, την Ισπανία, την Αμερική, την Αγγλία. Τριάντα χιλιάδες Ισραηλινοί ζουν σήμερα στο Βερολίνο, αλλά και άνθρωποι από την Κίνα, την Ινδία, όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Είναι ένα πανέμορφο κράμα όπου προσφέρονται ταξίδια σε εξωτικούς κόσμους μέσα σε μερικά μόνο χιλιόμετρα. Βεβαίως, αν κοιτάξεις προσεκτικά, θα δεις πολλά σημάδια διαχωρισμού αλλά οι αλλαγές επιτυγχάνονται μόνο όταν δεν εμμένεις σ’ αυτά. Αγνοώντας τα και κοιτάζοντας τις πολύ σημαντικότερες, δυναμικές αλλαγές, πώς οι άνθρωποι και τα όνειρά τους για το νέο Βερολίνο συναντιούνται, είναι σπουδαίο.

Ποια είναι τα μαθήματα που παίρνει κανείς στην πιο νεανική ευρωπαϊκή πόλη; Θυμάται η πόλη την ιστορία της; Έχω την εντύπωση πως οι Γερμανοί είναι πρωταθλητές σε ό,τι έχει να κάνει με τη μνήμη! Αναλογίζονται την ιστορία τους ξανά και ξανά, αναγνωρίζουν την ενοχή, τα λάθη και τις ευθύνες τους. Κι αν έχεις μια φορά πετύχει την ειρηνική επανάσταση, μαθαίνεις να την επαναλαμβάνεις και σε άλλα ζητήματα. Σε πολλούς τομείς της ζωής μας αλλάζουμε. Προς το καλύτερο.

+ Την Πέμπτη 20 Νοεμβρίου προβάλλεται η ταινία Westen σε σκηνοθεσία του Christian Schwochow η οποία είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα της Γιούλια Φρανκ «Lagerfeuer». Η ίδια θα είναι παρούσα στην προβολή στις 19:00 στο Ινστιτούτο Γκαίτε [δίπλα στο Λήδρα Πάλας] και θα ακολουθήσει συζήτηση. Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Την Παρασκευή 21 Νοεμβρίου θα πραγματοποιηθεί λογοτεχνικό αναλόγιο όπου η Γιούλια Φρανκ θα διαβάσει αποσπάσματα από το βραβευμένο της μυθιστόρημα «Η Γυναίκα του Μεσημεριού» [εκδόσεις Καστανιώτης 2009] στις 19:30 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ινστιτούτου Γκαίτε Κύπρου. Θα διαβαστούν επίσης μεταφράσεις των αποσπασμάτων στην ελληνική και τουρκική γλώσσα. Θα ακολουθήσει συζήτηση στα αγγλικά και δεξίωση. Η είσοδος είναι ελεύθερη. Το λογοτεχνικό αναλόγιο πραγματοποιείται σε συνεργασία με την Ένωση Κυπρίων Λογοτεχνών και τον Σύνδεσμο Τουρκοκυπρίων Καλλιτεχνών και Συγγραφέων.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

ΓΙΑΣΑΡ ΕΡΣΟΪ : Η τέχνη είναι όπλο στα χέρια μου

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Μετάφραση Μαρία Σιακαλλή | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου “Είμαι Κύπριος ...

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΤΣΟΓΙΑΝΝΟΥ: Η καθηγήτρια ξανακτυπά… συνθηματικά

Συνέντευξη στη Μιράντα Λυσάνδρου | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Το πρώτο λεξικό της κυπριακής αργκό ...

Περιφορά σε δομή συλλογική

Ανατρέχοντας στη χρήση της «γραμμής» στη μέχρι τώρα πρακτική του, ο περφόρμερ PASHIAS παρουσιάζει ...

Φούρνος Γαλάτας: «Άννοιμα φύλλου» από το 1953

Γράφει η Κατερίνα Μιχάηλου Από τον αλευρόμυλο του παππού στη Γαλάτα που δώρισε στον ...

Giovanni Fontana: O ποιητής ως “πολυτεχνίτης”

Συνέντευξη στην Gaia Zaccagni Ο Giovanni Fontana (Frosinone, 1946) είναι ποιητής και performer που ...

Για πράττε για μετάπραττε: Ο πολιτισμός των συναλλαγών στην Οθωμανική Κύπρο

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Μια ιστορία από τα Οθωμανικά χρόνια για τρεις Κύπριους -έναν ...

X