ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣ : Να απομυθοποιήσουμε τους εαυτούς μας

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου 

Μια λεπτομέρεια σε μια μακρά συζήτηση ήταν η φράση που αποτελεί τον τίτλο αυτής της συνέντευξης. Ωστόσο η απομυθοποίηση την οποία επικαλείται ο Ευριπίδης Δίκαιος, σκηνοθέτης και ένας από τους πιο επίμονους υποστηρικτές της κυπριακής διαλέκτου στο θεατρικό σανίδι, τείνει να γίνει ίδιόν του καθώς έμμεσα, ίσως και ασυνείδητα, απομυθοποιεί μέσα από τη δουλειά του πολλά πράγματα, επιδιώκοντας μια εντοπιότητα και μια ουσία που χαρακτηρίζουν τον ίδιο και το έργο του.

Ευαισθησία, λεπτοδουλειά και καλές ερμηνείες χαρακτηρίζουν συνήθως τα έργα που σκηνοθετεί ο Ευριπίδης Δίκαιος. Και βεβαίως τα κυπριακά αποτελούν πια ένα από τα κύρια γνωρίσματα της δουλειάς του ως μεταφραστή-διασκευαστή κειμένων. Αυτή την περίοδο, ο κύριος Δίκαιος παρουσιάζει επί σκηνής το πρώτο πρωτότυπο θεατρικό έργο του. Έχει τίτλο “Νυχταλούδα” και ο ίδιος το έγραψε, το σκηνοθέτησε, έγραψε και τη μουσική.

Έπειτα από μια αξιοπρόσεκτη πορεία στον θεατρικό χώρο, ο κ. Δίκαιος [Μπαμ!, La Belote, Εμείς οι νέοι ή… τη γενιά μας!, Εραστίς, Χ Βύρωνος], μιλά στη συνέντευξη που ακολουθεί μεταξύ άλλων για τη Νυχταλούδα και εξηγεί γιατί τη θεωρεί σταθμό στην προσωπική του πορεία.

[Η συνέντευξη καταγράφεται στην κοινή ελληνική και όχι στην κυπριακή γλώσσα, όπως μιλούσε και όπως θα ήθελε ο κ. Δίκαιος. Ας καταγραφεί αυτό ως δική μου αδυναμία χρήσης της κυπριακής στη γραπτή της μορφή]

Νυχταλούδα – σταθμός

Επτά χαρακτήρες πρωταγωνιστούν στο έργο “Νυχταλούδα”. Ο ένας είναι οικονομικός μετανάστης, Ινδός, και αποτελεί το “τρίτο μάτι” της σύγχρονης κυπριακής κοινωνίας. Οι τέσσερις είναι νέοι που έχουν μόλις τελειώσει το λύκειο. Και οι δυο τελευταίοι είναι οι γονείς του ενός, του Κώστα, η μάνα και ο πατριός του. Η πρώτη τρώει ξύλο από τον δεύτερο, που είναι παγιδευμένος σε διάφορες καταστάσεις, και εκείνη αποτελεί το μέσο για εκτόνωσή του. Ο Κώστας έχει στοιχεία αυτιστικού, δεν μιλά και ο καλύτερός του φίλος είναι το κινητό του. Ο οικονομικός μετανάστης εργοδοτείται στην εταιρεία οικοδομών του πατριού.

“Το έργο μιλά για τη βία σε διάφορα επίπεδα: την ψυχολογική, τη σωματική, τη διαπροσωπική, την κοινωνική. Βλέπω από τις αντιδράσεις του κόσμου ότι κάπου τους παίρνει αυτό το πράγμα, και για μένα αυτό είναι κέρδος, γιατί, χωρίς να είναι διδακτικό, το έργο -κάτι που προσπάθησα πολύ, αν και δεν τα κατάφερα εντελώς- έχει μέσα μια τουλάχιστον αληθοφανή έκφραση αυτού που βιώνουμε όλοι τώρα.”

Ποιο είναι αυτό;

Ο τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τους μετανάστες, που πλέον δεν είναι κάποιοι άνθρωποι, αλλά ολόκληρες μειονότητες -κυρίως οι Ασιάτες- που λες και υπάρχουν σε μια γκρίζα ζώνη, σε ακόμα μία νεκρή ζώνη που όμως είναι μέσα στο μυαλό μας. Κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας για τη βία στο σπίτι μας, για δεκαετίες στην Κύπρο χώνουμε όλα τα προβλήματα του σπιτιού μας κάτω από ένα χαλί και δεν τα ξέρει κανένας. Θέματα όπως η σεξουαλικότητα τώρα πήραν φόρα. Ο Αλέκος Μοδινός παλεύει για αυτά από το ’80, αλλά τώρα μπαίνουν πλέον στην καθημερινότητά μας. Αυτές τις εκφάνσεις νιώθω πως τις πετύχαμε στην παράσταση με έναν τρόπο όπως οι μικρές πληροφορίες που παίρνουμε καθημερινά, σαν κολάζ. Όπως τη σελίδα του καθενός μας στο facebook: στιγμιότυπα βλέπουμε μόνο, είναι όλα τόσο αποσπασματικά.

Κανένα από τα ποστ δεν είναι αντιπροσωπευτικό, αλλά όλα μαζί δίνουν μια εντύπωση του ποιος είσαι. Αναφέρω το facebook γιατί είναι το κοινότυπο παράδειγμα, αλλά γενικά η ζωή μας πλέον νιώθω ότι είναι αποσπασματική. Έτσι έγραψα και το έργο, για να είναι κινηματογραφικό. Μου αρέσει αυτή η γραμμή και σκηνοθετικά. Αλλά και ως αισθητική νομίζω πως μας αντιπροσωπεύει. Οπότε, το έργο είναι πάρα πολλά αποσπάσματα επτά ανθρώπων τους οποίους ίσως συνδέει μια ιστορία στο τέλος. Γι’ αυτό θεωρώ ότι είναι σταθμός για μένα αυτή η δουλειά: γιατί όλους τους τομείς που θεωρούσα σημαντικούς στην αρχή της διαδικασίας και μέσα από τη δουλειά νιώθω ότι έναν-έναν τους πετύχαμε σε μεγάλο βαθμό.

Δεν θεωρώ ότι είναι δουλειά που θα έχει πολλή απήχηση, γι’ αυτό και γράφω ότι είναι underground θέατρο, αλλά επίσης θεωρώ ότι είναι δουλειά η οποία δένει πολλά στοιχεία που έφερα στη δουλειά μου απ’ όταν ξεκίνησα να δουλεύω στην Κύπρο. Υποσυνείδητα έμπαιναν μέσα, ύστερα έγιναν συνειδητά και επέλεξα μια κατεύθυνση και τα δένω τώρα.

Ποια είναι αυτά τα στοιχεία;

Το πρώτο και πιο προφανές είναι η γλώσσα. Ο “Καραγκιόζης Εκτός” [σ.σ. η πρώτη δουλειά του Ευρ. Δίκαιου στην Κύπρο] ξεκίνησε με ελληνικά και γαλλικά, αλλά στην πορεία μπήκαν τα κυπριακά, γιατί θεωρήσαμε πως ο Καραγκιόζης πρέπει να έχει τη δική του ντοπιολαλιά. Έπειτα παρουσιάστηκαν έργα άλλων στην κυπριακή γλώσσα και οι δικές μου διασκευές. Όλα αυτά είναι πειράματα για το πώς είναι τα κυπριακά στη σκηνή. Αυτό ξεκίνησε από μια βίδα: μου αρέσουν τα κυπριακά, αλλά στην πορεία είδα ότι αυτό το πράγμα έχει βάθος, έχει υπόσταση, έχει λόγο. Ο κόσμος ανταποκρίνεται, είναι ένα εργαλείο που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε όμορφα στο θέατρο.

Τη σκηνοθετική μου δουλειά τελευταίως τη σκέφτομαι σε δύο άξονες: να είναι αφαιρετική, να είναι όσο πιο λιτή και απλή γίνεται με βάση τους ηθοποιούς, το κείμενο κ.λπ. Να δένει με βάση τα στοιχεία που χρειάζεται ένα έργο, να μην δίνεται στο πιάτο. Δουλεύω τους χαρακτήρες με τους ηθοποιούς άσχετα με το υπόλοιπο περιβάλλον – σκηνικά, μουσική, φωτισμοί κ.λπ. Βάζω τους χαρακτήρες να λειτουργούν μεταξύ τους και όχι προς το κοινό. Όλη η υπόθεση είναι να λειτουργεί το ‘επί σκηνής’, να πούμε την ιστορία σωστά. Χρειάζομαι αφαιρετικά κείμενα για να κάνω κάτι τέτοιο. Για να σκηνοθετήσω ένα κείμενο, πρέπει να έχω την ευκαιρία να το διασκεδάσω, δηλαδή να το κάνω θρύψαλα και να μπορώ να το ανασυντάξω. Το έργο το έγραψα με αυτό το σκεπτικό: ότι θα γράψω κάτι που θα θέλω να σκηνοθετήσω.

Την πάτησα βέβαια, γιατί μία εβδομάδα πριν από την πρεμιέρα οι ηθοποιοί με έβλεπαν παράξενα και είχαμε μια ανησυχία ότι είναι τόσο αφαιρετικό, που δεν ξέρουμε αν θα περάσει στο κοινό. Νιώθω όμως ότι περνά στο κοινό ακριβώς γιατί δεν έχουμε την ανάγκη να είναι όλα τόσο εξηγημένα.

Άλλος άξονας είναι το ρυθμικό κομμάτι. Αστειευόμενοι, πολλοί μου έλεγαν ότι τα κρουστά που παίζω θα με βοηθούν στη σκηνοθεσία. Είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα. Στην πορεία όμως είδα ότι δίνω ανάσες, παύσεις και ήχο στην πορεία του τι σκηνοθετώ, και λειτουργώ πολύ με τη μουσική, ρυθμική αίσθηση.

Σε σχέση με την αποσπασματικότητα που ανέφερες προηγουμένως, το θέατρο δεν πρέπει να είναι το αντιστάθμισμα στην αποσπασματική μας ζωή;

Η αντίστιξη και η αντιστάθμιση είναι δύο πράγματα που δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Το να πάω στο θέατρο να δω ακόμα μία αποστασιοποιημένη ιστορία που είναι μια αντιστάθμιση στην καθημερινότητά μου, μια ολοκληρωμένη ιστορία με αρχή – μέση – τέλος, πόσο παραδοσιακή και συντηρητική ή αβαν γκαρντ αισθητική έχεις στο πώς ανεβαίνει αυτή η ιστορία; Όλα είναι ίντερνετ, τηλέφωνα, δουλειά, αυτοκίνητα, ετερόκλητες παρέες. Το να δεις στο θέατρο κάτι ολοκληρωμένο, κάτι που ασχολείται με ένα πράγμα, είναι ωραία αντιστάθμιση, αλλά είναι και μακριά από μένα. Είναι κάτι στο οποίο δεν έχω πρόσβαση. Το βιώνω εγώ μόνο μέσω της εμπειρίας του άλλου.

Το θέμα βέβαια της ιστορίας μπορεί να είναι σχετικό.

Ναι, αλλά είναι το ίδιο ζήτημα με τα ελληνικά και τα κυπριακά. Αν βάλεις μια ιστορία στα ελληνικά για τον Κυπραίο, είναι μακριά του. Τα ελληνικά ειν’ η γλώσσα των media, η επίσημη, του σχολείου, της Ελλάδας. Βάζει τα πάντα σε μια απόσταση. Αν πω την ιστορία στα κυπριακά, έρχεται κοντά μου γιατί γίνεται με τον τρόπο που συμβαίνει σε μένα. Οπότε θεωρώ ότι λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο και η ιστορία στο θέατρο. Για μένα, για την εμπειρία μου με τη Νυχταλούδα συγκεκριμένα, δεν την έγραψα για να είναι έτσι, αλλά στην πορεία, σκηνοθετώντας την, αντιλήφθηκα πως συμβαίνει αυτό το πράγμα μέσα από το κείμενό μου. Και πρόσθεσα σ’ αυτό για να μείνει και να γίνει πιο σταράτο αυτό το στοιχείο στην παράσταση.

Εκεί γίνεται αντίστιξη, όχι αντιστάθμιση. Γιατί αν δεν έχω την αντιστάθμιση και παρακολουθώ στη σκηνή μια ιστορία η οποία συμβαίνει με τον τρόπο που τη βιώνω εγώ, έχω μια αντίστιξη ότι θα μπορούσα να βιώνω κάλλιστα αυτό που βλέπω, αλλά δεν το βιώνω. Όμως, ο τρόπος που βιώνουν την ιστορία αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύ κοντά στον τρόπο που βιώνω κι εγώ τη ζωή μου, άρα μπορώ να αντιληφθώ ίσως πέντε πράγματα παραπάνω, τα οποία υπονοούνται, άρα να μην χρειάζεται αυτά τα πέντε πράγματα να τα πω ξεκάθαρα.

Δεν πάμε θέατρο για να ξεφύγουμε μόνο, πάμε και για να επιβεβαιώσουμε ότι ο τρόπος ζωής μας έχει κάποια αξία. Ναι μεν είναι αποσπασματικός ο τρόπος που ζούμε, αλλά έτσι είναι η ζωή μας. Αν δεν μπορούμε να τη βάλουμε κάπου που να έχει αξία και να αναγνωριστεί κι από άλλους ότι και άλλοι βιώνουν το ίδιο πράγμα -γιατί το βιώνουμε όλοι-, αν αναγνωριστεί ότι το βιώνουμε όλοι και έχουμε μια κοινή βάση και δεχόμαστε ό,τι συμβαίνει, τότε έχουμε την ευχέρεια -αν δεν μας αρέσει- να κάνουμε κάποια κίνηση από τη στιγμή που το αναγνωρίσαμε να το αλλάξουμε, αν όχι, τότε να έχουμε τουλάχιστον την αίσθηση ότι δεν είμαι μόνος μου που παλεύω σε τούτη τη ζωή. Δεν χρειάζεται να την αλλάξω. Τούτη για μένα είναι μια αντίστιξη του εαυτού με τον χαρακτήρα του έργου που δεν έχει να κάνει με την ιστορία του χαρακτήρα, αλλά με τον τρόπο απόδοσης της ιστορίας του χαρακτήρα.

Βλέμματα – βιώματα

Πώς παρατηρείς τον κόσμο για να μπορείς να γράψεις ένα κείμενο που έχει να κάνει με εκφάνσεις της κοινωνίας μας;

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω βιώματα βίας στη ζωή μου, αλλά βλέπω γύρω μου συνέχεια κόσμο που ζει αυτό το πράγμα. Μόνο και μόνο να σου πει κάποιος “έφαα τον πάτσον” ή “εμαλλώσαμεν τζι επιαστήκαμεν”, ή βλέποντας ειδήσεις για κάποιον που καθόταν στη βεράντα και αποφάσισε για πλάκα να σκοτώσει τον σκύλο του, τούτα τα πράγματα τα βλέπουμε συνέχεια γύρω μας. Δεν έκατσα να γράψω ένα έργο για τη βία. Έκατσα να γράψω γιατί ήθελα να δω μήπως έχω κι εγώ πρόσβαση στο να γράψω κάτι που μπορεί να ανέβει στο θέατρο. Είμαι σκηνοθέτης, όχι συγγραφέας.

Βγήκαν όμως όλα τούτα τα πράγματα, και απέκτησε μια θεματική το έργο – αρχικά υποσυνείδητα, μετά, τεχνικά, δέθηκε. Αλλά, μόνο και μόνο το ότι γινόμαστε 18 χρονών, πάμε στρατό και μαθαίνουμε πώς να σκοτώνουμε κόσμο, θεωρητικά τουλάχιστον, όλοι οι άντρες της Κύπρου… Μόνο να δεις στον κόσμο γύρω σου πόσος σοβινισμός παίζει στην κυπριακή κοινωνία, πόση καταπίεση δέχονται οι γυναίκες χωρίς να το αντιλαμβάνονται οι ίδιες. Η βία δεν είναι μόνο σωματική, είναι και ψυχολογική, που πολλές φορές είναι χειρότερη. Εμένα με ενοχλεί αυτή η καταπίεση, ίσως γιατί με επηρεάζει κι εμένα και γίνομαι θύτης και θύμα στη ζωή μου. Τα βιώνω όχι επειδή έχω βία συγκεκριμένη, αλλά μέσα από τις σχέσεις τις επαγγελματικές ή τις φιλικές πολλές φορές καταπιέζουμε ο ένας τον άλλο. Είναι ενοχλητικό γιατί το κάνω κι εγώ, ενώ δεν θέλω να το κάνω. Αντιλαμβανόμενος όμως ότι το κάνω και στην προσπάθεια να το σταματήσω, βλέπω λίγο καλύτερα ή καθαρά γύρω μου, σαν εξωτερικός παρατηρητής. Δεν βάζω συνειδητά αυτά τα στοιχεία στο έργο, αλλά υπάρχουν. Το έργο βγήκε βίαιο όχι γιατί έκατσα να το γράψω ως τέτοιο, αλλά γιατί τα βιώματά μου συμπεριλαμβάνουν τούτη την αίσθηση της συνεχούς βίας γύρω μου.

Σε ανησυχεί ότι το δικό σου βλέμμα πάνω στον κόσμο μπορεί να μην συνάδει με το βλέμμα των δυνητικών θεατών σου;

Πριν από δέκα χρόνια, θα έλεγα ότι θέλω να προκαλέσω τον άλλο να δει τα πράγματα με άλλο τρόπο. Αυτή τη στιγμή δεν με απασχολεί. Δεν θέλω να προκαλέσω, δεν είναι αυτοσκοπός μου. Αν με ανησυχεί, όχι τόσο. Εκφράζω τα πράγματα που βλέπω γύρω μου. Αν κάποιος διαφωνεί και θεωρεί ότι δεν είναι έτσι, μπορεί να πει ότι λέω πελλάρες… Είχαμε δύο άτομα που έφυγαν από μια παράσταση. Έμαθα εκ των υστέρων ότι έφυγαν γιατί μπήκαν σε λάθος παράσταση. Την ώρα που τους είδα να φεύγουν, σκέφτηκα ότι είναι ακραίο το έργο, κι είναι ακραίο αρκετά νωρίς. Δεν με ενόχλησε το γεγονός ότι έφυγαν. Θεώρησα ότι δηλώνουν με αυτόν τον τρόπο πως δεν είναι κάτι που τους ενδιαφέρει να δουν. Θέλω ο κόσμος να ενδιαφέρεται να δει την άποψη που έχω να προτείνω επί σκηνής, γιατί έχω την ανάγκη να την επικοινωνήσω. Αν κάνω συνέχεια παραστάσεις και δεν έρχεται κανένας, ή κάποιους που έρχονται να φεύγουν, κάποια στιγμή θα σταματήσω να κάνω αυτό το πράγμα, γιατί σημαίνει ότι δεν έχω κάτι να πω που να έχει απήχηση στον κόσμο. Ας τα σκέφτομαι εγώ, αλλά να μην απασχολώ τον κόσμο που δεν ενδιαφέρεται. Όμως, αν νιώθω ότι υπάρχει ανταπόκριση από τον κόσμο, εκεί απαλύνεται η ανησυχία μου, γιατί νιώθω ότι έχει κόσμο που θέλει να το δει.

Πώς ορίζεις το underground θέατρο, όπως χαρακτηρίζεις το έργο σου;

Το χαρακτήρισα λίγο αυθόρμητα. Τα σκηνικά είναι χρηστικά, δεν εργοδοτήσαμε σκηνογράφο λόγω μπάτζετ, τα κάναμε απλά για να λειτουργούν για το έργο και η αισθητική είναι πολύ συγκεκριμένη. Παρακολουθώντας παραστάσεις underground που είδα στο εξωτερικό -δεν νιώθω ότι είναι πραγματικά underground το θέατρο που έχουμε στην Κύπρο-, είδα ότι πάντα έχουν μια αίσθηση κινδύνου μόνο και μόνο με τη σκέψη ότι θα πας να τις δεις. Αυτός ο κίνδυνος κάπου νιώθω ότι υπάρχει στην παράσταση. Μου αρέσει το underground θέατρο, νιώθω ότι άγγιξα λίγο αυτόν τον τομέα. Είναι και underground με τον τρόπο που ανεβαίνει η παράσταση. Εμείς είμαστε. Εμείς τζι εμείς. Δεν έχουμε πλήρη υποστήριξη παραγωγής, με εικαστικούς, φωτιστές κ.λπ. Τα μέσα μας είναι περιορισμένα. Κι αυτό μες στο μυαλό μου έχει μια αίσθηση underground για μια ομάδα ανεξάρτητη που κάνει θέατρο με πενιχρά μέσα, όπως όλες οι ανεξάρτητες ομάδες στην Κύπρο.

Από την άλλη, η παρουσία σκηνογράφου ή φωτιστή κ.ο.κ. είναι μέρος του θεάτρου, είναι αυτό που κάνει το θέατρο.

Ναι, συμφωνώ απόλυτα. Μακάρι να μπορούσα να εργοδοτώ και φωτιστή και συνθέτη και σκηνογράφο και τον κατασκευαστή των σκηνικών, γιατί φέρνουν όλοι μέσα στην παράσταση κάτι δικό τους. Την εμπλουτίζουν. Όμως, εγώ προσωπικά ασχολούμαι με το θέατρο γιατί μου αρέσει να παρακολουθώ και να λέω ιστορίες. Οπότε, και τίποτα απ’ αυτά να μην έχει, μπορεί να λεχθεί μια ιστορία. Εδώ, στο καθιστικό μου, αν έρθουμε να παίξουμε μια παράσταση, μπορεί να λεχθεί η ιστορία χωρίς τα πέριξ. Τα πέριξ ανεβάζουν το επίπεδο, δυναμώνουν το ύφος και την πρόθεση της παράστασης…

Και την εμπειρία του θεατή…

Φυσικά, είναι αναγκαία στοιχεία. Αλλά είναι και ο λάκκος και η παγίδα, αν δεν πεις σωστά μια ιστορία. Και την ιστορία τη λένε επί σκηνής οι ηθοποιοί υποκριτικά. Ούτε ο σκηνοθέτης θα την πει. Είναι οι ηθοποιοί και οι χαρακτήρες τους που θα την πουν. Όταν έχεις την ιστορία, προσθέτεις όσα πιο πολλά μπορείς.

Για το “Θυμέλη”

Το “Θυμέλη” νιώθω ότι είναι αρκετά δίκαιο αν φτιάξουν οι λεπτομέρειές του και κάποια προβλήματα που υπάρχουν. Μπορεί να έχει λόγο υπόστασης και να μπορεί να λειτουργεί καλά. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει αρκετά λεφτά. Οπότε, για να επιβιώσει ένας μεγάλος οργανισμός, όπως η ΕΘΑΛ ή το Σατιρικό, πρέπει να μπορούν να πληρώνουν τους εργοδοτούμενούς τους, τα έαρ κοντίσιον τους, και φυσικά πρέπει να πιάνουν παραπάνω λεφτά από μια ανεξάρτητη ομάδα που λειτουργεί από ένα γραφείο μέσα σε ένα σπίτι. Από την άλλη, και οι ανεξάρτητες ομάδες πρέπει να έχουν την ευχέρεια, τουλάχιστον για τις παραγωγές τους, να πληρώνουν όλους τους συντελεστές όπως πρέπει. Γιατί μαλώνουμε συνέχεια με τις συντεχνίες; Γιατί απαιτούν οι ηθοποιοί να πληρώνονται σωστά. Αλλά εμείς δεν έχουμε αρκετά λεφτά, γιατί δεν έχουμε ούτε αρκετό κοινό ούτε αρκετή επιχορήγηση.

Για την κριτική

Έχουμε όλοι τις αντιστάσεις μας, είμαστε δύσκολοι στο να δεχτούμε σχόλια. Από τη στιγμή που βγαίνουμε από τα πανεπιστήμια και τις σχολές, ο μόνος τρόπος να μάθουμε είναι από τον εαυτό μας και τον περίγυρό μας. Οι πλείστοι δεν είναι καθόλου διατεθειμένοι να ακούσουν εποικοδομητική κριτική. Δεν σημαίνει ότι εκείνος που ασκεί την κριτική έχει δίκαιο. Αλλά νιώθω ότι δεν είμαστε “ανοιχτοί”.

Εν κατακλείδι, πρέπει να βρούμε τη διάθεση να μάθουμε. Δεν μπορούμε να τα μάθουμε όλα μόνοι μας. Όταν πληροφορούμαστε ο ένας από τον άλλο, μπορούμε να κάνουμε εποικοδομητικές συζητήσεις χωρίς να παίρνουμε προσωπικά ότι κατακρίνεται η δουλειά μας. Τότε θα εμπλουτιστούμε όλοι. Προσωπικά αποκόμισα πολλά πράγματα από φίλους και συνεργάτες. Δεν τα δέχομαι όλα αβίαστα, τα φιλτράρω, κάθομαι και τα σκέφτομαι. Έχουν δίκαιο, δεν έχουν; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μάθεις. Πρέπει να απομυθοποιήσουμε τους εαυτούς μας. Πρέπει να μπορούμε να δούμε τους εαυτούς μας αποστασιοποιημένα και ως ανθρώπους που κάνουν λάθη, που έχουν ελλείψεις. Αν μπορούν οι άλλοι να σου πουν τα λάθη και τις ελλείψεις σου, τότε γίνονται σημαντικοί για σένα. Γιατί σε βοηθούν να γίνεις καλύτερος – αν ενδιαφέρεσαι να γίνεις καλύτερος.

Για την κυπριακή

Αρέσκει μου! Αρέσκουν μου τα κυπριακά. Έχει τους σκληρούς ήχους, τους μαλακούς ήχους, έχει μελωδία, έχει ιδιωματικές εκφράσεις, τοπικές εκφράσεις, είναι μια πάμπλουτη, ζωντανή γλώσσα, την οποία δεν αναγνωρίζουμε. Η εμπειρία μου στην Ελλάδα, στη σχολή, ήταν όταν κάποια στιγμή ανέβαζα ένα πολωνικό έργο και αφού μιλούσαμε ελληνικά, είπα να το τοποθετήσω κάπου στην Ελλάδα. Μια από τους ηθοποιούς ήταν από τη Σπάρτη και ήθελα να μιλήσει σπαρτιάτικα. Η ίδια μου είπε πως της έκαμαν τόσο πόλεμο στη σχολή να μιλά την κοινή ελληνική και “σωστά” στο θέατρο, που δεν μπορούσε πια να μιλήσει στη σκηνή την ντοπιολαλιά της. Έφα κόλλημα. Σαν να τζαι λαλείς μου κάποια στιγμή ότι εν μπορώ να μιλώ κυπριακά. Α Παναγία μου, έννα διαλυθώ. Μετά πήγα στην Αγγλία κι έπιανα βιογραφικά ηθοποιών για να δω, και ήταν όλοι περήφανοι για τις προφορές που μιλούσαν. Στα ράδια, διεθνούς εμβέλειας εκπομπές που όχι μόνο την αγνοούσαν αλλά τόνιζαν το γεγονός της προφοράς. Ήρθα πίσω στην Κύπρο και ήθελα να ασχοληθώ με αυτό. Μα, πόσον πόλεμο!.. Ο παραπάνω κόσμος έχει αντιστάσεις πριν καν να δει την παράσταση. Νιώθει ότι ευτελίζουμε το θέατρο. Δεν είμαι ο πρώτος που ανεβάζω παράσταση στα κυπριακά. Είμαι ίσως ο μόνος που ανεβάζει τόσο σταθερά παραστάσεις στην κυπριακή. Στην προσωπική μου δουλειά άρχισα να βλέπω σε βάθος σε άλλα χωράφια με την κυπριακή τα οποία προέκυψαν μέσα από την αγάπη που έχω για τη διάλεκτό μας. Αρέσκει μου. Που τζειαμαί αρκέφκω να ανακαλύπτω και τους λόγους που μου αρέσκει. Έτσι μπορώ να μπω σε παραπάνω βάθος. Είχαμε διάφορες συζητήσεις όταν κάναμε “Τη γενιά μας” με τους συναδέλφους: ήταν σωστό το σλανγκ για τα 80s; Ήταν σημαντικό να είναι επακριβές; Στο La Belote οι πρωταγωνιστές είναι Λεμεσιανοί, όχι Λευκωσιάτες. Άρα η προφορά είναι διαφορετική. Εν πολλά σπουδαίο. Η Νυχταλούδα έχει μέσα ελληνικά, κυπριακά, greeklish, αγγλικά με ινδική προφορά, ινδικά. Η αντίστιξη των γλωσσών, πέρα από το ότι μια γλώσσα είναι εργαλείο, η αντίστιξή τους είναι επίσης ένα εργαλείο.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Αλέκος Φασιανός : Στη τέχνη σε οδηγεί το ένστικτο

Συνέντευξη στον Μανώλη Καλατζή/Φωτογραφία : Γιάννης Βαστάρδης Τι μπορεί να γράψει κάποιος για τη ...

Ηelen Black : Από τι είναι φτιαγμένες οι σκιές;

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Με έναν τίτλο που μοιάζει δανεισμένος από σημειώσεις κάποιας μυστήριας ...

Το Μιστέρο Μπουφό ταρακουνά το οικοδόμημα μέσα μας

Συνέντευξη στη Θεοδώρα Χρυσοστόμου Γνωστός στο κυπριακό κοινό από το έργο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα ...

ΜΠΙΕΝΑΛΕ ΒΕΝΕΤΙΑΣ: ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ Παλάτι Εγκυκλοπαιδικό ή μαγικό;

Γράφει η δρ Σοφία Χατζήπαπα-Gee* Είναι πλέον αδύνατο να αντικρίσουμε την τέχνη ως κυρίαρχοι ...

Το Αβγό του αυτισμού

Συνέντευξη στη Χρύστα Ντζάνη Η επίκουρη καθηγήτρια Ειδικής Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Yeditepe της Πόλης ...

Ruven Rrupic | Levant Project

Ο ντράμερ Στέλιος Ξυδιάς μιλά με τον κρουστό του σχήματος Levant Project, Ruven Rrupic ...

X