ΗΒΗ ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ: Η μοναξιά με έκανε συγγραφέα

Με αφορμή τη βράβευσή της από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου με το βραβείο "Γ. Φ. Πιερίδης", αλλά και την επικείμενη κυκλοφορία του μυθιστορηματικού της έργου "Ανατολική Μεσόγειος" στην αγγλική γλώσσα, ζητήσαμε από την Ήβη Μελεάγρου έναν απολογισμό ζωής

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου

Με αφορμή τη βράβευσή της από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου με το βραβείο “Γ. Φ. Πιερίδης”, αλλά και την επικείμενη κυκλοφορία του μυθιστορηματικού της έργου “Ανατολική Μεσόγειος” στην αγγλική γλώσσα, ζητήσαμε από την Ήβη Μελεάγρου έναν απολογισμό ζωής

«Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ μοναχικά. Το σπίτι μας βρισκόταν έξω από την πόλη, ένα στοιχείο κοινωνικής υποβάθμισης, πράγμα που σιγά – σιγά αντιλήφθηκα συλλαμβάνοντάς το με το ένστικτο μέσα στο μοναχικό πήγαινε – έλα προς τη Σχολή Φανερωμένης όπου φοιτούσα. ‘Επήλυδες’ λογαριαζόμαστε, ξένοι, όχι πως αυτό με ενοχλούσε αλλά σιγά – σιγά το εξάλειψα από τη συνείδησή μου, όπως πολλά άλλα δυσάρεστα».

Οι πρώτες εικόνες

«Ζούσαμε πολύ μοναχικά και μοναξιασμένα. Γύρω δεν υπήρχαν παιδιά για να παίξω. Όταν γύριζα από το σχολείο καθόμουν πάνω σε μια σωλήνα νερού και κοίταζα τα χωράφια στο σημείο δύσης του ήλιου, μετά στρεφόμουν αντίκρυ όπου ορθωνόταν ο Πενταδάκτυλος που έμοιαζε να μετακινείται, να έρχεται κοντύτερα. Τούτη η μοναξιά αποδείχθηκε πολύ δημιουργική. Με ανάγκασε να στραφώ μέσα μου βρίσκοντας εντός μου τον καλύτερο σύντροφο και το σπουδαιότερο έρεισμα στον ίδιο τον εαυτό μου. Αυτή η μοναξιά με έκανε συγγραφέα.

Παράλληλα μου αποκατέστησε μια ζωντανή επικοινωνία με τη φύση, στοιχείο που αποτέλεσε και αποτελεί μια από τις κύριες δημιουργικές πηγές μου.

Μια ατέλειωτη συνομιλία με τον εαυτό μου με ταξίδευε στα βουνά, στο φως, στον ποταμό που διέσχιζα για να πάω στο σχολείο, στα τείχη. Ερχόμουν από τη Φανερωμένη, περνούσα από την Πύλη Πάφου και έφτανα στον ποταμό.

Όταν έβρεχε και κατέβαινε ο ποταμός, στις τέσσερις που σχολνούσαμε, έβγαιναν οι Τουρκάλες και οι Τούρκοι και έκαναν εκεί πικ-νικ. Ήταν πλημμυρισμένος από Τούρκους λοιπόν ο ποταμός κι αυτή είναι μια εικόνα που έχω πάντα στο μυαλό μου. Για να δούμε πώς ζούσαμε και με τους Τούρκους. Δεν είχαμε καμιά διαφορά. Αυτά υπήρξαν η κύρια ουσία των παιδικών μου χρόνων, που διαδραματίζονταν μέσα σ’ ένα πλαίσιο μελαγχολίας και θλίψης που το δημιουργούσε η διεθνής πολιτική ατμόσφαιρα των προ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου χρόνων. Κι αυτό δεν το λέω εκ των υστέρων. Είχα συνείδηση του φόβου, του πολέμου και της απειλής. Ήμουνα στο δημοτικό σχολείο, διάβαζα όμως εφημερίδες. Θυμάμαι τους μεγάλους μαύρους τίτλους και κάποια συγκεκριμένα αναγνώσματα.

Τα εφηβικά μου χρόνια, τα γυμνασιακά, στάθηκαν πιο δραστήρια, πιο ευχάριστα, πιο ολοκληρωμένα. Η παιδεία που έπαιρνα ανταποκρινόταν στις πνευματικές μου αναζητήσεις και ανησυχίες. Ανακαλύπτω τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και τις αξίες της ηθικής και του πνεύματος, τις σοφές συλλήψεις του μέτρου και του κανόνα, της τιμής, του σεβασμού, τα διδάγματα της αρχαίας τραγωδίας και πολλά άλλα, τα οποία όχι μόνο ολοκλήρωσαν τη γνώση του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αλλά μου πρόσφεραν μια αίσθηση πανίσχυρου κόσμου ο οποίος αντιπαρασσόταν εντός μου έναντι του ταξικά διαχωρισμένου μικρόκοσμου της Λευκωσίας.

Αυτή η αίσθηση της κατοχής, εντός μου, ενός υψηλού κόσμου σε συνδυασμό με την προσωπική υπεροχή μου μέσα στην τάξη, μού ανέπτυξαν μια ισχυρή πίστη στον εαυτό μου και μια συνείδηση υπεροχής έναντι των πλούσιων συμμαθητριών μου. Στο μεταξύ απέκτησα και ποδήλατο, κι αυτό έδωσε ένα τέλος στην απομόνωσή μου. Κυκλοφορούσα στους δρόμους ολόκληρης της Λευκωσίας γνωρίζοντας την πόλη, στοιχείο το οποίο αποδείχθηκε πολύτιμο στην κατοπινή συγγραφική μου σταδιοδρομία (Ανατολική Μεσόγειος). Επίσης, μπόρεσα να αναπτύξω και ανθρώπινες σχέσεις που τις είχα στερηθεί στην παιδική μου ηλικία. Έτσι τα εφηβικά μου χρόνια συμπλήρωσαν τη σχέση μου προς το φυσικό περιβάλλον, προς το κοινωνικό σύνολο και με τη ζωή, σε ένα ισομερές κύκλωμα που κατέληγε πάντα μέσα μου ενσταλάζοντας συνειδητά ή ασύνειδα μνήμες, εμπειρίες, βιώματα στη μνήμη, την κρίση, τις αισθήσεις μου».

Στο σπίτι

«Το οικογενειακό μου κλίμα χαρακτηριζόταν από μια έξαρση του νοήματος της ζωής σαν κάτι υψηλότερο, ανώτερο, πέρα από τις καθημερινότητες, τις οικονομικές δυχέρειες, τα επαγγελματικά προβλήματα, τις ανθρώπινες μικρότητες. Αυτή η κλίμακα αξιών και στάση ζωής πήγαζαν μέσα από τη ζωή δύο ανθρώπων, του πατέρα μου Ευστάθιου Χατζηδημητρίου και του θείου μου Λουκή Ακρίτα, αδελφού της μητέρας μου.

Ο πατέρας μου είχε ένα ζωντανό όραμα πατρίδας, ελευθερίας, δημοκρατίας. Δέκα χρόνια της ζωής του κατέθεσε στην επιδίωξη αυτό του οράματος πολεμώντας ως εθελοντής, από το 1911 έως το 1922, σε όλους τους πολέμους της Ελλάδας μέχρι τη μικρασιατική καταστροφή που συνελήφθη αιχμάλωτος. Όπως ήταν φυσικό, το εθνικό πρόβλημα της Κύπρου βρισκόταν και παρέμενε στο επίκεντρο της ζωής του. Με επίγνωση αυτού του εθνικού προβλήματος γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε, μέσα όμως από τη σκοπιά ενός βαθύτατα δημοκρατικού ανθρώπου. Έτσι, το πλαίσιο των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων στάθηκε παράλληλα με όσα προσωπικά βιώματα εξέφρασα προηγουμένως, εθνικά και πολιτικά, εξαρχής διαφοροποιημένο προς δημοκρατικές κατευθύνσεις.

Όσο για το τι υπήρξε ο Λουκής Ακρίτας, είναι γνωστό σε όλους, τόσο από τους πνευματικούς αγώνες του, όσο και τους πολιτικούς καθώς κι αυτό το δημιουργικό λογοτεχνικό του έργο. Τα διδάγματα λοιπόν των δύο αυτών ανθρώπων αλλά κι ενός ευρύτερου κύκλου συγγενών, παππούδων, τα αισθανόμουνα πολύ ζωντανά μέσα μου. Οι πράξεις και η ζωή αυτών των προγόνων μού έδωσαν εξαρχής μια αίσθηση συνέχειας στη ζωή. Δεν ήμουν αυτοφυής. Πίσω μου υπήρχε μια γραμμή ζωής κι αυτή ακολουθούσα. Μια αίσθηση συνέχειας που σιγά – σιγά πέρασε από την προσωπική περίπτωση στην καθολική, σ’ εκείνη την αίσθηση της συνέχειας που αισθάνομαι πως έχουμε ως ελληνισμός, στοιχείο που αποτέλεσε τον πυρήνα του κυρίως δημιουργικού μου έργου, της ‘Ανατολικής Μεσογείου’ και της ‘Προτελευταίας Εποχής’».

Το σχολείο

«Στάθηκε η φοίτησή μου στη Σχολή Καλογραιών [St. Joseph] ένας άλλος ουσιαστικός σταθμός, τόσο στη διαμόρφωσή μου σαν ανθρώπου, όσο και στον εμπλουτισμό των εμπειριών μου. Δεν ήταν μόνο η παιδεία που απέκτησα [γαλλική και αγγλική], ήταν προπάντων η γνωριμία, η καθημερινή συνάφεια με τις συμπατριώτισσές μου, αυτές που μέχρι τότε υπήρχαν μόνο στο περιθώριο: τις Μαρωνίτισσες, Αρμένισσες, Καθολικές και πάνω απ’ όλα τις Τουρκοκύπριες. Μια συνάφεια που μου άνοιξε νέους δρόμους εμπειριών και βιωμάτων και αποτέλεσε μια παρακαταθήκη πρώτης ύλης βιωμένου υλικού, το οποίο όταν ήρθε η ώρα, στάθηκε πηγή δημιουργίας [‘Προτελευταίας Εποχή’]».

Η ανάγκη της συγγραφής

«Έχω και είχα την αίσθηση από πάντα ότι γεννήθηκα για να γράφω. Ήταν αυτό το οικογενειακό κλίμα στο οποίο μόνο υψηλοί στόχοι λειτουργούσαν. Η ανάγκη δημιουργίας που με κατείχε μπορούσε να πραγματωθεί για μένα μόνο μέσα από τον Λόγο. Ο Λόγος ήταν το μόνο όργανο που είχαμε την εποχή εκείνη. Δεν μου δόθηκαν άλλες ευκαιρίες, όπως π.χ. η μουσική, η ζωγραφική και άλλες μορφές τέχνης. Λοιπόν, στα σχολικά χρόνια, αυτή η έκφραση έβρισκε διέξοδο μέσα από τις εκθέσεις, τις μελέτες κ.λπ. Εδώ αξίζει νομίζω να αναφέρω πως στην ηλικία των εννιά μου χρόνων αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο. Πήρα ένα ωραίο λεύκωμα που μου είχε φέρει η μητέρα μου από την Αθήνα, κρύφτηκα κάτω από το κρεβάτι κι άρχισα. Στην πρώτη σελίδα, στο κέντρο, έγραψα με καλλιγραφικά γράμματα τον τίτλο: Η Ζωή Μου. Και μετά γέμισα τρεις σελίδες με διάφορες περιστάσεις που με επηρέασαν: η επίσκεψη στον οδοντογιατρό, οι διακοπές του Πάσχα στη Μόρφου, η συνάντηση με τον θείο της μητέρας μου, Χρήστο Καττιρεζηγιάννη, που υπήρξε ο ήρωας ολόκληρης της περιοχής και τον ύμνησε η λαϊκή μούσα. Εδώ τέλειωσε η γραφή. Σηματοδοτεί την πρώτη μου αποφασιστική αν και ασυνείδητη πράξη εισχώρησης στον κόσμο των γραμμάτων. Είχα ανάγκη να γράφω. Είναι η δικαίωση της ζωής μου το γράψιμο».

Τα Κυπριακά Χρονικά

«Το 1960, με την έκδοση των Κυπριακών Χρονικών στην οποία επιδοθήκαμε, στάθηκε η καθοριστική τομή στη ζωή μου. Τα Κυπριακά Χρονικά δεν ήταν απλά ένα πνευματικό περιοδικό αλλά και ένα πολιτικό κίνημα. Μέσα από την έκδοσή τους αλλά και τη Στέγη των Κυπριακών Χρονικών, δηλαδή από το είδος και το ύφος των εκδηλώσεων, ένιωσα να αναπτύσσομαι πνευματικά και να αποκτώ πνευματικότητα χαρακτήρα αλλά ταυτόχρονα ανέπτυξα και πολιτική συνείδηση. Από την έκδοση των Κυπριακών Χρονικών κι ύστερα, η συγγραφή, ο πνευματικός προβληματισμός, δεν ήταν αισθητικά φαινόμενα που γίνονταν περιστασιακά. Η πνευματική δημιουργία από τη μια ή την άλλη μορφή, αποτέλεσε και εξακολουθεί πάντα μέχρι τώρα να αποτελεί τρόπο ζωής».

Η Ανατολική Μεσόγειος

«Η Ανατολική Μεσόγειος βγήκε μέσα από τον συγκλονισμό που προκάλεσε πάνω στον Κυπριακό Ελληνισμό η Συμφωνία της Ζυρίχης και το σύνταγμα που προέκυψε. Ήταν φανερό πως ένα όνειρο αιώνων έπρεπε να εξαλειφθεί από τη συνείδηση και τις επιδιώξεις του λαού. Είχαμε μείνει μετέωροι, χωρίς ιδανικό.

Η Ανεξαρτησία δεν σήμαινε τίποτε για τον Ελληνισμό εκείνης της εποχής άλλο, αν σήμερα σημαίνει. Πρόκειται για διαδικασίες και γεγονότα τα οποία χρειάστηκαν όλα αυτά τα χρόνια για να μπορέσουμε να καταλήξουμε στη σημερινή μας στάση. Δεν μπορείς να πείσεις ένα λαό από τη μια μέρα στην άλλη ότι αυτή είναι η λύση που πρέπει να δεχτεί. Πρέπει η αποδοχή να έρθει σταδιακά. Μέσα από το κλίμα της απογοήτευσης, του άγχους και της απειλής που μας προκαλούσε αυτό το Σύνταγμα που φαινόταν ότι δεν μπορούσε να λειτουργήσει, μέσα από την αίσθηση ότι μια συνέχεια διακοπτόταν, βγήκε το θέμα της Ανατολικής Μεσογείου.

Η γνώση μου της Λευκωσίας, της παλιάς Λευκωσίας, από τα μαθητικά μου χρόνια, των γειτονιών, των εκκλησιών, των μαχαλάδων, όλα αυτά αποτέλεσαν το πλαίσιο όπου τοποθετήθηκε ο μύθος του βιβλίου. Μέσα σε όλες τις σελίδες του, επικείμενη είναι η απειλή του τέλους που δυστυχώς επαληθεύτηκε.

Όσο για την τριχρωμία που χαρακτηρίζει το βιβλίο, δεν οφείλεται σε συνειδητή επιλογή. Εντελώς το αντίθετο. Βγήκε μέσα από την πέννα μου ταυτόχρονα με την ανάδυση της θεματικής. Ούτε ήταν χαρακτηριστικό που αντέγραψα από άλλους, ξένους συγγραφείς όπως υπονοούν κάποιοι κριτικοί. Αυθόρμητα, ταυτόχρονα με τη γραφή επιβλήθηκε στην πέννα μου. Αισθανόμουν ότι ορισμένα κείμενα έπρεπε να γραφτούν με άλλο χρώμα. Όταν έδωσα το χειρόγραφο στον εκδότη και το είδε ο επιμελητής, του άρεσε η ιδέα και την υιοθέτησε. Έτσι βγήκε το βιβλίο με τα χρώματα. Ο εκδότης στο μεταξύ ήταν ο εκδότης και του Καζαντζάκη αλλά επειδή το βιβλίο θα εκδιδόταν επί χούντας και οι λογοτέχνες τότε δεν εξέδιδαν βιβλία, τυπώθηκε στην Ελλάδα αλλά γράψαμε πάνω στις εκδόσεις ‘Λευκωσία’. Μετά από δύο χρόνια, οπότε άρχισαν και οι λογοτέχνες να εκδίδουν, ήταν συμβουλή του Σεφέρη να πάρουμε αντίτυπα του βιβλίου και στην Αθήνα.

Η ‘Ανατολική Μεσόγειος’ όταν εκδόθηκε προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση. Τότε έβγαινε μια εφημερίδα, η ‘Κύπρος’, που στις πίσω σελίδες είχε επιστολογραφία. Εκείνη η σελίδα κάθε Δευτέρα ήταν γεμάτη από επιστολές εναντίον της ‘Ανατολικής Μεσογείου’. Με έπιανε μεγάλη απελπισία. Ήταν πρωτοποριακό έργο και δεν μπορούσαν να το παρακολουθήσουν. Ενώ βλέπω ότι τώρα η νέα γενιά μπορεί να το διαβάσει πιο άνετα. Τότε δεν μπορούσαν να το διαβάσουν εύκολα και επιδόθηκαν σε επιθέσεις. Υπήρχε το Κρατικό Βραβείο το οποίο τότε σήμαινε πολλά πράγματα, σήμερα δυστυχώς όχι τόσο πολλά. Τότε, λοιπόν, σήμαινε πολλά και το ήθελα.

Ο διευθυντής των Πολιτιστικών υπηρεσιών ήταν ένας πολύ καλλιεργημένος άνθρωπος, ο Παναγιώτης Σέργης, και με όλη αυτή την επίθεση και άρνηση, ήταν τρομοκρατημένος για να μου δώσει το βραβείο. Πήγε στον Αντρέα Χριστοφίδη και ζήτησε τη γνώμη του. Τι να κάνω, υπάρχει όλη αυτή η αντίδραση, του είπε. Κι εκείνος του απάντησε πως κανένα από τα υπόλοιπα υποψήφια βραβεία δεν συγκρίνεται με την Ανατολική Μεσόγειο. ‘Να το δώσεις στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς φόβο’, είπε.

Ήταν και η εποχή της Χούντας και η μισή επιτροπή ήταν χουντική. Το πήρα όμως το βραβείο, με μία ψήφο διαφορά. Το βιβλίο χρειαζόταν το βραβείο εκείνη την εποχή, γιατί έτσι αναγκάστηκαν να σιωπήσουν. Αλλά, ο πολύς κόσμος δεν διαβάζει βιβλία. Ειδικά τα δικά μου, τρομάζουν. Στην Αθήνα τα διαβάζουν περισσότερο».

Ο Σεφέρης

«Είχα μια φιλική σχέση με τον Σεφέρη η οποία ξεκίνησε από την αποκάλυψη από μέρους μου της ιστορίας του ποιήματός του ‘Οι Γάτες του Άι Νικόλα’, το οποίο έστειλε ο ίδιος στον διευθυντή του περιοδικού ‘Πνευματική Κύπρος’ κι αυτός δεν το δημοσίευσε ποτέ. Το ‘κρυψε μάλιστα λόγω της αντιχουντικής στάσης του Σεφέρη. Όταν πληροφορήθηκα αυτό το γεγονός, έγραψα πάραυτα στα Κυπριακά Χρονικά ένα κείμενο με τον τίτλο ‘Ποίημα του Σεφέρη δεν δημοσιεύεται στην Κύπρο’. Λόγω της στάσης μου αυτής αναπτύχθηκε μια φιλική σχέση ανάμεσά μας. Ο ποιητής μού χρωστούσε ευγνωμοσύνη την οποία εκδήλωνε με επιστολές και με την παραχώρηση, στα Κυπριακά Χρονικά, δύο ανέκδοτων δοκιμίων του. Στο μεταξύ, συναντηθήκαμε δυο τρεις φορές και η στάση του έναντί μου ήταν έκφραση συμπάθειας κι εκτίμησης. Κανονίσαμε να έρθει στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1971 αλλά δυστυχώς τον πρόλαβε ο θάνατος».

Το βιβλίο που δεν μπορούσε να γραφτεί: Ανύπαρκτος ο αγώνας αντίστασης

Τη δεκαετία του 1990, η Ήβη Μελεάγρου ξεκίνησε τη συγγραφή ενός νέου μυθιστορήματος, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ήταν τοποθετημένο στην Καρπασία και παρά την ύπαρξη των οδοφραγμάτων, τότε, η συγγραφέας έδινε στην ηρωίδα της, τη Μαργαρίτα, τα εργαλεία εκείνα που θα την έφταναν μέχρι εκεί.

Το βιβλίο, όμως, δεν μπορούσε να γραφτεί.

«Η σύλληψη του βιβλίου ήταν η διεξαγωγή αγώνα αντίστασης. Έγραψα μερικά κείμενα, συνέθεσα μερικούς χαρακτήρες αλλά ήταν όλα κείμενα αποσπασματικά. Το βιβλίο δεν μπορούσε να γραφτεί. Με τα χρόνια αντιλήφθηκα τα αίτια πίσω από τη συγγραφική μου αποτυχία. Ο λόγος είναι γιατί εγώ πιστεύω στον αγώνα, προωθώ τον αγώνα αλλά στον τόπο δεν υπάρχει, ή τουλάχιστον δεν υπήρχε όταν έγραφα το βιβλίο. Ουδείς ασχολείται με τον αγώνα. Όλοι οι Κύπριοι ασχολούνται με την οικονομική τους αποκατάσταση και την επίδοσή τους σε μια εποχή ευμάρειας και καλοπέρασης. Πώς μπορεί, λοιπόν, να ολοκληρωθεί η λογοτεχνική δημιουργία;»

Τι επηρέασε την πένα σας;

Αν κάτι την επηρέασε, βγήκε μέσα από την πληθώρα των λογοτεχνημάτων και διαβασμάτων που διεξήλθα στη ζωή μου.

Και τι επηρέασε τη συγγραφική σας πορεία;

Η ιστορικοπολιτική διαδρομή του τόπου, από τους αρχαίους χρόνους [με αναφορές σε ανασκαφές, σε μύθους] μέχρι σήμερα. Γεγονότα ιστορικά, πραγματικότητες ιστορικές οι οποίες μεταπλάθονται λογοτεχνικά, όχι αναγκαστικά με πιστότητα αλλά όπως τα συλλαμβάνει η δημιουργός. Ο μυθιστοριογράφος δεν είναι ιστορικός. Ο μυθιστοριογράφος εξερευνά την ανθρώπινη ύπαρξη. Γι’ αυτό και η πολυπλοκότητα των χαρακτήρων των βιβλίων μου.

Ζήσατε σε μια εποχή μεγάλων πολιτικών γεγονότων, προσμίξεων, έντονης πνευματικής ζωής κατά περιόδους. Πώς ορίζετε την εποχή από τη δεκαετία του ’50 μέχρι και την τουρκική εισβολή;

Σ’ αυτή την ερώτησή σας απαντούν τα βιβλία μου, σχεδόν όλα. Αυτά ορίζουν την εποχή μέσα από τις θεματικές τους. Τη δεκαετία ’50-’60 διαγράφει η συλλογή διηγημάτων ‘Πόλη Ανώνυμη’. Τη δεκαετία ‘63-’74, η μυθιστορηματική μου σύνθεση ‘Προτελευταία εποχή’ καθώς και η νουβέλα ‘Συνομιλίες με τον Che’. Την τραγωδία της τουρκικής εισβολής με τα ανείπωτα δράματα εκφράζουν οι ομιλίες μου που περιέρχονται στο πολυσέλιδο βιβλίο μου ‘Πρόσωπο είναι η ανώνυμη Κύπρια’.

Οι κοινωνίες που διαμορφώνονται μέσα από κάθε εποχή χαρακτηρίζονται άλλοτε με την αντιπνευματικότητα του καταναλωτισμού, την επιδίωξη υλιστικής ευμάρειας, πολιτικές αντιπαραθέσεις κι άλλοτε με την διαγραφή αγωνιστικότητας, ανθρωπιστικής συναλληλίας, διεκδίκηση δικαιοσύνης κ.ο.κ. Φορείς των πιο πάνω είναι οι ήρωες των βιβλίων.

Και η Κύπρος σήμερα; Αν γράφατε ένα βιβλίο για τη σημερινή Κύπρο, περί τίνος θα επρόκειτο;

Ένα τέτοιο βιβλίο πρέπει να γραφτεί από εκπροσώπους της νέας γενιάς. Η δική μου γενιά είναι πολύ βεβαρημένη ψυχολογικά από τα όσα γεγονότα συντελέστηκαν στον κυπριακό χώρο, επιφέροντας τον διαμοιρασμό και τον αφανισμό της ελληνικής Μεγαλονήσου. Αυτός ο αφανισμός της Ελληνικής Κύπρου και η αντικατάστασή της με τίτλους που περιέχουν το στοιχείο του επί μέρους σε ένα μέχρι το 1960 ενιαίο χώρο, είναι μια κατάσταση που με πονάει βαθύτατα και πλήττει κάθε διάθεση δημιουργικής ενασχόλησης.

Αν σας ζητούσα έναν απολογισμό της ζωής σας;

Θα σας απαντούσα πως αισθάνομαι ότι η ζωή μού έδωσε την καλύτερη προσφορά της, σ’ όλους τους τομείς και εκφάνσεις της. Είχα έναν σπουδαίο σύντροφο, τον γιατρό Γιάννη Μελέαγρο, ο οποίος συνέβαλε πολύ στην ευτυχισμένη ζωή που από κοινού βιώσαμε. Εύχομαι να ζήσουν και τα παιδιά μου την πραγμάτωση όλων των στόχων τους, όπως εγώ. Δεν με απογοήτευσε η ζωή. Αντίθετα, μου φέρθηκε καλοπροαίρετα, ευνοϊκά. Την ευχαριστώ.

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο έντυπο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης τον Νοέμβριο 2014

ΠΑΡΑΘΥΡΟ | ΠΟΛΙΤΗΣ

  • Μερόπη Μωυσέως

    Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

You May Also Like

Πινακοθήκη Λεβέντη: έτοιμη τον Νιόβρη

Γράφει η Χριστίνα Λάμπρου Η νέα, μεγάλη προσθήκη στον χώρο της τέχνης στην Κύπρο ...

Mapping Cyprus

Γράφει η Χριστίνα Λάμπρου Εκδόσεις, χάρτες, χειρόγραφα, πίνακες ζωγραφικής, παρτιτούρες και φωτογραφίες παρουσιάζονται στο ...

ΣΤΑΣ ΠΑΡΑΣΚΟΣ: «Δεν με ενδιαφέρει η τέχνη των διανοουμένων»

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου / Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Ο πληθωρικός Στας Παράσκος μιλά στον ...

ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΣΣΑΣ : Η πλατεία Ελευθερίας θα γίνει

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως / Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου “Εργαζόμαστε πολλά χρόνια σε αυτό το ...

Γιάννης Βογιατζής: «Αυτή η δουλειά δεν έχει τέλος» 

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μιχάηλου | Φωτογραφία Γεράσιμος Δομένικος/FOSPHOTOS Ένας ταβερνιάρης στο νησί της Ύδρας, ...

ΑΛΕΞΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ : «Συνδέθηκα με τη χαρά»

Τον Δεκέμβριο του 2010, η Αλέξια Βασιλείου κυκλοφόρησε το Re-bE, ένα τριπλό άλμπουμ με ...

X