Το φάντασμα ενός γυρίσματος

Ο σκηνοθέτης του "Ghost in the Noonday Sun" επιστρέφει στην Κύπρο τέσσερις δεκαετίες μετά για να πιάσει το νήμα μιας εξωφρενικής ιστορίας
  • Η ιστορία της ταινίας “Ghost in the Noonday Sun” -που γυρίστηκε για 68 μέρες στην Κερύνεια το φθινόπωρο του 1973, δεν προβλήθηκε ποτέ και έμεινε θρυλική στην Κύπρο ως “εκείνη η ταινία με τον Πίτερ Σέλερς στην Κύπρο”- ξεκίνησε σε έναν δρόμο του Λονδίνου στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Και ολοκληρώθηκε στην Κερύνεια λίγους μήνες πριν από την εισβολή, που έμελλε να αλλάξει για πάντα τη χώρα και να συνδέσει την ταινία στη λαϊκή φαντασία με μία ακόμα θεωρία συνωμοσίας.

    Ο σκηνοθέτης Πίτερ Μέντακ είχε μόλις απορρίψει μια πολλά υποσχόμενη παραγωγή – η καριέρα του απογειωνόταν και ταυτόχρονα κινδύνευε πάντα από τη στασιμότητα. Άλλωστε στη βιομηχανία του κινηματογράφου, και τότε και σήμερα, υπάρχει ένα αξίωμα: είσαι τόσο καλός όσο η τελευταία σου ταινία.

    Ο Πήτερ Μέντακ

    Το Λονδίνο της εποχής ήταν γεμάτο με τους μελλοντικούς θρύλους του παγκόσμιου κινηματογράφου και της τέχνης, αν και οι περισσότεροι από αυτούς δεν το ήξεραν ακόμα – οι περισσότεροι ήταν απλώς μια παρέα που επιδίωκε να πετύχει την αναγνώριση. Κάπου εκεί ο Μέντακ, ο οποίος δεν γνώριζε ακόμα πως θα γινόταν ένα από τα σημαντικότερα ονόματα και βετεράνος του αμερικανικού σινεμά, συνάντησε τυχαία τον φίλο του Πίτερ Σέλερς, ο οποίος είχε περάσει ήδη από την πιο επιτυχημένη του καμπή ως ηθοποιός, όμως παρέμενε ένα από τα πρώτα ονόματα. Ο Σέλερς τον χαιρέτησε εγκάρδια με το γνωστό “darling” και του πρότεινε να τον σκηνοθετήσει σε μια πειρατική κωμωδία που επρόκειτο να γυριστεί στην Κύπρο.

    Κανείς από τους δύο δεν φανταζόταν πως η ταινία δεν θα προβαλλόταν ποτέ. Και πως μια σειρά από λανθασμένες επιλογές, κακή τύχη, και ο ίδιος ο -το λιγότερο- παροιμιωδώς ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του Πίτερ Σέλερς θα είχαν ως αποτέλεσμα μια εμπειρία την οποία ο Μέντακ θα χαρακτήριζε αργότερα εφιάλτη.

    Από το Λονδίνο στην Κύπρο

    Σαράντα δύο χρόνια μετά, ο Πίτερ Μέντακ βρίσκεται ξανά στην Κύπρο, για να πιάσει το νήμα και να διηγηθεί και να σκηνοθετήσει την ιστορία εκείνων των δραματικών, αστείων και παρανοϊκών εβδομάδων από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Νοέμβριο του 1973. Το ντοκιμαντέρ “The Ghost of Peter Sellers” δεν μένει μόνο στην Κύπρο αλλά ξεκινά την ιστορία με γυρίσματα στο Λονδίνο, καθώς ο σκηνοθέτης αφηγείται την πρόταση από τον Σέλερς να αναλάβει την ταινία, και θα συνεχίσει με γυρίσματα στη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες. Ο κορμός του ντοκιμαντέρ βασίζεται στον ίδιο τον Μέντακ να διηγείται την ιστορία της ταινίας, μαζί και με συνεντεύξεις συντελεστών αλλά και της κόρης του Σέλερς, Βικτώρια, και της επίσης ηθοποιού και τότε συζύγου του Μπριτ Έκλαντ.

    Η συνέντευξη στο “Π” έγινε στα γραφεία της παραγωγής που ανέλαβε τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ στην Κύπρο. Ο Πίτερ Μέντακ θυμάται τα πάντα από εκείνες τις ημέρες, κάθε πέτρα στο λιμανάκι της Κερύνειας μέχρι και λεπτομέρειες από τη στολή των στρατιωτών που φύλαγαν τις πυραυλάκατους που στάθμευαν στο λιμάνι, εν μέσω της αστάθειας της εποχής. Όμως είχε προχωρήσει στην καριέρα και τη ζωή του, μέχρι που επικοινώνησε μαζί του ο Κύπριος παραγωγός Πολ Ιακώβου, ο οποίος έμαθε για την ταινία του 1973 (το πώς έγινε αυτό είναι μια άλλη ιστορία, όπως πολλές που δεν χώρεσαν σε αυτή τη συνέντευξη) και άρχισε τη δουλειά για το ντοκιμαντέρ που πήρε τον τίτλο “The Ghost of Peter Sellers”… ίσως γιατί ο ιδιόρρυθμος και ιδιοφυής ηθοποιός αποτελεί αναπόφευκτα ένα τόσο μεγάλο μέρος του.

    Μια σκοτεινή περίοδος

    “Δεν ήξερα [τον Ιακώβου] όταν έλαβα το ιμέιλ στο οποίο με ρωτούσε αν θα ήθελα να είμαι μέρος αυτού του ντοκιμαντέρ”, θυμάται ο Μέντακ. “Η πρώτη μου αντίδραση ήταν πως δεν ήθελα να το κάνω – η ταινία έγινε πριν από 42 χρόνια, και ενώ θα μπορούσε να ήταν μεγάλη επιτυχία δεν βγήκε ποτέ στις αίθουσες. Κάτι τέτοιο δεν είναι ιδιαίτερα καλό για έναν σκηνοθέτη, να έχει μιαν ταινία με σταρ στο μέγεθος του Πίτερ Σέλερς και να μην την προβάλει ποτέ”.

    “Ήταν μια πολύ σκοτεινή περίοδος της ζωής μου, γιατί ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να συνεννοηθείς [με τον Σέλερς] στα γυρίσματα”, θυμάται ο Μέντακ, ο οποίος πριν από το “Ghost in the Noonday Sun” είχε συνεργαστεί με ηθοποιούς όπως η Γκλέντα Τζάκσον και ο Άλαν Μπέιτς. Μόλις την προηγούμενη χρονιά, το “The Ruling Class” με τον Πίτερ Ο’ Τουλ είχε ταράξει τα νερά και δημιούργησε προσδοκίες για το επόμενο βήμα του Μέντακ.

    Γύρω στο 1993, όταν γύριζε την ταινία “Romeo is Bleeding” με τον Γκάρι Όλντμαν, ο τελευταίος, που γνώριζε για το “Ghost in the Noonday Sun”, πρότεινε στον Μέντακ να σκηνοθετήσει μια ταινία για τα όσα έγιναν τότε, προτείνοντας να παίξει τον ίδιο τον σκηνοθέτη. “Είχαμε σενάριο, όμως δεν κάναμε ποτέ την ταινία γιατί ένιωσα πως το να επιστρέψω σε αυτόν τον εφιάλτη…απλά δεν ήθελα να το κάνω”.

    42 χρόνια μετά

    Τώρα, τέσσερις δεκαετίες μετά, έκανε ακριβώς αυτό. Ο Πίτερ Μέντακ διηγείται στο ντοκιμαντέρ όσα έγιναν από την αρχή της παραγωγής της ταινίας με αποκορύφωμα τα επεισοδιακά γυρίσματα, με συνεντεύξεις από συντελεστές στο εξωτερικό και στην Κύπρο. Η ταινία, μας τονίζει, δεν αφορά μόνο τον Σέλερς, αλλά και τον συμπρωταγωνιστή του και επίσης σημαντικό κωμικό Σπάικ Μίλιγκαν, ο οποίος μάλιστα είχε γράψει και αρκετούς διαλόγους της ταινίας.

    Τον ρωτήσαμε γιατί επιστρέφει, λοιπόν, σήμερα. “Τότε έκλεισα τα μάτια μου, έκανα άλλη μια ταινία, και άλλη μια ταινία… Την έθαψα στη μνήμη γιατί ήταν μια πολύ δυσάρεστη εμπειρία”, παραδέχεται ο Μέντακ. Μνήμη δύσκολη, ειδικά όταν “ήταν ένας φίλος μου, ο Πίτερ, που με παρακάλεσε να σκηνοθετήσω, όμως μετά στράφηκε εναντίον μου και εναντίον όλων”.

    Ήταν μια καλή ευκαιρία “να προσπαθήσω να πω την πραγματική ιστορία πίσω από την ταινία. Ήταν σημαντικό για μένα περισσότερο, αν όχι για τον υπόλοιπο κόσμο. Ήταν σημαντικό να το αντιμετωπίσω και να καταλάβω, και να πω την αλήθεια”. Η ταινία όμως δεν αποτελεί επίθεση στον Πίτερ Σέλερς, μας τονίζει, γιατί πολλά άλλα πράγματα πήγαν στραβά.

    “Κάθε καλός σκηνοθέτης έχει μια τέτοια ταινία, γιατί κάνουμε μια περίεργη δουλειά”. Όταν τον ρωτήσαμε αν έμαθε κάτι, απαντά με ένα απλό “όχι”. “Η κάθε επόμενη ταινία γίνεται σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Αν έμαθα κάτι, είναι να μην ξανακάνω γύρισμα στη θάλασσα”.

    Η τρικυμία του γυρίσματος

    Ένα από τα κυριότερα προβλήματα ήταν η απόφαση των παραγωγών (τους οποίους ο ίδιος ο Πίτερ Σέλερς απέλυσε από τις πρώτες ημέρες ακριβώς λόγω των επιλογών τους) η ταινία να γυριστεί σε πραγματικό πλοίο, με πραγματικές βάρκες, αντί σε ειδικά διαμορφωμένο στούντιο. Ένα τέτοιο στούντιο υπήρχε στη Μάλτα, όμως η Κύπρος επιλέχθηκε και για λόγους κόστους. “Είναι μια ιδέα παρανοϊκή για κάποιον που δουλεύει στον κινηματογράφο. Είναι αδύνατον να κάνεις γύρισμα στη θάλασσα”. Το γύρισμα ήταν ένας εφιάλτης, καθώς τα σκάφη δεν έμεναν ποτέ στο ίδιο σημείο λόγω των κυμάτων, με την ακτή να παρεισφρέει συνεχώς στο πλάνο ακόμα και σε στιγμές όπου η δράση λάμβανε χώρα στην ανοικτή θάλασσα.

    Ο Πίτερ Σέλερς γρήγορα άρχισε υποσυνείδητα, όπως μας λέει ο Μέντακ, να σαμποτάρει ουσιαστικά την ταινία. “Το πρόβλημα ξεκίνησε όταν ο Πίτερ κατάλαβε πως η ταινία θα γυριζόταν στο νερό. Μια μέρα γύρισε και μου είπε πως αυτό ήταν τρελό και αδύνατο, πως δεν μπορούμε να γυρίσουμε κωμωδία υπό αυτές τις συνθήκες”.

    Από το ξεκίνημα φάνηκε πως ο Σέλερς δεν είχε διαβάσει καν το σενάριο, ενώ στις αρχές ακόμα των γυρισμάτων, με το πρόσχημα της υπερβολικής κούρασης, δεν ερχόταν στα γυρίσματα. Έχει μείνει στην ιστορία το περιστατικό όταν, ενώ οι συντελεστές νόμιζαν πως ο Σέλερς ανάρρωνε στο σπίτι που του είχε ενοικιάσει η παραγωγή έξω από την Κερύνεια, ο Μέντακ άνοιξε μια μέρα την εφημερίδα για να δει φωτογραφία του ηθοποιού στο… Λονδίνο, όπου είχε πριν από λίγες ημέρες δειπνήσει με την πριγκίπισσα Μάργκαρετ.

    Από μια Κύπρο σε μια άλλη

    Η Κύπρος ήταν ένα ήδη ταραγμένο σκηνικό για την ταραχώδη ιστορία της ταινίας – ο Πίτερ Μέντακ θυμάται τα Ηνωμένα Έθνη να συνοδεύουν τους συντελεστές από το αεροδρόμιο της Λευκωσίας προς την Κερύνεια. Δεν είχε δει τότε την πρωτεύουσα, όμως το λιμανάκι της Κερύνειας έχει μείνει στη μνήμη του.

    “Η επιστροφή στην Κερύνεια μού ράγισε την καρδιά, γιατί τότε ήταν ένα απίστευτο μέρος. Όμως τώρα έχει εγκαταλειφθεί, υπάρχουν τόσα πολλά σκάφη, είναι σαν πανηγύρι. Δεν μπορείς πια να δεις τα όμορφα κτήρια και το κάστρο”, διηγείται ο Μέντακ. Τον περισσότερο του χρόνο στην Κερύνεια τον πέρασε στο εστιατόριο Μαραμπού, στο λιμανάκι, του οποίου τους ιδιοκτήτες ξανασυνάντησε χρόνια μετά στο Χάμερσμιθ, στο Λονδίνο, όπου κατέληξαν μετά την εισβολή.

    Από το λιμανάκι θυμάται επίσης μια συγκεκριμένη εικόνα με λεπτομέρεια: τρεις πυραυλάκατους που βρίσκονταν δίπλα στο κάστρο, “με έναν πολύ εντυπωσιακό φρουρό του ελληνικού στρατού, με μαύρες μπότες, κάτω από τις οποίες θυμάμαι δεν φόραγε κάλτσες”. Κάθε φορά που έπρεπε να μετακινηθούν οι πυραυλάκατοι για το γύρισμα, διηγείται, τα σκάφη, τα οποία χρονολογούνταν από τον Β΄ Παγκόσμιο, γέμιζαν το λιμανάκι με καπνό για μισή ώρα. Όταν έμαθε για την εισβολή, η πρώτη του ερώτηση αυθόρμητα ήταν το τι συνέβη στις πυραυλάκατους. Την ημέρα της εισβολής, έμαθε, χρησιμοποιήθηκαν για αντιμετωπιστούν οι Τούρκοι και βυθίστηκαν.

    “Η ταινία εξελίσσεται συνέχεια, κάτι που δεν έχω ξανακάνει ποτέ στη ζωή μου” προσθέτει αναφερόμενος στην επίσκεψή του στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, του οποίου η ιδιαιτερότητα γρήγορα βρήκε τη θέση της στο ντοκιμαντέρ, καθώς εκεί γίνεται η συνέντευξη με τη Νόρμα Φαρνς, την ατζέντη του Σπάικ Μίλιγκαν, με αφορμή την αφήγηση για το πώς οι ηθοποιοί έφτασαν στην Κύπρο. Το ντοκιμαντέρ, σημειώνει, δεν έχει να κάνει με τον πόλεμο που ακολούθησε λίγους μήνες μετά, όμως αναπόφευκτα η διαίρεση είναι παρούσα, μια κατάσταση που συγκρίνει με το Βερολίνο. “Σε κάθε δρόμο φτάνεις σε έναν τοίχο και συρματόπλεγμα.

    Το ενδιαφέρον πάντως είναι πως αρχικά ο Μέντακ θα διάλεγε τη Μάλτα για τα γυρίσματα λόγω των εγκαταστάσεων, όμως στην Κύπρο βλέπει πολλές προοπτικές για κινηματογραφιστές. “Η χώρα θα μπορούσε να έχει μεγάλο μέλλον [στον τομέα] λόγω του καιρού, της θάλασσας, των βουνών”, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σκηνικό που να παραπέμπει σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.

    Ο απίστευτος Σέλερς

    “Δεκαπέντε από τις 67 ημέρες των γυρισμάτων δεν ένιωθε καλά, καμωνόταν πως είχε πάθει καρδιακή προσβολή… όπως είχε κάνει σε πολλές άλλες ταινίες του”, θυμάται ο Μέντακ, χωρίς να δείχνει πικρία. “Ήταν ένας πολύ καλός φίλος μου, αλλά αυτό δεν έπαιξε ρόλο γιατί ήταν ένας πολύ πολύπλοκος χαρακτήρας”, ένας χαρακτήρας “που χρειάζεται μια ολόκληρη ζωή να τον καταλάβεις”.

    “Είχε μια πολύπλοκη ζωή όπως όλοι μας… όχι περισσότερο ίσως από τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά τον επηρέασε με έναν συγκεκριμένο τρόπο από την αρχή”, απάντησε ο Μέντακ όταν τον ρωτήσαμε. Στην Κύπρο, πρόσθεσε, διάβασε για πρώτη φορά ένα βιβλίο του γιου του Πίτερ Σέλερς για τον πατέρα του. “Αν το διαβάσεις, αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι όχι ποιο ήταν το πρόβλημά του, αλλά πόσο αδύνατον ήταν να τον διαχειριστείς”. “Ήταν υπέροχος, αλλά ταυτόχρονα ήταν ένας εφιάλτης. Αυτός όμως ήταν ο Πίτερ, κρυμμένος κάτω από όλα τα αστεία”.

    Έναν χρόνο μετά, ο Μέντακ κατάφερε να προχωρήσει στην επόμενή του ταινία. Είχε να δει τον Σέλερς από τα γυρίσματα στην Κύπρο. Μια μέρα στα γυρίσματα ο σοφέρ τού Σέλερς τον πλησίασε και του είπε πως ο ηθοποιός βρισκόταν στο διπλανό στούντιο και πως πειράχτηκε που ο Μέντακ δεν πήγε να τον χαιρετήσει. Ο Μέντακ δεν πήγε, αλλά δύο μέρες μετά εμφανίστηκε ο ίδιος ο Σέλερς.

    “Με ρώτησε τι συμβαίνει και του απάντησα ‘Πίτερ, δεν θυμάσαι τι έγινε στην Κύπρο;’. Μου απάντησε ‘για τι πράγμα μιλάς;’. Δεν ήμασταν ο ένας εναντίον του άλλου, ήμασταν εμείς εναντίον όλων”, θυμάται ο Μέντακ. “Του απάντησα πως, στο τέλος, δεν είχαν μείνει άλλοι”. Οι δύο δεν είχαν συχνή επικοινωνία. Ο Πίτερ Σέλερς πέθανε μερικά χρόνια αργότερα, το 1980.

    Το Λονδίνο των θρύλων

    Το ντοκιμαντέρ είναι σε μεγάλο βαθμό και η ιστορία του σκηνοθέτη και του Λονδίνου της εποχής, το οποίο τον διαμόρφωσε από τότε που εγκατέλειψε την πατρίδα του, την Ουγγαρία, σε νεαρή ηλικία. Μια από τις κύριες σκηνές του ντοκιμαντέρ γυρίστηκε στον δρόμο έξω από το εστιατόριο όπου ο Σέλερς του πρότεινε να σκηνοθετήσει το “Ghost in the Noonday Sun”. “Στην ταινία μιλάω για το τι ήταν το King’s Road τότε, τι ήταν το Λονδίνο τότε”.

    Ο Μέντακ μιλάει για το Λονδίνο του 1960 και του 1970, όπου ο ίδιος, ο Σέλερς, ο Μίλιγκαν, ο Μάικλ Κέιν, ο Ρότζερ Μουρ, ο Τέρενς Σταμπ συνυπήρχαν και δημιουργούσαν. Και όπου οι μνήμες από την καριέρα και τη ζωή του συνδέονται με σημεία της πόλης, όπως “το κινέζικο εστιατόριο στο Κένσινκγτον όπου συνάντησα για πρώτη φορά τον Σέλερς”.

    Μια θεωρία “τρελή όσο η ταινία”

    Καμία συζήτηση για το “Ghost in the Noonday Sun” δεν μπορεί να αποφύγει τον αστικό μύθο πως η ταινία, που ολοκλήρωσε τα γυρίσματά της έξι μήνες πριν την εισβολή, ήταν ουσιαστικά μια επιχείρηση κατασκοπείας σκοτεινών δυνάμεων, με τους Αμερικανούς να φωτογραφίζουν τον βυθό, το λιμάνι της Κερύνειας και το Πέντε Μίλι όπου έγινε η απόβαση του τουρκικού στρατού ως προετοιμασία της εισβολής. Αναφορά στη θεωρία αυτή γίνεται μάλιστα… ακόμα και στον Φάκελο της Κύπρου της Βουλής των Αντιπροσώπων.

    “Άκουσα πρώτη φορά [για την ιστορία αυτή] από τον Πολ, πριν από εννέα μόλις μήνες. Αμέσως άρχισα να γελάω”, σχολιάζει ο Μέντακ. “Ήταν εντελώς γελοίο, τρελό όσο και η ίδια η ταινία. Με το ζόρι μπορούσαμε να γυρίσουμε την ταινία, πόσω μάλλον να κάνουμε κάτι τέτοιο”.

    Ο Μέντακ δεν είχε ποτέ ακούσει για αυτή τη θεωρία, η οποία όπως εκτιμά ο Ιακώβου μάλλον προήλθε από τις εντυπώσεις των Κερυνειωτών που έβλεπαν το “πειρατικό” του Πίτερ Σέλερς να πηγαινοέρχεται στην ακτή για μια ταινία που ποτέ δεν τελείωσε. Αν ήθελαν οι όποιοι κατάσκοποι να μετρήσουν το βάθος της θάλασσας ως προετοιμασία για τα τουρκικά πλοία, προσθέτει ο Μέντακ, “θα μπορούσαν να το είχαν κάνει νύχτα, χωρίς να το καταλάβει κανείς”, και μάλιστα με χαμηλότερο κόστος.

    Ο Ιακώβου, ο οποίος έψαξε την ιστορία όταν έκανε την έρευνα, θεωρεί πως ίσως ο κόσμος της εποχής δεν ήξερε ότι δεν είναι τόσο σπάνιο πολυδάπανες ταινίες να μην ολοκληρώνονται ποτέ. Το ότι το γύρισμα έγινε λίγο πριν από το τραύμα της εισβολής συνέβαλε και αυτό στη δημιουργία της θεωρίας.
    “Καθένας ήθελε να δώσει τη δική του ερμηνεία”, αναφέρει. Αν λυθεί τώρα το Κυπριακό, προσθέτει ο Ιακώβου, όλοι θα λένε “ορίστε, έξι μήνες μετά που έφυγε έγινε η εισβολή, τώρα, έξι μήνες μετά, λύνεται το Κυπριακό”. Ο Μέντακ γελά, ευχόμενος τουλάχιστον αυτό να συμβεί.

    INFO
    www.theghostofpetersellers.com/
    www.facebook.com/theghostofpetersellers 

    • Γιώργος Κακούρης

      Γεννήθηκε στις ΗΠΑ το 1982. Σπούδασε δημοσιογραφία και πολιτικές επιστήμες στα πανεπιστήμια NYU της Νέας Υόρκης και UCL του Λονδίνου. Εργάζεται ως δημοσιογράφος από το 2005 ως συνεργάτης και από το 2009 μόνιμα στην εφημερίδα «Πολίτης» καλύπτοντας πολιτικά και διεθνή θέματα. Αρθρογραφεί κάθε Κυριακή στο πολιτιστικό ένθετο «Παράθυρο» και ραδιοφωνεί κάθε Σάββατο στην εκπομπή «Καζαντί» στον «Πολίτη 107,6» | kakouris.g@politis-news.com |@nekatomenos

    You May Also Like

    Το κυπριακό ντοκιμαντέρ «Το Φάντασμα του Πίτερ Σέλερς» στα Φεστιβάλ της Βενετίας και Τελιουράιντ

    Το κυπριακό ντοκιμαντέρ «Το Φάντασμα του Πίτερ Σέλερς» εντυπωσιάζει στα Φεστιβάλ της Βενετίας και ...

    Ελένη Μποζά: “Αυτές είναι οι σημαντικές στιγμές για να κάνεις θέατρο”

    Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Η Ελένη Μποζά πέρασε δύο μήνες στην Κύπρο σκηνοθετώντας την ...

    Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Λεμεσού | «Ξεχωρίζουν οι ταινίες»

    Είκοσι οκτώ ντοκιμαντέρ θα προβληθούν στη μεγάλη οθόνη στη διάρκεια του φετινού Διεθνούς Φεστιβάλ ...

    ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ:Το βασικό ερώτημα είναι πού θέλουμε να πάμε, ποιοι θέλουμε να είμαστε

    Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως / Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου “Ο πολιτισμός μας δεν είναι τίποτε ...

    ΕΤΕΡΟΤΟΠΙΑ : «Τα βιβλία μας είναι για τους δρόμους, όχι για τα ράφια»

    Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου «Επιλέξαμε ως όνομα του εκδοτικού οίκου ...

    Κυριάκος Χαραλαμπίδης: Η ποίηση είναι άκρως ανατρεπτική και υπερρεαλιστική

    Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης δεν διαβάζει πια μυθιστορήματα, ούτε ποίηση, εκτός αν του σταλούν κάποιες ...

    X