Δυο παραστάσεις και σκόρπιες σκέψεις

Γράφει ο Νικόλας Κυριάκου

Λίγα λόγια με την ιδιότητα του θεατή για δύο πρόσφατες παραστάσεις και με αυτή την αφορμή κάποιες σκέψεις για το σύγχρονο κυπριακό θέατρο. Ξεκινώ από τη “Νίτσα”, που συγκέντρωσε, στη σούμα, επιδοκιμαστικά σχόλια και κριτικές. Υποψιάζομαι ότι αυτό έγινε κυρίως χάρη στην ιστορία της πρωταγωνίστριας και στη σκηνοθετική προσέγγιση, αφήνοντας στη σκιά τις μεγάλες αδυναμίες του κειμένου και της παραγωγής. Βράδυ της παράστασης, λοιπόν, κι είμαστε μαζεμένοι έξω από μια αποθήκη στη βιομηχανική περιοχή Λευκωσίας. Να ‘μαστε άραγε θύματα των υψηλών ενοικίων στην πρωτεύουσα ή μήπως της hipsterίας, που κατατρώει τα μυαλά μας; Ποιος να το ξέρει; Αναμονή στον εξωτερικό χώρο, και παρά το ανοιξιάτικο αγιάζι, το θεατρόφιλο κοινό της πρωτεύουσας είναι αποφασισμένο να παρακολουθήσει την παράσταση. Ακόμα και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, που πρόθυμα καταθέτουν τον οβολό τους, είναι ατρόμητοι, έστω κι αν καταδικάστηκαν στην ορθοστασία ή στη δικτατορία της πλαστικής καρέκλας.

Εντός της αποθήκης η θερμοκρασία είναι αρκετά υψηλή, για να προκαλεί δυσφορία και να υπενθυμίζει το προφανές: οι αποθήκες είναι για εμπορεύματα, ενώ τα θέατρα για ανθρώπους. Όχι το ανάποδο. Τη σκέψη αυτή αντικαθιστά μια νέα ενόχληση που προέρχεται από το γεγονός ότι κάθομαι σε ένα από εκείνα τα σκαμπό που είχαν στα ορθάδικα της κακιάς ώρας τη δεκαετία του ’90, φτιαγμένο από πλαστικοποιημενη δερματίνη. Περνάω την υπόλοιπη ώρα αλλάζοντας διαρκώς στάση, αποζητώντας μάταια να βολέψω το σαρκίο μου. Με βασανίζει η υποψία ότι το συνολικό στήσιμο ίσως να εξυπηρετεί δύο σκοπούς: να παραχώσει στην αποθήκη όσο το δυνατόν περισσότερους θεατές και ταυτόχρονα να καταφέρει να σπάσει τα ειωθότα των mainstream θεάτρων, βάζοντας τους πιο άτυχους της βραδιάς τιμωρία στα σκαμπό. Θερμή παράκληση, λοιπόν: σεβαστείτε τον χρόνο και τα λεφτά του θεατή, που τιμά και στηρίζει την προσπάθειά σας σε αυτή τη στέρφα, πολιτισμικά, γη. Η κρατική στέρνα διαρκώς στερεύει και προορίζεται για τους εκλεκτούς: ένας λόγος παραπάνω για να απευθυνθείτε στο κοινό με όρους σεβασμού, χωρίς νοοτροπία αρπαχτής. Hipster κι εναλλακτικός είσαι στο Shoreditch. Στη βιομηχανική Καϊμακλίου είσαι μόνο ο Πανίκκος που την Αχλαντζιά. Έτσι: με “χ”.

Νερό κι αλάτι θα έλεγα, αν έφευγα με θετικότερες εντυπώσεις μετά το τέλος του έργου. Η ιστορία ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία για διάφορα πράγματα: για την αφήγηση μιας ενδιαφέρουσας ιστορίας, για την ανάδειξη του ανδροκρατούμενου πανθέου των ηρώων, για να μιλήσει κάποιος για την καταπίεση και την αδικία, για την αμφισβήτηση μιας παγιωμένης αντίληψης της πρόσφατης Ιστορίας μας. Εξαιρετική, πλην όμως χαμένη ευκαιρία, αφού το χάσμα ανάμεσα στον στόχο, δηλαδή τη διερεύνηση και αποτύπωση “του εσωτερικού τοπίου ενός ανθρώπου που βρίσκεται, λόγω συγκυριών, συνθηκών ή επιλογών, στο περιθώριο”, όπως πληροφορούν οι συντελεστές και στο τελικό αποτέλεσμα είναι εμφανές. Το θεατρικό μοιάζει γραμμένο με κύριο σκοπό να εντυπωσιάσει τον θεατή με τους μανιερισμούς και το γλωσσικό χάρισμα του συγγραφέα. Μοιάζει, με άλλα λόγια, να αναζητεί περισσότερο την αντανάκλασή του στον καθρέφτη, παρά το βλέμμα του θεατή… Κι έπειτα κάποιες απορίες: μιλούσε η Νίτσα την κοινή νέα ελληνική κι όχι ατόφια κυπριακά; Βγήκε πράγματι στη σκηνή το φρικτό αδιέξοδο και το “χάσιμο” του εαυτού; Ποια ανάγκη του έργου υπηρέτησε το γυμνό; Στα θετικά της παράστασης προσμετράται η ευφυής χρήση του αόρατου χορού και η πρακτικότητα της σκηνής με την ανάσυρση κουτιών από αυτήν. Στα υπερ, επίσης, το “σπάσιμο” του ρόλου σε δύο εαυτούς. Συνολική εκτίμηση: ο σκηνοθέτης προσπαθεί να περισώσει το κείμενο, να καμουφλάρει τις αδυναμίες του και να μας τραβήξει σε μια άλλη γωνιά θέασης. Στο τέλος, μένει η έντονη γεύση της φιλοτιμίας, μα κάτι εξακολουθεί να λείπει: η αυθεντικότητα.

Τα ίδια και χειρότερα στο “Ήμουν η Λυσιστράτη”. Ξανά-μανά αποθήκη, δίπλα από το γκαράζ Πάμπος-Γιώρκος-Κώτσιος whatever. Η τοποθεσία δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό: δεν δημιουργεί τις συνθήκες για τη μεταφορά της πολιτιστικής μήτρας εκτός των παραδοσιακών χώρων και καταδικάζει τον θεατή σε ρόλο οργάνου ικανοποίησης της ματαιοδοξίας των συντελεστών. Αναμονή 45 και πλέον λεπτών για την έναρξη στον εξωτερικό χώρο. Συνωστισμός στο τραπεζάκι των εισιτηρίων. Ο εκνευρισμός αυξάνεται εκθετικά, αλλά δεν ιδρώνει το αφτί κανενός. Κάποιος μας πληροφορεί ότι η είσοδος όλων των θεατών μαζί εξυπηρετεί τις ανάγκες της παράστασης. (Αν είναι αλήθεια, δεν πέτυχε.) Κάποια στιγμή η πόρτα ανοίγει και ξεπροβάλει ο σκηνοθέτης. Μας γράφει εκεί που δεν πιάνει μελάνι – ούτε μια υποτυπώδης απολογία ή έστω κάποια αναγνώριση του λανθασμένου προγραμματισμού. Στο μισοσκόταδο, θέλει μόνο να μας δείξει ένα τετράδιο μιας μικρής πρόσφυγος που του έστειλε κάποιος φίλος. Μας ξεπετάει με έναν δεκάρικο επιπέδου πρώτης δημοτικού και μας επιτρέπει τελικά την είσοδο. Ήταν ανάγκη να φάμε τόσον διδακτισμό για μια παράσταση;

Είμαι καλός, νομίζω, άνθρωπος και δεν κρατώ (πολλές) κακίες. Λίγο να μου καλομιλήσεις, ξεχνάω τις δυσκολίες. Η παράσταση ήταν αυτή η ευκαιρία για να ξεχάσω. Μάταια όμως, αφού το κείμενο προδίδει από τις αρχές τις αδυναμίες του. Ο συγγραφέας βολοδέρνει ανάμεσα στην καταγραφή των σκέψεών του, σε ξεπατικωμένες αναφορές σε άλλα έργα, σε ξεσπάσματα θυμού και ρηχούς συναισθηματικούς εκβιασμούς. Ο μανιχαϊσμός στήνει πάρτι στη σκηνή: εσείς οι αόρατοι μεγάλοι κακοί – εγώ ο μικρός ανήμπορος αθώος. Τι μπορώ να κάνω για να σας αντιμετωπίσω; Α! Δεν γράφω ένα θεατρικό με λίγο αυνανισμό; Η αυτοαναφορικότητα δίνει και παίρνει και αναρωτιέμαι αν ο συγγραφέας έχει καλέσει πράγματι τη Λυσιστράτη και όχι τον εαυτό του. Κρίμα. Πολύ κρίμα.

Από το ναυάγιο είχαμε δύο επιζώντες: τη Μαρίνα Μανδρή και την εικαστική επιμέλεια του χώρου. Αγάπη μόνο για την πρώτη, και ελπίζω να έχει όσες ευκαιρίες θέλει. Ο χώρος με κέρδισε με τον μινιμαλισμό του. Μάζεψα τα απομεινάρια μου κι αποφάσισα να κάψω μερικά εγκεφαλικά κύτταρα στον “Πλάτανο” με την αγαπημένη μου, που υπομένει αγόγγυστα τις γκρίνιες μου – αρκεί να την κεράσω ένα “Πλωμάρι” (η αυτοαναφορικότητα που λέγαμε πιο πάνω).

Πέρα από τα επιμέρους για τις δύο παραστάσεις, η εντύπωσή μου είναι ότι το σύγχρονο κυπριακό θέατρο έχει ενδιαφέρουσες φυσιογνωμίες. Σκηνοθέτες, συγγραφείς, ηθοποιούς: η γενιά μου κομίζει μια στρατιά ταλαντούχων στο προσκήνιο – αλλά και πολλή σαβούρα, τσαλαβούτημα στα ρηχά και μωροφιλόδοξους που αλληλογλείφονται στα παρασκήνια. Με αφορούν μόνο οι πρώτοι και περιμένω με προσμονή τη δουλειά τους, τις συνεργασίες τους και την έντιμη προσπάθειά τους στον δύσβατο δρόμο που διάλεξαν. Κι επίσης είμαι περίεργος πού θα (μας) πάει αυτό το σινάφι σε 5-10 χρόνια από σήμερα. Τους υπόλοιπους, με τον υπερπληθωρισμό παραστάσεων και την ασυγχώρητη τσαπατσουλιά που θέλει να ποζάρει ως πρωτοπορία, ας τους ξεκαθαρίσει ο καιρός…

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

“Μια γλυπτική προσέγγιση στο βλέμμα”

Μέσα από το φακό της γλυπτικής και υπό την ιδιότητά της ως εικαστικού η ...

Απάντηση με ερωτήσεις σε μια απάντηση στην ερώτηση «Τι είναι Διαφωτισμός;»*

του Ανδρέα Βραχίμη Μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του Διαφωτισμού θα μπορούσαμε να κατατάξουμε μια ...

Λορεντζάτσιο: Ο Άμλετ του Γαλλικού Θεάτρου*

«Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι το μακρινό ταξίδι» – Γιώργος Σεφέρης ...

Για το “Olivewood”

Βρέθηκα και εγώ, ανάμεσα σε συναδέλφους του κυπριακού κινηματογράφου, στο Cyprus Film Summit, όπου ...

Όμηροι του τείχους μας

Γράφει η Μαριλένα Ευαγγέλου Σε αυτό τον τόπο ξέρουμε καλά τι σημαίνει “τείχος”. Το ...

 «Αυστηρώς Κατάλληλο για ενηλίκους – Σεξουαλικότητα στην κυπριακή τέχνη»

Γράφει η Ευαγόρια Δαπόλα (ΜΑ)  Μια έκθεση που αντιμετωπίζει τη σεξουαλικότητα όχι ως απλό ...

X