Οικογένειες φεουδαρχών και χωριά της Κύπρου

Γράφει η Νάσα Παταπίου

Η οικογένεια Μάμμαρη και το ομώνυμο χωριό, η οικογένεια de Chivides και το χωριό Κυβίδες, τα χωριά Γούρρη και Φικάρδου, που φέρουν επίσης ονόματα φεουδαρχών, είναι μερικά μόνο ονόματα στην ιστορία του νησιού

Τα ίχνη των φεουδαρχών της Κύπρου κατά τη φραγκοκρατία και βενετοκρατία απαντούν όχι μόνο στις πηγές, αλλά πολλές φορές και στα ίδια τα χωριά καθώς και στα τοπωνύμια της μεγαλονήσου. Αναφέρουμε ενδεικτικά το χωριό Κυβίδες το οποίο φέρει το όνομα της φεουδαρχικής οικογένειας de Chivides, η οποία αναφέρεται κατά τη φραγκοκρατία με πιο σημαντικό μέλος της οικογένειας τον Hector de Chivides, που είχε υπηρετήσει ως βισκούντης Λευκωσίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τους Βενετούς αξιωματούχους που υπηρέτησαν κατά καιρούς στην Κύπρο, αφού φρόντιζαν να χαραχτεί το οικόσημο της οικογένειάς τους σε κάποιο οικοδόμημα ή να πάρει το όνομά τους κάποιο έργο που είχε πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της θητείας τους στη μεγαλόνησο. Σημειώνουμε ως τέτοια περίπτωση τους προμαχώνες της Λευκωσίας με τα ονόματα των Βενετών αξιωματούχων που υπηρετούσαν στην Κύπρο το 1567, κατά την περίοδο της οικοδόμησης της οχύρωσης και, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είχαν εμπλακεί στην πραγματοποίηση του εν λόγω έργου. Το ίδιο είχε συμβεί με τους Κύπριους άρχοντες που είχαν καταβάλει τις δαπάνες για την ανέγερση των επτά από τους έντεκα προμαχώνες της πρωτεύουσάς μας.

Κάποιες, επίσης, εκτάσεις γης οι οποίες ανήκαν σε φεουδάρχες και στις οποίες εκτάσεις υπήρχαν υποστατικά για τους δουλοπαροίκους τους, δημιουργήθηκαν στη συνέχεια εκεί και μετά το τέλος της βενετοκρατίας νέοι οικισμοί που φέρουν το όνομά τους. Αναφέρουμε ως παράδειγμα τα χωριά Γούρρη και Φικάρδου τα οποία, αν και δημιουργήθηκαν κατά την τουρκοκρατία, φέρουν ονόματα φεουδαρχών που έζησαν και έδρασαν κατά τη φραγκοκρατία και βενετοκρατία. Ακόμη, στις εκκλησίες κάποιων χωριών ή σε άλλα οικοδομήματα συναντούμε τα οικόσημα κάποιων φεουδαρχών καθώς και τα ονόματά τους σε επιτύμβιες πλάκες. Παράλληλα οι πηγές, όπως για παράδειγμα οι χρονογράφοι καθώς και αρχειακό υλικό που έρχεται συνέχεια στο φως, εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας γύρω από τα μέλη των φεουδαρχικών οικογενειών, αλλά και ποια χωριά της Κύπρου κατείχαν ως φέουδα. Τα στοιχεία αυτά προσθέτουν στην ιστορία των χωριών μας αλλά και μας βοηθούν να καταλήξουμε σε ορθά συμπεράσματα σχετικά με τα ίχνη που άφησαν σ’ αυτά οι φεουδάρχες.

Στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, στο χωριό Τερσεφάνου του διαμερίσματος της Λάρνακας, δεσπόζει στο υπέρθυρο ένα οικόσημο. Είναι εκπληκτικό πράγματι ότι το ίδιο οικόσημο μπορεί κάποιος να το θαυμάσει σε μια κατοικία στη Βενετία, όπου είχε ζήσει ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας Λίβιος Ποδοκάθαρος, στη Ρώμη, στην κατοικία που είχε κληρονομήσει ο Πέτρος Ποδοκάθαρος, και στην πρωτεύουσα της Κύπρου Λευκωσία, συγκεκριμένα στον ναό του Μιχαήλ Αρχαγγέλου Τρυπιώτη. Στην περίπτωση του ναού του Μιχαήλ Αρχαγγέλου Τρυπιώτη δεν γνωρίζουμε επακριβώς για ποιο λόγο απαντά σ’ αυτή, αλλά πολύ πιθανόν η ίδια οικογένεια να είχε ευεργετήσει τον ναό, αφού αρχικά η οικογένεια αυτή ήταν ελληνική και ορθόδοξη. Το οικόσημο της πολύκλαδης οικογένειας των Ποδοκάθαρων, μιας από τις σπουδαιότερες οικογένειες της Κύπρου κατά τη φραγκοκρατία και βενετοκρατία, όπως προαναφέραμε, απαντά και στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας στην Τερσεφάνου. Η Τερσεφάνου, το Κίτι, ο Άγιος Γεώργιος της Άρπερας καθώς και άλλα χωριά του διαμερίσματος της Λάρνακας, όπως μαρτυρούν οι πηγές, ανήκαν κάποτε ως φέουδα στον Ηρακλή Ποδοκάθαρο. Το εγχάρακτο οικόσημο της οικογένειας των Ποδοκάθαρων, και στη συγκεκριμένη περίπτωση του φεουδάρχη Ηρακλή Ποδοκάθαρου στην εκκλησία της Τερσεφάνου, άφησε ανεξίτηλα έως τις μέρες μας τα ίχνη του Κύπριου μεγαλοφεουδάρχη.

Μόρφου και Κορνάροι της Επισκοπής

Πριν η Μόρφου καταστεί φέουδο του Ευγένιου Συγκλητικού, ο οποίος το 1521 είχε αποκτήσει με αγορά τον κενό τίτλο κομητείας Rochas, σύμφωνα με όσα διασώζουν οι πηγές, ανήκε ως φέουδο στην οικογένεια των Κορνάρων του κλάδου της Επισκοπής. Ο κλάδος αυτός ήδη από τον 14ο αιώνα είχε στην κατοχή του την Επισκοπή Λεμεσού και τις γύρω εκτάσεις, και είχε ασχοληθεί με τη ζαχαροκαλλιέργεια και δαπάνησε πολλά χρήματα για την εκμετάλλευση της ζάχαρης η οποία παραγόταν εκεί, καθώς και για την επεξεργασία της με την εγκατάσταση εκεί διυλιστηρίων.

Ανατρέχοντας στο αρχειακό υλικό πληροφορούμαστε τα εξής σχετικά με τη Μόρφου και τον κλάδο των Κορνάρων της Επισκοπής. Το 1395 οι βενετικές αρχές είχαν στείλει έναν εκπρόσωπό τους στον βασιλιά της Κύπρου και ένα από τα θέματα για τα οποία ήταν επιφορτισμένος να συζητήσει ήταν σχετικά με τα δικαιώματα των Κορνάρων για το χωριό της Μόρφου (casale Morfo). Σε έγγραφο με ημερομηνία 26 Αυγούστου 1395 αναφέρεται η εντολή της Δημοκρατίας της Βενετίας προς τον πρέσβη της Φραγκίσκο Querini, τον οποίο έστελλε στον βασιλιά της Κύπρου για να μεσολαβήσει υπέρ των συμφερόντων των Κορνάρων της Επισκοπής. Ουσιαστικά η έλευσή του στη μεγαλόνησο σκοπό είχε να διαβουλευθεί με τον βασιλιά της Κύπρου και να διευκρινιστούν τα δικαιώματα του Φρειδερίκου Κορνάρου και του γιου του και συγκεκριμένα για το χωριό Μόρφου (su casale di Morfo). Επίσης, στο ίδιο έγγραφο αναφερόταν ότι ο πρέσβης όφειλε να υπενθυμίσει στον βασιλιά τους όρους που είχε υπογράψει σχετικά όταν ήταν πρέσβης ο Ιωάννης da Canal.

Άγιοι Φανόντες και Λοΐζος Μάμμαρης

Από ένα αίτημα του Jotin Lusignan προς τη Δημοκρατία της Βενετίας το έτος 1523 πληροφορούμαστε ότι καταγόταν από τον φραγκικό βασιλικό οίκο της Κύπρου. Όπως εξηγούσε στο αίτημά του, ο παππούς του Jotin Lusignan ήταν ανεψιός του βασιλιά Ιανού και πατέρας της αρχόντισσας Μαργαρίτας, που είχε παντρευτεί τον Νικολή Μάμμαρη, αστό από τη Λευκωσία. Ο Νικολής Μάμμαρης και η Μαργαρίτα Lusignan ήταν οι γονείς του Jotin Lusignan. Οι γονείς του κατείχαν φέουδα στην περιοχή της Μόρφου και είχαν ένα σεβαστό εισόδημα σε χρήματα και σε προϊόντα ετησίως. Όταν όμως πέθανε η Μαργαρίτα, η μητέρα του, κατά την εποχή της βασίλισσας Αικατερίνης Κορνάρο, του αφαιρέθηκαν τα φέουδα και ο Jotin έμεινε χωρίς περιουσία και στη συνέχεια βυθίστηκε στα χρέη.

Το 1556, ένας απόγονος του Jotin Μάμμαρη, ο Λοΐζος (Alvise) Μάμμαρης, μνημονεύεται σε βενετική πηγή ότι κατείχε ως φέουδο το χωριό Άγιοι Φανόντες. Πρόκειται για χωριό το οποίο κάποτε ανήκε στο διαμέρισμα Λευκωσίας (viscontado) και ακολούθως με την πάροδο των αιώνων χάθηκε. Το χωριό Άγιοι Φανόντες αναφέρεται στις πηγές από το 1440 έως και το 1565. Στην απογραφή του 1565, το χωριό αυτό είχε μόνον δώδεκα κατοίκους αρσενικού γένους και φαίνεται να εγκαταλείφθηκε παντελώς κατά τον 17ο αιώνα επί τουρκοκρατίας. Τα ίχνη της οικογένειας Μάμμαρη όμως δε χάθηκαν, γιατί ένα χωριό του διαμερίσματος Λευκωσίας, το οποίο δημιουργήθηκε μάλλον κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα, φέρει το όνομα της ίδιας οικογένειας. Φαίνεται ότι το χωριό Μάμμαρη δημιουργήθηκε σε μια περιοχή που ανήκε κάποτε ως φέουδο στους Μάμμαρη και έφερε το όνομά τους. Δεν αποκλείεται μάλιστα το νέο αυτό χωριό να γειτνίαζε με τη θέση στην οποία κάποτε ήταν οικοδομημένο το χωριό Άγιοι Φανόντες. Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με την προφορική παράδοση για τους ίδιους αγίους υπάρχει μια παραθαλάσσια σπηλιά κοντά στον Άγιο Επίκτητο αφιερωμένη στη λατρεία τους, η οποία βρίσκεται πίσω από ένα τζαμί στη θέση του οποίου προηγουμένως υπήρχε εκκλησία αφιερωμένη στους Αγίους Σαράντα. Οι Άγιοι Φανόντες, όπως τους συναντούμε με αυτή τη γραφή στις δύο βενετικές πηγές κατά παραφθοράν, αλλού αναφέρονται ορθώς ως Άγιοι Φαίνοντες.

Τριμυθούντα και Αννίβας Babin

Ο Φλώριος Βουστρώνιος μας παρέχει την είδηση κατά τον 16ο αιώνα, δηλαδή στην εποχή που είχε ζήσει και ο ίδιος, ότι η Τριμυθούντα ήταν φέουδο της οικογένειας Babin. Έτσι, κατά τον ίδιο, ήταν γνωστή από τους φεουδάρχες της, που ανήκαν σε παλαιά και ευγενή οικογένεια, ως Τrimithussia delli Babini. Η ίδια πληροφορία επιβεβαιώνεται και σε βενετική πηγή του 1556, στην οποία αναφέρεται ότι ο Αννίβας Babin ήταν φεουδάρχης της Τριμυθούντας. Κατά τη φραγκοκρατία, επίσης, η ίδια οικογένεια κατείχε την Απαλέστρα, ένα άλλο χωριό στη Μεσαορία, που έσβησε με την πάροδο των χρόνων. Ο παππούς του Αννίβα Babin, που έφερε το ίδιο όνομα, πρέπει να ταυτιστεί με τον Αννίβα Babino, milite cypriota, που αναφέρεται σε έγγραφο του έτους 1491 σχετικό με τα χωριά Μαράθα και Σανταλάρη.

Ίσως να μην είναι καθόλου τυχαίο ότι η οικογένεια Babin συνδέθηκε με επιγαμίες με την οικογένεια Costanzo, μέλη της οποίας κατείχαν τη γειτονική με την Τριμυθούντα Αθηένου. Ένας Ιωάννης Babin, που είχε αιχμαλωτιστεί το 1570, όταν αργότερα απελευθερώθηκε επεξηγεί σε αίτημά του στις βενετικές αρχές την καταγωγή του από τις οικογένειες Babin, Costanzo και Malipiero.

Τα ίχνη των φεουδαρχών τα συναντούμε επίσης και σε αφιερωματικές εικόνες στις οποίες πολλές φορές απεικονίζονται τα οικόσημά τους, αλλά και οι ίδιοι γονυπετείς ως δωρητές. Το υλικό με τις έρευνές μας αυξάνεται συνεχώς και ένα μεγάλο και άγνωστο εν πολλοίς κεφάλαιο της ιστορίας της Κύπρου σχετικό με τους φεουδάρχες και τα χωριά μας προστίθεται στη μεγάλη τράπεζα των ιστορικών πηγών της μεγαλονήσου…

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

  • Show Comments

You May Also Like

Ειδήσεις για τη μουσική στην Κύπρο [15ος – 16ος αι.]

Γράφει η Νάσα Παταπίου Πολλές πηγές μάς παρέχουν στοιχεία για το φιλόμουσο των Κυπρίων, ...

Η οικογένεια Κορνάρο της Επισκοπής Cornari – Piscopia

Γράφει η Νάσα Παταπίου Κατά καιρούς οι Φράγκοι βασιλείς παραχωρούσαν προνόμια στην παροικία των ...

ΙΣΤΟΡΙΚΟ | Νέα στοιχεία από την παροικία Κυπρίων στη Βενετία

Γράφει η Νάσα Παταπίου Οι Κύπριοι είναι συγκεντρωμένοι και κατοικούν στις ίδιες ενορίες, όπως ...

O Βαρθολομαίος Κονταρίνη ο επιφανής Βενετός, γενικός προνοητής Κύπρου

Γράφει η Νάσα Παταπίου Από το έργο που είχε επιτελέσει ο Κονταρίνη, όπως το ...

Οι αδελφές του κόμη της Τρίπολης

Γράφει η Νάσα Παταπίου Το 1593, τρεις Κύπριες αρχοντοπούλες, θυγατέρες ενός κόμη, ζούσαν μαζί στη ...

Η τύχη των τελευταίων καπιτάνων Πάφου

Γράφει η Νάσα Παταπίου Από τη θέση και προϋπηρεσία τους ο καθένας, ο Τιέπολο ...

X