ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΓΙΑΣΕΜΙΔΗΣ: Ο πρώτος της τζαζ

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου

Ο Μιχαλάκης Γιασεμίδης είναι σήμερα 92 ετών. Γεννήθηκε το 1923 στο Κοιλάνι και ήρθε στη Λευκωσία με τα αδέλφια του στα έξι του χρόνια. Από τους πρώτους Κύπριους τζαζίστες, ο κ. Γιασεμίδης εξακολουθεί να παίζει σαξόφωνο κι ας θέλει… κομπρεσόρο, όπως λέει, για να ακουστεί

Στην ηλικία των τεσσάρων χρονών πήρε στα χέρια του το πρώτο του βιολί. Ένα βιολί μικρότερο από το πιο μικρό που έβρισκε κανείς στην αγορά, φτιαγμένο ειδικά για τον ίδιο από τον πατέρα του, βιολάρη και κατασκευαστή βιολιών και λαούτων στο χωριό Κοιλάνι της επαρχίας Λεμεσού.

“Ήξερε μουσική ο πατέρας μου, ήρθε στη Λευκωσία και έμαθε βιολί. Τότε υπήρχαν δυο-τρία ωδεία: της Αθανασιάδου, της Λουλούς Συμεωνίδου, του Αρβανιτάκη. Ήμουν, λοιπόν, τεσσάρων χρονών και θυμάμαι να κλαίω και να θέλω βιολί! Ο πατέρας μου όμως είπε ‘τα μωρά σπάζουν τα παιχνίδια τους, να το κάνω και να μου μείνει ο κόπος;’. Στα πολλά, μου έφτιαξε ένα, σε μέγεθος μικρότερο και από το πιο μικρό συνηθισμένο βιολί. Δηλαδή, 2/4 είναι το μικρό μέγεθος, 1/4 ήταν το δικό μου βιολί”.

Μουσικό ταλέντο

Ο Μιχάλης Γιασεμίδης είχε έκτοτε “μουσικό αφτί”. Έπαιζε στο βιολί του ό,τι άκουγε στο σπίτι όταν έπαιζε ο πατέρας του. Με τον μεγάλο του αδελφό είχαν διαφορά έντεκα χρόνων.

“Τα τρία αδέλφια μου σπούδαζαν στο ωδείο και το καλοκαίρι, στις διακοπές τους, έρχονταν στο χωριό. Εγώ στο μεταξύ έπαιζα βιολί. Και με έφεραν στη Λευκωσία γιατί όταν με άκουσε ο αδελφός μου να παίζω στο χωριό, είπε ‘θα τον πάρω μαζί μου’. Ήρθα νωρίς στη Λευκωσία. Κατέβηκαν όλα τα παιδιά της οικογένειας στην πόλη και οι γονείς έμειναν στο Κοιλάνι. Έκλαιγα γιατί δεν ήθελα να φύγω από τη μάνα μου. Ήμουν μόλις 4-5 χρονών”.

Σαν μαγνητόφωνο

Κατεβαίνοντας στη Λευκωσία, ο κ. Γιασεμίδης ακολουθούσε τον αδελφό του στο ωδείο όπου σπούδαζε. “Καθόμουν σε μια καρέκλα ενόσω ο ίδιος έπαιρνε μαθήματα. Ερχόμενοι σπίτι, εγώ έπαιζα τα κομμάτια μόνο από την παράδοση του μαθήματος, ενώ εκείνος έπρεπε να κάνει εξάσκηση. Ήμουν σαν… μαγνητόφωνο. Πιο εύκολα κι από μαγνητόφωνο, ακόμα, συγκρατούσα τους ήχους. Να παίξει κάποιος πάνω σε έναν τενεκέ, θα του έλεγα τι φωνή έπαιξε!

Στο μεταξύ, ο πατέρας μου με πήρε μια φορά στο Μόντε Κάρλο, στις Πλάτρες, όπου έπαιζε μια ορχήστρα με Βιεννέζους. Είχα πάρει και το μικρό μου βιολί μαζί. Κάθισε ο Βιεννέζος στο πιάνο και έπαιξα μαζί του βιολί. ‘Μα πού ξέρει τα κομμάτια;’, ρώτησε τον πατέρα μου, κι εκείνος αποκρίθηκε ότι δεν χρειάζεται να τα ξέρω. ‘Είναι όπως το μαγνητόφωνο, ό, τι ακούσει το συγκρατεί με την πρώτη. Όπως τον παπαγάλο!’. Ιστορίες πολλές”.

Ο πιο ακριβοπληρωμένος

“Τα αδέλφια μου, ο Άντωνας, η Αμαλία και ο Θέμης, με έπαιρναν μαζί τους τα βράδια στα κέντρα που έπαιζαν. Ήξερα τα κομμάτια που έπαιζαν όλοι όπου πήγαινα και έπαιζα μαζί τους λες και δουλεύαμε μαζί. Έπειτα δημιουργήσαμε με τα αδέλφια μου την Ορχήστρα Γιασεμίδη.

Στην πόλη εγώ έπαιζα σε 2-3 κέντρα και έβγαζα περισσότερα χρήματα από τους τρεις μαζί!
Έπαιξα όμως και με Ιταλούς, με Γερμανούς και Ουγγαρέζους. Έπαιζα πρώτο βιολί ουγγαρέζικη μουσική γιατί ο Ουγγαρέζος σπουδασμένος μουσικός με τον οποίο συνεργαζόμασταν δεν είχε την έκφραση που είχα εγώ. Το βιολί είναι όλο έκφραση. Θέλει ψυχή περισσότερο από τεχνική”.

Ο κ. Γιασεμίδης ήταν, και είναι ακόμη και σήμερα, ένας από τους λίγους μουσικούς που δεν χρειάστηκε να κάνουν άλλη δουλειά για λόγους βιοποριστικούς. Εργάστηκε σκληρά ως μουσικός, περνώντας ατέλειωτες ώρες σε κέντρα, γάμους, ιδιωτικά πάρτι για τα προς το ζην. “Δεν τον βλέπαμε”, σημειώνει η κόρη του Αναστασία. Ωστόσο, μπορεί να καυχιέται ότι ήταν ένας ακριβοπληρωμένος μουσικός που εξαιτίας του ιδιαίτερου ταλέντου και της ευελιξίας του -έπαιζε τα πάντα, καλά και με ευκολία- κατάφερε να εξασφαλίσει τον ίδιο και την οικογένειά του υπηρετώντας το ταλέντο του.

“Πριν μερικά χρόνια έψαχνε μια νεαρή Ρωσίδα, εκατομμυριούχα, έναν μουσικό να παίξει ρωσική μουσική. Δεν έβρισκε κανέναν. Με ανακάλυψε ρωτώντας. Πήγα, έπαιξα μια ώρα και πήρα 1.000 ευρώ. Πού να έβρισκαν άλλο να παίξει ρωσική μουσική στην Κύπρο; Ήμουν μια ορχήστρα μόνος μου”.

Η τζαζ

“Η οικογένεια του σαξόφωνου αποτελείται από το βαρύτονο, το άλτο, τενόρο και σοπράνο, που είναι το πιο μικρό”, εξηγεί ο κ. Γιασεμίδης στην κόρη του που κάθεται κοντά του.
Το σαξόφωνο είναι ένα από τα όργανα που τον συντρόφεψαν στις πιο καλές του στιγμές. Ειδικεύτηκε, όπως λέει ο ίδιος, σ’ αυτό και στο κλαρίνο. Κι ας έπαιζε εξίσου καλά άλλα 30 όργανα. Η σχέση του με την τζαζ μουσική ξεκίνησε όταν ένας φίλος τού έφερε δίσκους τζαζ από την Αγγλία.
“Ακούγοντάς τους, έπαιζα κιόλας. Η τέχνη είναι δώρο από τον Θεό. Ούτε πουλιέται ούτε αγοράζεται. Μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα με το ταλέντο.

Έπαιξα τζαζ σε όλα τα κέντρα! Είχε πολλά κέντρα η Λευκωσία. Στα καμπαρέ είχε πρόγραμμα με ορχήστρα και παίζαμε τζαζ μουσική. Στο Σαντεκλαίρ, στο Μαϊάμι και αλλού. Είχε και πρόγραμμα ‘ματινέ’, απογευματινό δηλαδή, για τις οικογένειες με τα παιδιά τους. Είχαμε κοντραμπάσο, πιάνο, είχαμε ένα Ολλανδό πιανίστα πολύ καλό. Έρχονταν ξένοι και εργάζονταν εδώ και παίζαμε μαζί μουσική”.

Άρεσε στο κοινό, τότε, η τζαζ;

“Βέβαια”, απαντά ο κ. Γιασεμίδης. “Φυσικά, υπήρχαν και εκείνοι που δεν… καταλάβαιναν. Υπήρχαν κι άλλοι όμως που καταλάβαιναν και ενδιαφέρονταν”.

Τα αγαπημένα του κομμάτια της τζαζ είναι αυτά του Λούι Άρμστρονγκ. “Ήταν ο βασιλιάς της τζαζ”, σημειώνει. Στους αγαπημένοι του τζαζίστες, όμως, που είχε και τους δίσκους του, συγκαταλέγονται ο Χάρι Τζέιμς, ο Άρτι Σο, ο Μπένι Γκούντμαν.

“Οπου έβρισκα δίσκο της τζαζ τον έπαιρνα, τον έβαζα να παίξει και έγραφα τη μουσική. Έκανα και ενορχήστρωση. Η τζαζ μουσική είναι πιο δύσκολη από την κλασική. Με την κλασική, θα πάνε χίλια άτομα στο ωδείο και θα τη μάθουν. Την τζαζ, όμως, από τους χίλιους, μόνο οι 5-6 θα μπορούν να κάνουν αυτοσχεδιασμό και να παίξουν. Γιατί η βάση της τζαζ είναι ο αυτοσχεδιασμός. Πρέπει να το ‘χεις και δεν το έχουν πολλοί. Για να παίξεις τζαζ, πρέπει να είσαι γεννημένος γι’ αυτό. Θέλει ταλέντο”.

6-ΣΑΝΤΕΚΛΕΡΟ Μιχαλάκης Γιασεμίδης στο βιολί με το σχήμα  “Bruno Band” γύρω στο 1950-1951.

6-ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΡΙΚΗ Συμφωνική Ορχήστρα του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος κύπρου με διευθυντή ορχήστρας τον Θέμη Χριστοδούλου και πρώτο βιολί τον Μιχαλάκη Γιασεμίδη. Η φωτογραφία τραβήχθηκε επί Αγγλοκρατίας δηλαδή πριν τον 1959

 

 

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Γιώργος Σκαμπαρδώνης: «Το γράψιμο είναι τρόπος ζωής»

Η γραφή, ως “τρόπος θέασης του κόσμου και ως τρόπος ζωής”, είναι ένα από ...

Ομήρου «Οδύσσεια» στα κυπριακά, από τον Άκη Σπανούδη

Συνέντευξη στον Παύλο Νεοφύτου Δύο χρόνια περάσανε από τότε που η σελίδα ΑΛΛΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ...

Μαρία Χατζηκωστή

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως  11.7.2010 H διευθύντρια του τμήματος Αρχαιοτήτων, δρ Μαρία Χατζηκωστή, μιλά ...

Μαρία Λοϊζίδου: Συνεχώς βρίσκομαι υπεύθυνη απέναντι στο τι προτείνω

Ενδείξεις με βελάκια αριστερά και δεξιά της κεντρικής εισόδου του Πολυχώρου «Γκαράζ» παραπέμπουν τους ...

Μαγδαλένα Ζήρα: «’Οι Λύκοι’ αγγίζουν τις χορδές όλων»

Η παράσταση που πρωτοσυστήθηκε στο κοινό στο πλαίσιο του προγράμματος Πολιτιστικής Αποκέντρωσης του Υπουργείου ...

Performance Art: “Εδώ και τώρα”

Συνέντευξη στην Χριστίνα Λάμπρου / Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου “Το performance art έχει τη δύναμη ...

X