Η νεκρή φύση στην κυπριακή τέχνη

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου/Φωτογραφία: Ελένη Παπαδοπούλου

Η Ελένη Νικήτα μιλά στο “Π” για την έκθεση την οποία επιμελείται με τίτλο “Αίσθηση και Νόηση. Η νεκρή φύση στο έργο Κυπρίων καλλιτεχνών”

“Η κατηγορία της νεκρής φύσης διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αναγωγή αντικειμένων καθημερινής χρήσης σε κύριο συστατικό του έργου τέχνης – με αποτέλεσμα η τέχνη να συναντά τη ζωή” σημειώνει η δρ Ελένη Νικήτα, μιλώντας στην συνέντευξη που ακολουθεί για την έκθεση “Αίσθηση και Νόηση. Η νεκρή φύση στο έργο Κυπρίων καλλιτεχνών” την οποία επιμελήθηκε.
Η έκθεση, η οποία εγκαινιάζεται στο Κέντρο Ευαγόρα Λανίτη την Τετάρτη, εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο Κύπριοι καλλιτέχνες επεξεργάστηκαν το θέμα της νεκρής φύσης και παρουσιάζει 41 έργα δημιουργών από διαφορετικές γενιές, σχηματίζοντας ένα χρονικό τόξο από τους πρωτεργάτες της κυπριακής τέχνης μέχρι σύγχρονους και ενεργούς εικαστικούς. 

“Όταν οργανώνω εκθέσεις σκέφτομαι πάντα το κοινό στο οποίο απευθύνομαι και δίνω μεγάλη σημασία στην εκπαιδευτική πλευρά μιας έκθεσης. Η θεματογραφική κατηγορία της νεκρής φύσης, της αναπαράστασης δηλαδή τροφίμων ειδών, λουλουδιών ή οικείων φυσικών ή κατασκευασμένων αντικειμένων, είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα και η παρακολούθηση της πορείας του μέσα στους αιώνες μάς διδάσκει πολλά για την ιστορία της τέχνης. Ως ανεξάρτητη κατηγορία εμφανίστηκε στο τέλος του 16ου αιώνα, πρώτα στις Κάτω Χώρες και της δόθηκε το όνομα still-leven [ακίνητη ζωή]. Συνδέεται με τις κοινωνικοοικονομικές αλλαγές που συντελούνταν στην Ευρώπη και την ανάπτυξη μιας πλουτοκρατικής τάξης, η οποία καθιέρωσε τον φορητό πίνακα και την είσοδό του στην ιδιωτική κατοικία. Τα γούστα των καινούργιων αποδεκτών του έργου τέχνης έστρεψαν το ενδιαφέρον από τα θρησκευτικά και ιστορικά θέματα, στην αναπαράσταση μιας οικείας στον άνθρωπο πραγματικότητας.

Παραδοσιακά, οι νεκρές φύσεις δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης, σε αντίθεση με τα ιστορικά, θρησκευτικά, μυθολογικά θέματα, ακόμη και τις προσωπογραφίες ή τις τοπιογραφίες. Αντίθετα, από τις αρχές του 20ού αιώνα, η ανάπτυξη της κατηγορίας αυτής υπήρξε εντυπωσιακή. Ο Cezanne, οι κυβιστές, οι ντανταϊστές, οι καλλιτέχνες της Pop Art χρησιμοποίησαν τη θεματική της νεκρής φύσης για να ανατρέψουν αισθητικές αξίες ή για να σχολιάσουν ή να ασκήσουν κριτική κοινωνικών ή οικονομικών συστημάτων. Ακόμη, οι καλλιτέχνες της εννοιολογικής τέχνης τη χρησιμοποιούν για τη διαπραγμάτευση πιο αφηρημένων εννοιών. Η κατηγορία αυτή συνδέεται επίσης και με μια άλλη μεγάλη επανάσταση: Με την εγκατάλειψη από αρκετούς καλλιτέχνες της ψευδαίσθησης της ζωγραφικής αναπαράστασης των αντικειμένων και της αντικατάστασής της με το ίδιο το αντικείμενο. Έτσι η επιδίωξη των πρώτων καλλιτεχνών νεκρών φύσεων -κατά το πρότυπο των αρχαίων προγόνων τους- να αποδώσουν όσο το δυνατόν πιστότερα το αντικείμενο που ζωγραφίζουν, επιστρατεύοντας ακόμη και την οφθαλμαπάτη, δίνει τη θέση της στη χρησιμοποίηση στο έργο τέχνης πραγματικών αντικειμένων προσδίδοντάς τους μια πολυσήμαντη σημειολογία. Σε αυτή την αναγωγή αντικειμένων καθημερινής χρήσης σε κύριο συστατικό του έργου τέχνης -με αποτέλεσμα η τέχνη να συναντά τη ζωή- η κατηγορία της νεκρής φύσης διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Μέσα από αυτή λοιπόν την έκθεση το κοινό θα έλθει σε επαφή και θα κατανοήσει καλύτερα κάποιες σημαντικές πτυχές της ιστορικής πορείας της τέχνης”.

Με ποιο τρόπο αντιμετωπίσατε την οργάνωση των έργων στην έκθεση; Ακολουθήσατε για παράδειγμα μια χρονολογική σειρά ή δημιουργήσατε θεματικές κατηγορίες;

Έχω δημιουργήσει κάποιες θεματικές κατηγορίες οι οποίες βοηθούν τον θεατή να προσεγγίσει διαφορετικές πτυχές της θεματικής αυτής κατηγορίας. Δεν υπάρχει σαφής χρονολογική σειρά, με εξαίρεση την πρώτη γενιά Κυπρίων καλλιτεχνών οι οποίοι αντιμετώπισαν, όπως ήδη ανέφερα, διαφορετικά το θέμα αυτό από τους νεότερους καλλιτέχνες.

Με ποιο τρόπο χειρίστηκαν οι Κύπριοι καλλιτέχνες τη δυτική παράδοση της νεκρής φύσης; Εντοπίζετε ιδιαιτερότητες στη νεκρή φύση, όπως εμφανίζεται στο έργο Κυπρίων καλλιτεχνών;

Λόγω απουσίας Σχολής Καλών Τεχνών στην Κύπρο, όλοι οι έντεχνοι Κύπριοι καλλιτέχνες εκπαιδεύτηκαν σε Σχολές Καλών Τεχνών του εξωτερικού και ως εκ τούτου συνδέθηκαν άρρηκτα με την ευρωπαϊκή τέχνη. Αυτή η σχέση γίνεται ακόμη πιο δυνατή και λόγω του γεγονότος ότι στην Κύπρο μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα οι μόνες ζωντανές μορφές τέχνης ήταν η βυζαντινή και η λαϊκή. Η θεματική της νεκρής φύσης διδάσκεται σε όλες τις Σχολές Καλών Τεχνών, γι’ αυτό μοιραία τη βλέπουμε να εμφανίζεται λιγότερο ή περισσότερο στη θεματογραφία όλων των Κυπρίων καλλιτεχνών. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι πρόκειται και για ένα οικείο και αγαπητό στο κοινό θέμα. Κρατώντας πάντοτε τις αναλογίες και επιμετρώντας τις ιδιαιτερότητες του νησιού μας, θα έλεγα ότι η ιστορία της νεκρής φύσης στην Κύπρο, χωρίς να έχει τη μακρά παράδοση που έχει στις ευρωπαϊκές χώρες -οι πρώτοι Κύπριοι καλλιτέχνες αρχίζουν να δίνουν έργο μόλις τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα- πέρασε και περνά από αρκετά στάδια από τα οποία πέρασε και περνά η ευρωπαϊκή τέχνη. Οι συγκλίσεις είναι πολλές. Λαμβάνοντας βέβαια υπόψη το γεγονός ότι ο κάθε καλλιτέχνης έχει μια δική του ιδιοσυστασία -αποτέλεσμα πολλών ατομικών και συλλογικών παραγόντων- το έργο τέχνης φέρει πάντοτε την ιδιαίτερη σφραγίδα του δημιουργού του.

Μιλώντας γενικά θα έλεγα ότι στις νεκρές φύσεις των Κυπρίων καλλιτεχνών αναγνωρίζουμε πολλά βασικά θέματα που απασχόλησαν και απασχολούν τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους. Όπως αυτοί, χρησιμοποίησαν τη θεματογραφία της νεκρής φύσης για να μιμηθούν όσο το δυνατό πιστότερα την οικεία στον άνθρωπο πραγματικότητα. Προσπάθησαν να αποδώσουν ζωγραφικά με όσο το δυνατό περισσότερη αληθοφάνεια τα σχήματα, τους όγκους, τα χρώματα, την υφή των πραγμάτων, επιστρατεύοντας ακόμη και την οφθαλμαπάτη. Τη νεκρή φύση χρησιμοποίησαν επίσης κατά το πρότυπο σημαντικών Ευρωπαίων καλλιτεχνών για να πειραματισθούν και να εξερευνήσουν νέα εικαστικά λεξιλόγια. Έχουμε επίσης έργα αρκετών Κυπρίων καλλιτεχνών που κινούνται στην ευρύτερη κατηγορία των vanitas. Πρόκειται για μια υποκατηγορία αλληγορικών νεκρών φύσεων που αναπτύχθηκε τον 17ο αιώνα και που λειτουργούν για να υπενθυμίσουν το εφήμερο και τη ματαιότητα της ανθρώπινης ζωής και γενικότερα την έννοια του χρόνου, της φθοράς και του θανάτου. Ακόμη, η άνευ προηγουμένου ανάπτυξη του υλικού πολιτισμού και της καταναλωτικής κοινωνίας ώθησε πολλούς Κύπριους καλλιτέχνες να συνδέσουν την τέχνη τους -ακολουθώντας μια διεθνή τάση- με κοινωνικά φαινόμενα επιδιώκοντας να τα αποκωδικοποιήσουν, να τα αναδείξουν, να τα σχολιάσουν ή να τα κριτικάρουν. Σ’ αυτό οι νεκρές φύσεις με αντικείμενα της καταναλωτικής μας καθημερινότητας πρωταγωνιστούν. Τέλος, βλέπουμε πολλούς Κύπριους καλλιτέχνες να εγκαταλείπουν την ψευδαίσθηση της ζωγραφικής αναπαράστασης των αντικειμένων και να δίνουν έργα με πραγματικά αντικείμενα, συναντώντας την ίδια τη ζωή και ενεργοποιώντας τον στοχασμό και την ενόραση. Έτσι συμβάλλουν και αυτοί στη δημιουργία μιας σύγχρονης εικονοποι?ας, που αποτελεί το στίγμα της διεθνούς τέχνης του παρόντος.

Πότε χρονολογούνται οι πρώτες νεκρές φύσεις στην κυπριακή τέχνη;Αντιμετωπίζονται από τους καλλιτέχνες ως ασκήσεις ή ως κατηγορία ανεξάρτητη;

Όλη η πρώτη γενιά των Κυπρίων καλλιτεχνών ασχολήθηκε με αυτό το θέμα. Οι παλαιότερες στην έκθεση νεκρές φύσεις Κυπρίων καλλιτεχνών είναι αυτές του Βασίλη Βρυωνίδη [1883-1958] και του Αδαμάντιου Διαμαντή που φιλοτεχνήθηκε το 1932. Την ίδια εποχή έχουμε βέβαια νεκρές φύσεις και από άλλους καλλιτέχνες της πρώτης γενιάς όπως του Ιωάννη Κισσονέργη, του Νίκου Νικολα?δη και του Βίκτωρα Ιωαννίδη. Μια γενική διαπίστωση είναι ότι οι νεκρές φύσεις όλων των ζωγράφων της πρώτης γενιάς, με εξαίρεση αυτές του Γεώργιου Πολ. Γεωργίου, δεν έχουν εννοιολογικό, αλληγορικό ή συμβολικό χαρακτήρα. Ζωγραφίζονται ως ένα ευχάριστο θέμα, οικείο και αγαπητό στο κοινό. Οι νεκρές τους φύσεις αποτελούν και μια πρόκληση για τους δημιουργούς τους για να βελτιώσουν τα εικαστικά τους λεξιλόγια, να εξερευνήσουν καινούργια ή για να εφαρμόσουν διάφορες τεχνικές. Το έργο, για παράδειγμα, του Αδαμάντιου Διαμαντή αποτελεί προσπάθεια να εμβαθύνει ο ζωγράφος και να εφαρμόσει κάποια διδάγματα του Paul Cezanne. Επικεντρώνεται στα ογκομετρικά χαρακτηριστικά των φρούτων και αντικειμένων που ζωγραφίζει και καταργώντας τη γραμμική προοπτική δίνει μια νέα αίσθηση του χώρου. Επίσης είναι γνωστό ότι το ενδιαφέρον του Βρυωνίδη επικεντρώνεται όχι τόσο στο θέμα όσο στην επεξεργασία των χρωστικών του ουσιών, που είχαν ως βασικό υλικό την τέμπερα, ώστε να δημιουργεί ενδιαφέρουσες υφές και φωτισμούς. Άλλο παράδειγμα είναι αυτό του Τάκη Φραγκούδη και της Λουκίας Νικολα?δου-Βασιλείου που με τις νεκρές τους φύσεις μελετούν και εφαρμόζουν τύπους του κυβισμού. Όπως ανέφερα, εξαίρεση αποτελεί ο Γεώργιος Πολ. Γεωργίου, ο οποίος όπως βλέπουμε από το έργο “Καρέκλα” που συμπεριλαμβάνεται στην έκθεση, μνημειοποιεί ένα παραδοσιακό αντικείμενο -ως σύμβολο ενός πολιτισμού και μιας παράδοσης αιώνων- για να αναφερθεί στη συλλογική, εθνική ταυτότητα.

POL_GEORGIOUΓεώργιος Πολ. Γεωργίου.

Η χρησιμοποίηση βέβαια της νεκρής φύσης ως πρόκληση για διερεύνηση υφολογιών ή για τη μελέτη σχημάτων, όγκων, χρωμάτων, υφής και σύνθεσης τη βλέπουμε και στο έργο πολλών καλλιτεχνών που άρχισαν να δημιουργούν αμέσως μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας [π.χ. Χριστόφορος Σάββα, Ανδρέας Λαδόμματος, Γιώργος Κοτσώνης, Στας Παράσκος]. Όπως φαίνεται από την έκθεση, οι νεότεροι καλλιτέχνες φορτίζουν τα έργα τους με έννοιες στοχεύοντας όχι μόνο στην αίσθηση αλλά περισσότερο στη νόηση.

Andreas LadomatosΑνδρέας Λαδόμματος.

Christophoros_SavvasΧριστόφορος Σάββα.

GIORGOS_KOTSONISΓιώργος Κοτσώνης.

Εντοπίσατε κάποια αντικείμενα τα οποία να εμφανίζονται επανειλημμένα στα έργα διαφόρων καλλιτεχνών;

Κάποια φαγώσιμα ή αντικείμενα υπάρχουν σε περισσότερα από ένα έργα για διάφορους λόγους. Είτε γιατί ο καλλιτέχνης έχει εύκολη πρόσβαση σ’ αυτά, επειδή βρίσκονται στο άμεσο περιβάλλον του, είτε γιατί κάποια χαρακτηριστικά τους [σχήμα, υφή, χρώμα κ.λπ.] ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τον καλλιτέχνη, είτε τέλος γιατί έχουν μια χρήσιμη σημειολογία. Είναι για παράδειγμα φορτισμένα με ιδιαίτερους συμβολισμούς ή δημιουργούν συνειρμούς που συντελούν στην ολοκλήρωση του θεματικού περιεχομένου του έργου. Το μήλο, για παράδειγμα, εκτός από ένα φρούτο που βρίσκεται σε κάθε σπίτι είναι και ένα αρχετυπικό, πολυσήμαντο σύμβολο. Επιλέγεται λοιπόν από τους καλλιτέχνες όλων των εποχών για τη σημειολογία του που συνδέεται με τη θρησκεία, τη μυθολογία, την επιστήμη, την ψυχολογία και όχι μόνο. Λόγω της χρήσης τους στην καθημερινότητά μας, αλλά και της ιδιαίτερης σημειολογίας τους, βλέπουμε επίσης να χρησιμοποιούνται συχνότερα το ψάρι, παλιά βιβλία, το κοχύλι, ο κρίνος. Κάτι άλλο που χαρακτηρίζει αρκετά έργα είναι η χρησιμοποίηση αντικειμένων με τα οποία οι καλλιτέχνες συνδέονται βιωματικά, είτε για να διερευνήσουν την έννοια του χρόνου και της φθοράς, είτε για να τα εξορκίσουν ή ακόμη για να προσεγγίσουν και να διεισδύσουν σε έννοιες όπως αυτή της ταυτότητας και της ετερότητας.

Ποιες διαφορές βρίσκετε στον τρόπο με τον οποίο οι διαφορετικές γενιές αντιμετώπισαν τον τομέα αυτό;

Όπως διαφάνηκε ήδη, η πρώτη γενιά Κυπρίων καλλιτεχνών με εξαίρεση τον Γεωργίου [Β. Βρυωνίδης, Αδ. Διαμαντής, Β. Ιωαννίδης, Τ. Κάνθος, Λ. Νικολαΐδου-Βασιλείου, Κ. Στάθης, Τ. Φραγκούδης] και η γενιά που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε πρώτη γενιά της ανεξαρτησίας, με εξαίρεση τον Στ. Βότση και τον Ν. Κουρούσιη [Χρ. Σάββα, Γ. Κοτσώνης, Δ. Κωνσταντίνου, Α. Λαδόμματος, Σ. Παράσχος, Χρ. Φουκαράς], έδωσαν νεκρές φύσεις απαλλαγμένες από εννοιολογικό ή συμβολικό φορτίο. Τους ενδιέφερε περισσότερο να αναδημιουργήσουν καθημερινά ευτελή αντικείμενα, προσδίδοντάς τους μια άλλη ζωγραφική υπόσταση. Να κάνουν εμάς τους θεατές των πινάκων τους να βλέπουμε μια κανάτα, ένα μήλο ή ένα τριαντάφυλλο λες και ποτέ πριν δεν έχουμε δει κανάτα, μήλο ή τριαντάφυλλο. Τους ενδιέφερε να δώσουν με την τέχνη τους ψυχή στα άψυχα και να ξυπνήσουν τις αισθήσεις μας [την όραση, την ακοή, την όσφρηση, τη γεύση, ακόμη και την αφή]. Στην απόδοση των θεμάτων τους έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στην υφολογία χρησιμοποιώντας διάφορα εικαστικά λεξιλόγια και τεχνικές. Οι νεότεροι καλλιτέχνες απευθύνονται πέρα από τις αισθήσεις και στη νόηση. Ιδιαίτερα βλέπουμε αυτή την τάση να ξεκινά μετά το 1974. Εκτός βέβαια από τις ιδιαίτερες συνθήκες που βίωσε και βιώνει ο Κύπριος καλλιτέχνης, πρόκειται για μια τάση που χαρακτηρίζει και την τέχνη διεθνώς. Το περιεχόμενο των νεκρών φύσεων διευρύνεται και οι καλλιτέχνες συνδέουν την τέχνη τους με διάφορα κοινωνικά φαινόμενα, επιδιώκοντας να τα αποκωδικοποιήσουν, να τα αναδείξουν, να τα σχολιάσουν ή να τα κριτικάρουν. Τα υλικά και οι τεχνικές τους εμπλουτίζονται και συχνά αντικαθιστούν τη ζωγραφική απεικόνιση των αντικειμένων από τα ίδια τα αντικείμενα. Γενικά θα έλεγα ότι συμφιλιώνουν την τέχνη τους με τη ζωή, την κουλτούρα, τις εμπειρίες και τους προβληματισμούς του παρόντος.

nikita1_0Η Ελένη Νικήτα στο σπίτι της, στη Λευκωσία. ΦΩΤΟ ©ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ | ΠΑΡΑΘΥΡΟ | ΠΟΛΙΤΗΣ

Αναφέρετε ότι τα τρία ευρωπαϊκά έργα του 17ου και 18ου αιώνα τα οποία συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση λειτουργούν ως εισαγωγή. Μπορείτε να μας μιλήσετε λίγο για τη θέση τους στην αφήγηση της έκθεσης;

Τα τρία έργα ευρωπαϊκής τέχνης είναι κομβικά για την κατανόηση της πορείας που ακολούθησε η θεματική αυτή κατηγορία. Για τον λόγο αυτό ευχαριστώ θερμά τη Λεβέντειο Πινακοθήκη που μας δάνεισε τα πολύτιμα αυτά έργα. Πρόκειται για ένα έργο του 17ου αιώνα από ζωγράφο του κύκλου του Paul Liegeois, ένα του 18ου αιώνα του Ολλανδού ζωγράφου Jacob Xavier Vermoelen και ένα της Γαλλικής Σχολής του 18ου αιώνα το οποίο έχει τα χαρακτηριστικά της εικαστικής γραφής μιας σημαντικής γυναίκας ζωγράφου, της Anne Vallayer-Coster. Τα τρία αυτά έργα μάς εισάγουν στο θέμα της θεματικής της νεκρής φύσης η οποία, όπως ήδη ανέφερα, εμφανίζεται ως ανεξάρτητη κατηγορία στο τέλος του 16ου αιώνα. Ο Paul Liegeois επηρέασε σημαντικά την πορεία της νεκρής φύσης στη Γαλλία. Με το έργο του αντιλαμβανόμαστε την προσπάθεια των καλλιτεχνών εκείνης της εποχής να αποδώσουν όσο πιο πιστά μπορούσαν το θέμα τους. Για παράδειγμα, εδώ είναι εμφανής η προσπάθεια του καλλιτέχνη να αποδώσει τις διαφορετικές υφές των φρούτων και των άλλων αντικειμένων της σύνθεσης. Το έργο του Vermoelen μάς φέρνει σε κάτι άλλο σημαντικό: Στην αρχική σχέση της νεκρής φύσης με την πλουτοκρατική αστική κοινωνία. Το συγκεκριμένο έργο απεικονίζει μια νεκρή φύση με θηράματα. Το γεγονός ότι το κυνήγι ήταν μια αριστοκρατική ενασχόληση, έργα με τρόπαια κυνηγιού, όπως αυτό του Vermoelen, ήταν δηλωτικά της ανώτερης κοινωνικής τάξης του κατόχου του. Τέλος, στο έργο του 18ου αιώνα μπορούμε να ιχνηλατήσουμε ένα άλλο ρόλο που διαδραμάτισαν τα έργα με νεκρές φύσεις. Τους θρησκευτικούς ή υπερβατικούς συμβολισμούς των φρούτων και των τροφίμων ειδών.

Στην έκθεση παρουσιάζονται έργα των: Μαρίας Ανδρέου, Στέλιου Βότση, Βασίλη Βρυωνίδη, Μαρίνας Γεραλή, Γεώργιου Πολ. Γεωργίου, Θεόδουλου Γρηγορίου, Αδαμάντιου Διαμαντή, Ιωάννη, Βίκτωρα Ιωαννίδη, Ελίνας Ιωάννου, Τηλέμαχου Κάνθου, Ανδρέα Καραγιάν, Αχιλλέα Κεντώνη, Γιώργου Κοτσώνη, Γλαύκου Κουμίδη, Νίκου Κουρούσιη, Μελίτας Κούτα, Μαριάννας Κωνσταντή, Δημήτρη Κωνσταντίνου, Κυριακής Κώστα, Ανδρέα Λαδόμματου, Λίας Λαπίθη, Μαρίας Λιανού, Τούλας Λιασή, Μαρίας Λοϊζίδου, Άγγελου Μακρίδη, Ελέν Μπλακ, Ελένης Νικοδήμου, Λουκίας Νικολα?δου-Βασιλείου, Ανδρέα Νικολάου, Μαρίας Παπαχαραλάμπους, Στας Παράσκου, Πόλυ Πεσλίκα, Χριστόφορου Σάββα, Έφης Σαββίδη, Μελίνας Σουκιούρογλου, Κώστα Στάθη, Χρίστου Φουκαρά, Τάκη Φραγκούδη, Ανδρέα Χαραλάμπους, Σάββα Χριστοδουλίδη.

  Andreas NicolaouΑνδρέας Νικολάου  CHRISTOS_FOUKARASΧρίστος Φουκαράς

GLAFKOS_KOUMIDESΓλαύκος Κουμίδης

Maria Liannou.PREPARED MEALSΜαρία Λιανού

MARIANNA_KONSTANTIΜαριάννα Κωνσταντή

Marina_Yerali copyΜαρίνα Γεραλή  

+ Η έκθεση “Αίσθηση και Νόηση. Η νεκρή φύση στο έργο Κυπρίων καλλιτεχνών” εγκαινιάζεται στο Κέντρο Ευαγόρα Λανίτη στη Λεμεσό την Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015 και θα διαρκέσει μέχρι τις 27 Ιανουαρίου 2016.

ΑΡΧΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Η Ελένη Νικήτα επιμελείται την έκθεση «Αίσθηση και Νόηση. Η νεκρή φύση στο έργο Κυπρίων καλλιτεχνών». ΦΩΤΟ ©ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ | ΠΑΡΑΘΥΡΟ | ΠΟΛΙΤΗΣ

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

  • Show Comments

You May Also Like

Giovanni Fontana: O ποιητής ως “πολυτεχνίτης”

Συνέντευξη στην Gaia Zaccagni Ο Giovanni Fontana (Frosinone, 1946) είναι ποιητής και performer που ...

Κυπριακές ταινίες στην οθόνη

Γράφει η Μερόπη Μωυσέως  Ο πρόεδρος της Ένωσης Σκηνοθετών Κύπρου, Μιχάλης Γεωργιάδης, εξηγεί τι ...

Χριστόδουλος Παναγιώτου: Αντιστίξεις και αφηγήσεις

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Ο δραστήριος διεθνώς εικαστικός Χριστόδουλος Παναγιώτου μιλά στο «Π» σε ...

O Γιώργος Χριστιανάκης μιλά στο «Π»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Τριάντα δύο χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση του κειμένου «Μια ...

Πέτρος Χαραλάμπους: «’Patchwork’ η επόμενη ταινία»

Γράφει η Κατερίνα Μιχάηλου Με αφορμή το δεκαπενθήμερο αφιέρωμα του Κινηματογράφου Πάνθεον στον Κυπριακό ...

Δανάη Στυλιανού:With Brand New Eyes / Screenings for an Island

6.11.2011 Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Μπορεί ο κινηματογράφος να μετατοπίσει θέσεις και αντιλήψεις; Απαντά ...

X